Απολογισμός μιας πενταετίας κρίσης: ΤΙΝΑ και ξεΤΙΝΑ

Από τι θα κριθούν και τι θα κρίνουν οι επόμενες εκλογές; Όσο και να προσπαθούν τα παραπολιτικά να μας πείσουν για συνωμοσίες και κρυφούς άσσους, οι εκλογές θα κριθούν από καθαρές απαντήσεις στα μεγάλα θέματα.

Αυτά, δηλαδή, που αντιμετωπίζονται με μισόλογα και υπεκφυγές στον καθημερινό πολιτικό λόγο είναι εκείνα που μετράνε και θα μετρήσουν και στην κάλπη.

Από την ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ και τον ΠΛΑΤΩΝΑ ΤΗΝΙΟ

Η αφετηρία του δικού μας προβληματισμού ήταν το ερώτημα ενός καλού φίλου, πολιτικού επιστήμονα (δηλαδή μη οικονομολόγου) που δεν ζει στην Ελλάδα αλλά παρακολουθεί τις συζητήσεις και τις εξελίξεις. Μας είπε: «Όλοι περίπου συμφωνούν πως η κατάσταση της Ελλάδας το 2009 δεν ήταν διατηρήσιμη. Για να ξεφουσκώσει η φούσκα, θα έπρεπε να φτωχύνει η χώρα κατά 30%. Αυτό έπρεπε να γίνει και αυτό ακριβώς έγινε. Ίσως όχι με τον καλύτερο τρόπο, πάντως τώρα μπορούμε πλέον να προχωρήσουμε». Κάτι δηλαδή σαν τον άγιο Χριστόφορο, ο οποίος πήρε στους ώμους του τον Χριστό από τη μια όχθη του αφρισμένου ποταμού και τον πέρασε απέναντι.

Αν η ερμηνεία αυτή είναι σωστή, όποιοι κι αν διαχειρίζονταν την κρίση δεν θα μπορούσαν παρά να μειώσουν το ΑΕΠ κατά το ίδιο περίπου ποσοστό. Ουσιαστικά απηχεί την αγαπημένη ρήση της Μ. Θάτσερ στη δεκαετία του 1980: την περιλάλητη ΤΙΝΑ (There Is No Alternative).

Η θέση περί αναπόφευκτου ξεφουσκώματος έχει μια ελκυστική και αφοπλιστική απλότητα. Αντιβαίνει, όμως, στην πηγαία πεποίθηση που οφείλουν να έχουν οι χρήσιμοι οικονομολόγοι – πως κάθε απόφαση έχει εναλλακτικές και τίποτα δεν είναι μονόδρομος. Ποιες, όμως, ήταν και είναι οι εναλλακτικές αυτές στη συγκεκριμένη περίπτωση της ελληνικής κρίσης; Πόσο μοιραίο ήταν να φτωχύνουμε κατά 30%;

Για να μη χαθούμε στις λεπτομέρειες, αλλά να απαντήσουμε το κρίσιμο ερώτημα, παραθέτουμε σε σχηματική και απλουστευμένη μορφή έναν Πίνακα με τρεις στήλες, δηλαδή τις απόψεις τριών συνεκτικών ερμηνειών (ρευμάτων σκέψης) που συναντάμε καθημερινά.

Πρώτον, την επίσημη γραμμή ΤΙΝΑ: αυτοί είναι οι απολογητές.

Το αντίπαλο δέος έχει κι αυτό τη δική του ΤΙΝΑ, την ΞεΤΙΝΑ: αυτοί είναι οι νοσταλγοί και ρεβιζιονιστές.

Διαφωνούν και με τους δύο, όπως συνήθως (αλλά όχι πάντα), οι μεταρρυθμιστές.

Σε ποια θέματα πρέπει να αναζητήσουμε τις τοποθετήσεις της κάθε αντίληψης; Σε αυτό απαντούν οι σειρές του Πίνακα. Συνοψίζουν τις θέσεις της καθεμιάς αντίληψης για το πώς και αν περάσαμε από τη μια όχθη της κρίσης στην άλλη, από το 2009 μέχρι σήμερα. Με άλλα λόγια, την ερμηνεία της πιο κρίσιμης για την οικονομική ιστορία της Ελλάδας πενταετίας, από το 2009 ως το 2014: τα προβλήματα του 2009, την κατάσταση στα τέλη του 2014, την προοπτική πέραν του 2015, αλλά και το ταμείο: τι καταφέραμε, αλλά και τι θα θέλαμε να είχαμε καταφέρει.

