«Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα» του Νίκου Μπελογιάννη

Δεν είναι ευρύτερα γνωστή η επιστημονική ενασχόληση του Νίκου Μπελογιάννη με τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, της οικονομίας και της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.

Το έργο του Πάμπλο Πικάσο «Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο»

Το κενό ήρθε να καλύψει η έκδοση της μελέτης του, το 1998, από τη «Σύγχρονη Εποχή»: «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα» που είναι αφιερωμένη στα 80χρονα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας.

Η έκδοση του βιβλίου του Νίκου Μπελογιάννη δεν αποτελεί απλώς φόρο τιμής στο συγγραφέα αλλά και εκπλήρωση ενός χρέους προς αυτή την ηγετική κομμουνιστική μορφή που αναδείχθηκε από τα σπλάχνα του ΚΚΕ.

Μετά από μισό αιώνα εκπληρώθηκε η επιθυμία του ίδιου του Νίκου Μπελογιάννη. Από το κελί του μελλοθανάτου στις 12/3/1952, γράφει: «Η ανάπαυλα του 1945 μου έδοσε τη δυνατότητα να συνεχίσω διάφορες μελέτες μου και να τελειώσω και δύο βιβλία μου: «Η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας» και «Η ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», που όμως είναι και τα δύο ανέκδοτα, γιατί οι νέοι διωγμοί εμπόδισαν την έκδοσή τους».

Οι διώξεις, η συμμετοχή του στην Αντίσταση, στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, οι φυλακίσεις και τελικά η εκτέλεσή του, δεν του έδοσαν τη δυνατότητα να αναδείξει όλες τις διανοητικές επιστημονικές ικανότητες που διέθετε.

Ο Νίκος Μπελογιάννης αγωνίστηκε και υπερασπίστηκε τη μαρξιστικο-λενινιστική θεωρία και ιδεολογία. Στην απολογία του δήλωσε: «Εμείς πιστεύουμε στην πιο σωστή θεωρία που διανοήθηκαν τα πιο προοδευτικά μυαλά της ανθρωπότητας. Και η προσπάθειά μας, ο αγώνας μας είναι να γίνει η θεωρία αυτή πραγματικότητα για την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο».

Τον καιρό που γραφόταν το βιβλίο, η Ελλάδα μόλις είχε βγει από τον πόλεμο με μεγάλες καταστροφές και θύματα. Η Αγγλία είχε επέμβει στρατιωτικά. Το ΚΚΕ στο 7ο Συνέδριο είχε προβάλει πρόγραμμα ανόρθωσης και κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης ως πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας. Ομως για να αποτραπεί η εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση, έγινε η ιμπεριαλιστική επέμβαση της Αγγλίας και των ΗΠΑ.

Ο Νίκος Μπελογιάννης μελέτησε τα νεοελληνικά προβλήματα έχοντας αφομοιώσει βαθιά τη μαρξιστική λενινιστική θεωρία. Με επιστημονική γλαφυρή γλώσσα, με αυστηρές εκτιμήσεις και τεκμηριωμένα επιχειρήματα, αποκάλυψε το ρόλο του ξένου κεφαλαίου, τη διαπλοκή του με το ντόπιο κεφάλαιο και τις αρνητικές επιπτώσεις για το λαό. «Η πολιτική ζωή της χώρας μας», σημειώνει στο βιβλίο του, «επηρεάστηκε σημαντικά από τις θελήσεις και, τα συμφέροντα αυτά ήταν πάντοτε αντίθετα με τα συμφέροντα της Ελλάδας και του λαού της».