Για να μην γενικολογούμε, αρχίζουμε από το τριπλό πρόβλημα του 2009:

— Δεν υπήρχαν λεφτά για μισθούς και συντάξεις (δημοσιονομικό έλλειμμα).

— Δεν υπήρχαν λεφτά για να πληρώσουμε εισαγωγές (ισοζύγιο πληρωμών).

— Δεν υπήρχαν λεφτά και αποταμιεύσεις για επενδύσεις (αναπτυξιακό έλλειμμα).

Από την απάντηση στα τρία αυτά θέματα μπορεί να συναχθεί πόσο ήταν το «αναγκαίο» και πόσο το «καθ’ υπέρβαση» κόστος της προσαρμογής. Το σημείο αυτό απλοποιούν οι δύο εκδοχές της ΤΙΝΑς. Οι απολογητές θεωρούν –σαν τον Βολταίρο– ότι είμαστε στον καλύτερο από όλους τους δυνατούς κόσμους, ενώ οι ρεβιζιονιστές στον χειρότερο. Στη μια περίπτωση το υπερβάλλον κόστος είναι μηδέν, στην άλλη είναι όσο μας λείπει από το 2009 και την προέκταση της τότε ανάπτυξης που διακόπηκε απότομα.

Οι πραγματικοί οικονομολόγοι εξετάζουν το κάθε θέμα ξεχωριστά, σταθμίζοντας το τι έγινε και το τι θα μπορούσε να γίνει. Αυτό αποπειράθηκε ο Ολιβιέ Μπλανσάρ του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, με τη μελέτη για τον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή. Καθώς μεταφερόταν στην ελληνική αντιπαράθεση, η σαφήνεια της οικονομετρικής μεθοδολογίας μετατράπηκε σε μια λαϊκίστικη κακοφωνία αντεγκλήσεων και ασυνεννοησίας. Αποτέλεσμα, ουδείς έγινε σοφότερος, και η κάθε πλευρά οχυρώθηκε πιο αποφασιστικά στις αρχικές της θέσεις. Το «λάθως» ήταν των άλλων.

Για τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό να ξεχωρίσουμε τα δέντρα από το δάσος εφαρμόζοντας απλή οικονομική ανάλυση που αποτυπώνεται στον Πίνακα που ακολουθεί.

Το 2009 βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τρία ξεχωριστά ελλείμματα. Το καθένα από αυτά απαιτούσε μια ειδική προσέγγιση και ειδικά εργαλεία. Αυτά τα ειδικά εργαλεία θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να ευνοούσαν την αλλαγή σχέσεων στην οικονομία, έτσι ώστε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην εμπορεύσιμη παραγωγή. Θα μπορούσαν ακόμα να θέσουν υπό έλεγχο το δημοσιονομικό έλλειμμα περιορίζοντάς το στην πηγή του (δηλαδή στο Δημόσιο) και ελαχιστοποιώντας τις παράπλευρες απώλειες στον ιδιωτικό τομέα. Είναι ένας κανόνας που ξέρει κάθε μηχανικός: αν έχεις τρεις στόχους χρειάζεσαι τουλάχιστον τρία εργαλεία. Αν προσπαθείς να λύσεις τρία προβλήματα με ένα μόνο εργαλείο, τότε το κόστος θα είναι το μεγαλύτερο δυνατό.

Αυτό που έγινε στην πράξη ήταν πως παρά τις αρχικές εξαγγελίες, τα μέτρα που θα άλλαζαν τις σχέσεις παραγωγής (τα διαρθρωτικά μέτρα) είτε άργησαν πολύ, είτε αναβλήθηκαν, είτε έγιναν με έναν τρόπο που ήταν σαν να μην είχαν γίνει καθόλου. Αποτέλεσμα, ο μοναδικός τρόπος να λυθούν και τα τρία ελλείμματα ταυτόχρονα ήταν η προσαρμογή των συνολικών μεγεθών, δηλαδή η πτώση του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, επειδή δεν μειώθηκε το μέγεθος του Δημοσίου, τις συνέπειες πλήρωσε ο ιδιωτικός τομέας, ενώ και το ισοζύγιο πληρωμών ισορρόπησε χάρη στον περιορισμό του διαθέσιμου εισοδήματος: μειώθηκαν οι εισαγωγές αλλά δεν αυξήθηκαν οι εξαγωγές. Ως προς το αναπτυξιακό έλλειμμα, αυτό παρέμεινε και εντάθηκε.

Το «κατηγορητήριο» απέναντι στους απολογητές είναι ότι η προσαρμογή ήταν οριζόντια και ισοπεδωτική. Αντί να αλλάξουν οι συσχετισμοί της παραγωγής, διατηρήθηκαν σε μικρότερο μέγεθος, με αποτέλεσμα η οικονομία του 2015 να είναι αναγνωρίσιμη μικρογραφία της κατάστασης του 2009. Στη συρρικνωμένη εκδοχή οι ανισορροπίες παραμένουν, μερικές μάλιστα εντείνονται. Για παράδειγμα, ο ρόλος του κράτους στο ΑΕΠ είναι τώρα μεγαλύτερος από το 2009. Υπό μία έννοια, όλα άλλαξαν αλλά όλα έμειναν ίδια. Την άποψη αυτή υποστηρίζει η σύγκριση με άλλες χώρες που αποπειράθηκαν αντίστοιχη σταθεροποίηση με εργαλείο την εσωτερική υποτίμηση. Είναι γνωστές οι περιπτώσεις της Ιρλανδίας, Πορτογαλίας και Ισπανίας, αλλά πολύ πιο πειστική είναι η σύγκριση με την λιγότερο γνωστή περίπτωση της Λεττονίας.[1] Η Ελλάδα ξεχωρίζει τόσο για το βάθος και για τη διάρκεια της ύφεσης όσο και για την καχεκτικότητα της ανάπτυξης.

Ο Πίνακας εξειδικεύει ανά αντικείμενο τις τρεις φωνές: Τι πετύχαμε (οι απολογητές), τι θα έπρεπε να είχε γίνει (οι νοσταλγοί), και τι θα μπορούσε να είχε γίνει (οι μεταρρυθμιστές).

Η παράθεση των θέσεων δείχνει πως τα τρία ρεύματα σκέψης αντιστοιχούν σε πολιτικούς χώρους, αλλά όχι αεροστεγώς. Υπάρχουν άνθρωποι υπέρ των μεταρρυθμίσεων στον ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχουν νοσταλγοί του παλιού στην κυβέρνηση, κάποιοι μεταρρυθμιστές δυσκολεύονται να υποστηρίξουν συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις. Η έλλειψη συζήτησης σημαίνει πως σε πολλές περιπτώσεις οι τίτλοι μπορεί να έχουν μικρή σχέση με το περιεχόμενο, ενώ το ίδιο άτομο μπορεί να υποστηρίζει δύο ασύμβατες απόψεις ταυτοχρόνως.

Δεν θα σχολιάσουμε το περιεχόμενο του κάθε κελιού, και ίσως είναι θέμα συζήτησης το αν θα πρέπει να προστεθούν ή να αφαιρεθούν συγκεκριμένα θέματα. Το σημαντικό είναι να συνειδητοποιήσουμε τη διαφορά προσεγγίσεων ανάμεσα στα τρία ρεύματα. Εξετάζοντας τα συγκεκριμένα θέματα είναι κρίσιμο να μην υποκύψουμε στον ισοπεδωτισμό της ΤΙΝΑς, τόσο στη μια όσο και στην άλλη εκδοχή του. Η διαφορά στα τρία ρεύματα διατυπώνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια στο κεντρικό μήνυμα που εκπέμπουν τα τρία ρεύματα για το τι δέον γενέσθαι από το 2015 και μετά. Δηλαδή την κεντρική πλατφόρμα με την οποία θα κατεβούν στις εκλογές.

Οι απολογητές επαίρονται ανεμίζοντας την ΤΙΝΑ – θεωρούν επίτευγμα πως σήμερα, παρά τις αντιξοότητες, η Ελλάδα έχει αλλάξει στον μικρότερο δυνατό βαθμό. Αυτή η συντήρηση είναι που αξίζει τον κόπο, μας λένε, ακόμα κι αν φτώχυνε η Ελλάδα κατά 30%. Και αυτό διότι έχουμε τη δυνατότητα η πορεία από το 2015 να διαφέρει πολύ λίγο από τη γνώριμη πορεία του παρελθόντος.