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Ν. Μπελογιάννης στο ρόλο και τις επιπτώσεις του εξωτερικού δανεισμού, ως μορφή απομύζησης παραγομένου από τον εργαζόμενο ελληνικό λαό πλούτου, από το ξένο κεφάλαιο. Την ανάλυσή του την αναπτύσσει ιστορικά ξεκινώντας από τα πρώτα λεγόμενα δάνεια ανεξαρτησίας, φτάνοντας μέχρι το δανεισμό του 1940. Περιγράφει τους σκοπούς των δανειστών, τους ληστρικούς όρους με σκοπό την αποκόμιση κερδών και δίπλα σε αυτά την οικονομική και πολιτική εξάρτηση. Υπογραμμίζει ότι τα λεγόμενα δάνεια ανεξαρτησίας, τάφαγαν σχεδόν στο σύνολό τους οι ξένοι τοκογλύφοι και οι ντόπιοι αστικο-κοτζαμπάσηδες. Από το λεγόμενο δάνειο του Οθωνα του 1833 για την Ελλάδα δε διατέθηκε ούτε ένα μονόλεπτο. Στο βιβλίο υπάρχει αναφορά και στον εσωτερικό δανεισμό και στο ρόλο της Εθνοτράπεζας.

Στο μεταίχμιο του 19ου και 20ού αιώνα, ο καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού περνά στο μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, στον ιμπεριαλισμό. Η εξαγωγή κεφαλαίων παίζει πια τον πρώτο ρόλο σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων. Στην Ελλάδα η διείσδυση του ξένου κεφαλαίου συνεχίστηκε και με τη μορφή των δανείων, ένα από τα οποία ονομάστηκε δάνειο «σιδηροδρόμων».

Ακολούθησε το λεγόμενο δάνειο «μονοπωλίων» όπου οι ξένοι δανειστές επέβαλαν όρους ώστε να έχουν τις εισπράξεις των «μονοπωλίων» και το φόρο του καπνού.

Η εξυπηρέτηση των ξένων δανείων δημιούργησε αφόρητη οικονομική κατάσταση και έτσι φτάσαμε στις 9 Δεκέμβρη του 1893 όπου η χώρα βρέθηκε σε αδυναμία να πληρώνει τους δανειστές και ο Τρικούπης δήλωσε στη Βουλή: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».

Ο Νίκος Μπελογιάννης σημειώνει ότι μετά την τραγωδία του 1897 και τη Συνθήκη που υπογράφτηκε «….τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας περιορίστηκαν, γιατί η Συνθήκη τούτη μας χάρισε τον έλεγχο των ξένων στα οικονομικά μας, τον περίφημο ΔΟΕ*. Βάλανε τους Τούρκους να ζητάνε 100.000.000 φράγκα αποζημίωση γιατί διαφορετικά δε θα έφευγαν από τη Θεσσαλία (σελ. 148). Και επειδή η Ελλάδα δεν είχε οικονομικά να πληρώσει τα 100 εκατομμύρια φράγκα στην Τουρκία, οι μεγάλες δυνάμεις της πρόσφεραν δάνειο υπό τον όρο ότι η ελληνική κυβέρνηση θα δεχθεί τον ΔΟΕ, και τον δέχθηκε!». Ο ιμπεριαλιστικός αυτός θεσμός είχε χρησιμοποιηθεί και σε άλλες εξαρτημένες χώρες και οικονομικά καθυστερημένες πχ. στην Τυνησία, Αίγυπτο, Σερβία, Βουλγαρία και Τουρκία.

Το 1922 επέρχεται η Μικρασιατική καταστροφή, ως η μοιραία συνέπεια της συμμετοχής της άρχουσας τάξης της χώρας μας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Ο Νίκος Μπελογιάννης γράφει: «Η Μεγάλη Ιδέα θάφτηκε στις απέραντες ερημιές και στα φαράγγια της Μικράς Ασίας, εκεί όπου έμειναν άθαφτα και άκλαφτα εκατοντάδες χιλιάδες κορμιά δυστυχισμένων παιδιών του λαού, που πολέμησαν τόσα χρόνια και πότισαν με το αίμα τους τα αμέτρητα εκατομμύρια που κέρδισαν από τον πόλεμο οι Ελληνες αστοτσιφλικάδες» (σελ. 184). Ακολούθησαν τα επόμενα εξωτερικά δάνεια, όπως τα προσφυγικά, που συνάπτονταν μετά από έγκριση του ΔΟΕ έναντι εγγυήσεων είσπραξης εσόδων. Ο συγγραφέας εκτεταμένα περιγράφει τους οικονομικούς μηχανισμούς, τον έλεγχο, τις μηχανορραφίες των ξένων δανειστών με σκοπό να αποκομίσουν μεγαλύτερα κέρδη από τα δάνεια που χορήγησαν στα χρόνια 1924-1940.

Η πολιτική της άρχουσας τάξης οδήγησε στην τέταρτη μεγάλη οικονομική χρεοκοπία το 1932. Η μεγάλη οικονομική κρίση 1929-1933 έπληξε βαθιά την ελληνική οικονομία και ιδιαίτερα τους εργαζόμενους. Επακολούθησε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου το 1936 και ο Μεταξάς ξεκίνησε στο εξωτερικό για νέα εξωτερικά δάνεια.

Ο Νίκος Μπελογιάννης σημειώνει: «Ηρθε ο πόλεμος του 1939 και οι ομολογιούχοι εξακολουθούσαν να εισπράττουν το 40%. Με τελική συμφωνία που υπέγραψε η κυβέρνηση του Μεταξά το Γενάρη του 1940, οι ομολογιούχοι θα έπαιρναν από εδώ και πέρα 43%. Το καταπληκτικότερο όμως είναι ότι αυτό το 43% εξακολουθούσαν οι ομολογιούχοι να το παίρνουν ακόμα και κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου» (σελ. 255-256).

Στο βιβλίο ο αναγνώστης θα βρει εκτίμηση για τα ποσά που δανειστήκαμε, τί πληρώσαμε για τοκοχρεολύσια και πόσα άλλα χρωστούσαμε ακόμη. Συνολικά η αστική πολιτική έφερε τα οικονομικά του κράτους μέσα σε 110 χρόνια σε 4 μεγάλες πτωχεύσεις. Η πρώτη το 1827, η δεύτερη το 1843, η τρίτη το 1893 και η τέταρτη το 1932. Οι πτωχεύσεις δικαιολογούνταν πάντα με το επιχείρημα της «ψωροκώσταινας».

Ο Νίκος Μπελογιάννης σημειώνει ειρωνικά μεταξύ άλλων για το μύθο της φτωχής Ελλάδας: «Από δεκάδες τώρα χρόνια αυτοί που κυβέρνησαν την Ελλάδα, προσπάθησαν να κάνουν όλο τον κόσμο να πιστέψει στο μύθο πως η χώρα μας είναι φτωχιά και άγονη, έχει τάχα πολλά βουνά και λίγους κάμπους» (σελ. 297).

Ο Νίκος Μπελογιάννης αναφέρεται και στο διεθνές και βαλκανικό πλαίσιο. Γράφει, ότι «οι μεγάλες αντιθέσεις και ανταγωνισμοί που γεννήθηκαν ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, συγκεντρώθηκαν και εκδηλώθηκαν και στα Βαλκάνια με σκοπό την οικονομική και πολιτική κυριαρχία πάνω στην τόσο πλούσια και στρατηγικά τόσο σπουδαία χερσόνησο» (σελ. 361). Ο χώρος αυτός των Βαλκανίων που αποκαλείται «μπαρουταποθήκη» γίνεται και σήμερα πεδίο σκληρών ανταγωνισμών των ΗΠΑ, Γερμανίας, Γαλλίας και υποδεέστερων χωρών όπως η Ελλάδα, για σφαίρες επιρροής και αγορές, τους οποίους πληρώνουν οι λαοί με το αίμα τους.