Οι νοσταλγοί επιμένουν στη δική τους «επαναστατικά ρεβιζιονιστική» ΤΙΝΑ (ας την πούμε ΞεΤΙΝΑ για την ξεχωρίσουμε από την κυβερνητική αδελφή της). Υποστηρίζουν πως το κούρεμα του χρέους ήταν και είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να σωθούμε. Διατείνονται ότι δικαιούμαστε αυτή τη γενναία άφεση αμαρτιών ώστε να επιστρέψουμε ταχέως στο 2009. Εξυπακούεται ότι το Ταμείο της Κρίσης είναι άκρως αρνητικό: ανθρωπιστική καταστροφή. Το μόνο θετικό είναι πως καταφέραμε να κρατήσουμε την αντίσταση για να επιστρέψουμε εκεί που βρισκόμασταν το 2009. Άλλωστε την επιστροφή στο 2009 διεκδικεί η ΞεΤΙΝΑ.

Οι μεταρρυθμιστές, στις διάφορες κατακερματισμένες εκδοχές τους, διατείνονται πως η πτώση του ΑΕΠ θα μπορούσε να ήταν πολύ μικρότερη, αν η προσαρμογή περιελάμβανε αλλαγές στις σχέσεις παραγωγής και στις ισορροπίες της οικονομίας με την κοινωνία. Το ζητούμενο γι’ αυτούς είναι το 2015 να είναι ποιοτικά διαφορετικό (όχι απλώς μικρότερο ή φτωχότερο) από το 2009. Θα ήθελαν να μπορούσαμε να λέγαμε στα τέλη του 2014 πως αλλάξαμε την Ελλάδα επειδή καταφέραμε να αλλάξουμε τους εαυτούς μας.

Τα ερωτήματα αυτά είναι σίγουρο πως θα απασχολούν τους οικονομικούς ιστορικούς και τα μοντέλα της κλειομετρίας στις επόμενες δεκαετίες. Το τι θα μπορούσε να έχει γίνει, αλλά και η χρονική δομή της προσαρμογής καθώς και η χρονική αλληλουχία των ενεργειών, είναι θέματα που επιδέχονται ποσοτικές απαντήσεις. Τα ποσοτικά στοιχεία πρέπει να ενταχθούν σε μοντέλα που δεν αγνοούν τη βασική τριαδική δομή του προβλήματος. Δηλαδή μοντέλα που είναι ικανά να προσομοιώσουν τόσο το τι έγινε όσο και τις εναλλακτικές διαδρομές. Όμως εμείς τώρα και μέχρι τις εκλογές δεν θα έχουμε την πολυτέλεια της ψύχραιμης εκ των υστέρων επιστημονικής ετυμηγορίας.

Όποτε κι αν γίνουν εκλογές, οι έλληνες ψηφοφόροι, άνδρες και γυναίκες, θα βρεθούν αντιμέτωποι με αυτές τις τρεις απόψεις και θα πρέπει να διαλέξουν. Οι δύο από αυτές δεν διαφέρουν ουσιωδώς, καθώς πρόκειται για εκδοχές ΤΙΝΑς (η ΤΙΝΑ και η ΞεΤΙΝΑ) που συμπίπτουν στην επιθυμία για συντήρηση. Η ΤΙΝΑ λέει «Ψηφίστε μας γιατί κρατήσαμε τα πράγματα όσο πιο ίδια γίνεται!». Η ΞεΤΙΝΑ λέει, «Ψηφίστε μας για να κάνουμε τα πράγματα ακόμα πιο ίδια με το 2009!»… Μακριά τους (και χωρίς θαυμαστικό) η αυθάδης και προοδευτική εναλλακτική αναζήτηση επιδιώκει να απομακρυνθεί από τους δρόμους της χρεωκοπίας, γνωρίζοντας πως για να πετύχουμε δεν πρέπει να αλλάξει μόνο η κυβέρνηση, αλλά και εμείς.

[1] Η ύφεση στη Λεττονία ήταν βαθύτερη. Το πρόγραμμά της βασίστηκε κι αυτό σε εσωτερική υποτίμηση, κρατώντας σταθερή ισοτιμία με το ευρώ. Η ανάκαμψη ήρθε πολύ πιο γρήγορα, σημειώνοντας αύξηση του ΑΕΠ για πάνω από 5% επί δύο χρόνια μετά τον τρίτο χρόνο της κρίσης.

athensreviewofbooks