Από τον καιρό που γράφτηκε το βιβλίο άλλαξαν πολλά πράγματα στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ενδιάμεση και εξαρτημένη θέση στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η χρηματιστική ολιγαρχία διατηρεί στενούς δεσμούς και με τα τρία ιμπεριαλιστικά κέντρα. Η άρχουσα τάξη της χώρας μας μέσα στα πλαίσια της ΕΕ μετέχει ενεργά κυρίως στη διείσδυση στα Βαλκάνια, συμμετέχει στις πολεμικές επιδρομές του ΝΑΤΟ. Το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο ελέγχει βασικούς τομείς της οικονομίας της χώρας μας. Το ελληνικό κεφάλαιο διαπλέκεται όλο και περισσότερο με τα συμφέροντα του διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου. Η αδηφαγία του κεφαλαίου, ξένου και ντόπιου, δεν άλλαξε. Δεν άλλαξε και η ληστρική ουσία του ιμπεριαλισμού.

Ο Νίκος Μπελογιάννης μας άφησε μια πολύτιμη κομμουνιστική παρακαταθήκη. Να μελετάμε βαθιά και να αφομοιώνουμε τη μαρξιστική διαλεκτική μέθοδο και αντίληψη. Αυτό θα μας βοηθήσει να εμβαθύνουμε στην έρευνα και μελέτη των σύγχρονων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων της χώρας μας. Η μελέτη αυτή είναι όπλο στον αγώνα για το σοσιαλισμό για τον οποίο πάλευε και έδοσε τη ζωή του ο Νίκος Μπελογιάννης.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Ηρόδοτος

Η ΠΤΩΧΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟ 1932

Η ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ*

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ

Α’. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΠΕΛΑΓΩΜΑ

Η περίοδος 1931-32 είναι αρκετά δραματική για το λαό και την Ελλάδα. Η κρίση από ‘να μέρος κι η πολιτική των φαυλοκρατικών κυβερνήσεων από τ΄ άλλο, ερήμωσαν πάλι τη χώρα. Τα καπνά κι η σταφίδα έμεναν απούλητα, μαζί με τις εξαγωγές πέφτουν κι οι εισαγωγές. Οι αγρότες πεινούν, οι εργάτες μένουν άνεργοι, όλοι οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε απόγνωση. Οι μόνοι που απολαμβάνουν μακάρια τη ζωή τους και αδιαφορούν για την τραγική αυτή κατάσταση είναι – εκτός από τους νεόπλουτους που δημιούργησε η κυβέρνηση Βενιζέλου – οι ξένοι και ντόπιοι ομολογιούχοι, που μέχρι το 1932 έπαιρναν στο ακέραιο το τοκοχρεολύσιο.

Με την αφαίμαξη όμως αυτή, ο προϋπολογισμός του 1931-1932 θα ‘κλεινε με 1 δις έλλειμμα. Σε έσοδα 8.200 εκατομμυρίων έπρεπε να πάρουν οι ομολογιούχοι 4.400, δηλαδή τα 54%, την προηγούμενη χρονιά είχαν πάρει τα 40%. Για να πληρωθούν τώρα σε χρυσό, δεν αρκούσε το κάλυμμα της τράπεζας και δημιουργόταν άμεσος κίνδυνος να μείνει ο λαός χωρίς ψωμί, γιατί το περισσότερο στάρι εκείνο τον καιρό ερχόταν απ΄έξω. Η πληρωμή, λοιπόν, του τοκοχρεολύσιου θα ΄ταν εγκληματική παραφροσύνη. Εντούτοις, το Σεπτέμβρη του ’31 η κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσημα ότι τα τοκομερίδια των ομολογιούχων θα πληρωθούν στο ακέραιο και σε χρυσό. Και για να το πετύχει άρχισε να παίρνει μέτρα, που στρέφονταν κατά του λαού. Στις 8 του Οκτώβρη, γιορτή της Αγίας Πελαγίας, έγινε η δραχμοποίηση των καταθέσεων σε συνάλλαγμα, για να «προστατευθεί» το εθνικό νόμισμα και στην ουσία για να πληρωθούν οι ομολογιούχοι. Με το μέτρο της δραχμοποίησης ληστεύτηκαν χιλιάδες κόσμου και κέρδισε η Εθνοτράπεζα εκατοντάδες εκατομμύρια, ενώ ο τορπιλισμός της δραχμής συνεχιζόταν στη μαύρη αγορά του συναλλάγματος με πρωταγωνιστές τον Μαρή κι άλλα πρωτοπαλίκαρα του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Εκείνον ακριβώς τον καιρό άρχισε να ξεσπάει απειλητική η λαϊκή αντίδραση. Το προλεταριάτο και οι υπάλληλοι παλεύουν ακούραστα μ΄ απεργίες για το ψωμί τους, οι επαγγελματίες κινητοποιούνται κι οι αγρότες κάνουν ομαδικές καθόδους στις πόλεις. Ο Βενιζέλος μυρίστηκε τον κίνδυνο και επιχείρησε να βγει από το αδιέξοδο. Το Γενάρη του ΄32 απευθύνθηκε στις μεγάλες δυνάμεις και στο ΔΟΕ και παρακαλούσε να του δώσουν πεντάχρονη αναστολή στα χρεολύσια και 50 εκατομμύρια δολάρια για να συμπληρωθούν τα παραγωγικά έργα. Ο υπουργός των Εξωτερικών στην οικουμενική είχε χαρακτηρίσει το ΔΟΕ «απλούν τεχνικόν σώμα», αλλά ένας οργανισμός που κρατάει στα χέρια του τη ζωή ενός ολόκληρου λαού και οι πρωθυπουργοί πέφτουν στα πόδια του και τον παρακαλούν, δεν είναι καθόλου «απλούν τεχνικόν σώμα», αλλά υπέρτατος, κυρίαρχος και παντοδύναμος αφέντης της χώρας μας. Επίσης ο Βενιζέλος ζήτησε να ‘ρθει στην Ελλάδα κι αντιπρόσωπος της δημοσιονομικής επιτροπής της ΚΤΕ (σ.σ. Κοινωνία των Εθνών) για να κάνει «επιτόπιον έρευνα» και να διαπιστώσει σε πόσο κρίσιμη οικονομική κατάσταση βρισκόταν η χώρα. Στο τέλος τους έδινε την υπόσχεση ότι με το δάνειο που θα του ΄διναν, θα πλήρωνε και τους τόκους των εξωτερικών δανείων.

Οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, παλεύοντας τότε κι αυτές να ξεπεράσουν την κρίση που έδερνε τη χώρα τους, δεν έδωσαν καμία σημασία στο διάβημα του Βενιζέλου. Μόνο η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ ευαρεστήθηκε με τα πολλά να μας στείλει σαν αντιπρόσωπό της τον σέρ ‘Οτο Νιμάγερ για να κάνει έλεγχο στα οικονομικά της χώρας μας. Ο Νιμάγερ, πρώην υπουργός των Οικονομικών, ήταν τότε διευθυντής της Τράπεζας της Αγγλίας. Ήρθε στην Ελλάδα, έλεγξε τα έσοδα και τα έξοδα κι έφυγε κάνοντας μια έκθεση στο συμβούλιο της ΚΤΕ, στην οποία σύσταινε να μας ελεήσουν μονάχα με μια χρονιάτικη αναστολή του χρεολύσιου και το αντίστοιχο πόσο να διατεθεί για τα παραγωγικά έργα μαζί μ΄ένα δάνειο από 10 εκατομμύρια δολάρια. Η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ, που συνήρθε στο Παρίσι, χαρακτήρισε σαν επείγουσα την ανάγκη ενός δανείου για τα τοκοχρεολύσια, όμως μόλις και μετά βίας και με χίλιες δυο επιφυλάξεις και υποδείξεις αναγνώρισε ότι επιβάλλεται η προσωρινή ανακούφιση της Ελλάδας από τα εξωτερικά χρέη μ΄αναστολή των χρεολυσίων για ένα χρόνο! Αλλά επειδή πάνω στο τελευταίο αυτό ζήτημα η ελληνική κυβέρνηση είχε φέρει από την αρχή αντιρρήσεις, το συμβούλιο της ΚΤΕ κηρύχτηκε τελικά αναρμόδιο και μας παρέπεμψε να συνεννοηθούμε απευθείας με τους ομολογιούχους. Ο Μαρής, που βρισκόταν τότε στο Παρίσι για να υπερασπίσει τα συμφέροντα της Ελλάδας, ομολόγησε αργότερα ότι τα μέλη της δημοσιονομικής επιτροπής προσπαθούσαν να βρουν κάποια προσωρινή λύση για να τη συνδυάσουν με έλεγχο πάνω στα οικονομικά μας, σαν να μην ήταν αρκετός ο ΔΟΕ.

Είχε όμως περάσει πια η εποχή του ’97. Η φάρα του Γκλίξμπουργκ ήταν τότε μακριά από την Ελλάδα. Στην πατρίδα μας είχε πια αναπτυχθεί ένα πολυάριθμο προλεταριάτο, αρκετά ώριμο πολιτικά, που συγκλόνιζε την περίοδο εκείνη με τις απεργίες και τις διαδηλώσεις του το αστοτσιφλικάδικο οικοδόμημα. Το ΚΚΕ, ξεπερνώντας την κρίση του, πλούσιο πια σε πείρα και μονολιθικό ιδεολογικά, άρχιζε να αναδείχνεται αρχηγός των εργαζομένων της πόλης και του χωριού. Γι αυτό μια απόπειρα της κυβέρνησης για την επιβολή καινούργιου βαρύτερου ελέγχου ήταν όχι μόνο καταδικασμένη, αλλά θα απειλούσε ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα των αστοτσιφλικάδων.

Μπροστά σ΄αυτή την απελπιστική κατάσταση ξεκινάει ο ίδιος ο Βενιζέλος και πηγαίνει στη Γενεύη. Κάνει μια δραματική έκκληση στο συμβούλιο της ΚΤΕ, αλλ΄αυτό περιορίζεται μόνο να λάβει σε υπό σημείωσιν τη γνώμη της δημοσιονομικής επιτροπής και παραπέμπει πάλι την ελληνική κυβέρνηση στους ομολογιούχους. Για καινούργιο δάνειο ούτε συζήτηση δεν μπορούσε να γίνει. Εν τω μεταξύ η κατάσταση τραβάει όλο και στο χειρότερο. Στις 25 του Μάρτη γίνεται μια μεγάλη σύσκεψη υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας και με σκοπό να μελετηθεί η οικονομική κατάσταση και τα μέτρα που πρέπει να παρθούν. Ανάμεσα στους συσκεπτόμενους βρίσκονται πολλοί υπεύθυνοι για το κατάντημα του τόπου. Οι καταχρήσεις, η κερδοσκοπία και οι ρεμούλες γίνονται το πιο συνηθισμένο φαινόμενο. Η διαφθορά κι η ηθική εξαχρείωση της κυβερνητικής κλίκας φτάνει στο κατακόρυφο. Νόθεψαν ακόμα και το κινίνο, πράξη αρκετά χαρακτηριστική για τη σαπίλα που βασίλευε ανάμεσα στην παράταξη που κυβερνούσε τη χώρα.

Β’. Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ

Επόμενο ήταν κάτω απ΄αυτές τις συνθήκες να μεγαλώνει η απόγνωση κι η αγανάκτηση του λαού. Ο κόσμος άρχισε να κάνει γιουρούσι στους φούρνους. Οι πορείες πείνας πλήθαιναν καθημερινά. Ο Βενιζέλος έπρεπε να διαλέξει. Ή τα τοκομερίδια ή το ψωμί του λαού. Τελικά πήρε την απόφαση, αφού πρώτα ειδοποίησε το ΔΟΕ, ν΄αναστείλει τα χρεολύσια των εξωτερικών δανείων και να πληρώσει τα τοκομερίδια σε δραχμές. Μα κι οι δραχμές δεν ήταν εύκολο να οικονομηθούν. Οι κρατικές εισπράξεις το 1929-30 έφτασαν τα 9.242 εκατομμύρια. Το 1932-33, παρόλες τις καινούργιες φορολογίες, θα ΄φταναν σε 7.779 εκατομμύρια. Με την υποτίμηση της δραχμής οι ομολογιούχοι θα ΄παιρναν κάπου 6.000 εκατομμύρια. Για να σώσει την «πίστη» της χώρας, η κυβέρνηση επέβαλε, κάτω από τόσο τραγικές συνθήκες, καινούργιες φορολογίες 740 εκατομμυρίων, χωρίς να σωθεί μ΄αυτά η κατάσταση.

Και τότε- 16.4.1932 – ο Μαρής έστειλε ένα γράμμα στο ΔΟΕ και του δήλωνε ότι η κυβέρνηση ήταν αναγκασμένη να κηρύξει από την 1η του Μάη προσωρινό χρεοστάσιο και για τους τόκους. Έτσι, ήρθε η καινούργια χρεοκοπία. Η κυβέρνηση, όμως, που δεν μπορούσε να ανεχτεί το στίγμα, έδωσε εντολή στους αντιπροσώπους της στο Λονδίνο και το Παρίσι να ‘ρθουν σ΄επαφή με τους ομολογιούχους για να ρυθμίσουν το ζήτημα. Ο Μιχαλακόπουλος, υπουργός των Εξωτερικών, δήλωσε στη δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ ότι θα δεχόταν πρόθυμα να ‘ρθουν «αμερόληπτοι» διαιτητές και να ελέγξουν ίσαμε ποιό βαθμό μπορούμε να πληρώσουμε τα τοκομερίδια, «αφού προαφαιρεθούν τα απαιτούμενα για το primum vivere του ελληνικού λαού». Την ίδια θέση έπαιρνε κι ο Παπαναστασίου. Όλοι ήταν πρόθυμοι να καταδικάσουν το λαό να ζει μ΄ένα ξεροκόμματο, για να πληρωθούν οι ομολογιούχοι. Αυτοί όμως ήταν ανένδοτοι και τα ζητούσαν όλα ή τίποτε.

Αυτή την εποχή, ο Μαρής υποχρεώθηκε να φύγει από το υπουργείο των Οικονομικών σχεδόν με τη βία. (Είχε μπει μέσα, καθώς λένε, ξυπόλυτος και βγήκε με καντάρια χρυσάφι). Η Εθνοτράπεζα στις κρίσιμες εκείνες για τα συμφέροντά της στιγμές έβαλε απόλυτα δικό της υπουργό, τον Βαρβαρέσο, που προκαλεί αμέσως την άρση της σταθεροποίησης, σχεδόν τυπική γιατί την είχε από καιρό προκαλέσει η μαύρη αγορά του συναλλάγματος. Έτσι, επιβάλλεται πάλι η αναγκαστική κυκλοφορία. Στην έκθεσή του πάνω στον προϋπολογισμό του 1932-33, ο Βαρβαρέσος θέλησε να δικαιολογήσει τη χρεοκοπία. Τα ελλείμματα, είπε, δεν μπορούμε πια να τ΄αποφύγουμε με φορολογίες. Με περικοπές των εξόδων – σε βάρος κυρίως των μισθωτών – μόνο 480 εκατομμύρια οικονομήσαμε. Γι΄αυτό είναι αναπόφευκτο να καταφύγουμε στην ελάττωση των ποσών που διαθέτουμε για την υπηρεσία του δημόσιου χρέους, επειδή μας απορροφούν τα 55% του προϋπολογισμού και μάλιστα σε συνάλλαγμα. Γι΄ αυτό η κυβέρνηση βρέθηκε «εις την αναπόδραστον ανάγκην» να δώσει την άδεια στον υπουργό των Οικονομικών να αναστείλει τα χρεολύσια των εξωτερικών δανείων και τον τόκο «εν όλω ή εν μέρει». Σκόπευαν οπωσδήποτε να πληρώσουν ένα μέρος από τους τόκους. Στον προϋπολογισμό όμως δεν έγραφαν ακριβώς το ποσό, ελπίζοντας να το μεγαλώσουν οπωσδήποτε με τους φόρους. Έτσι αύξησαν κατά 25% τη φορολογία στα εισαγόμενα εμπορεύματα κι ενώ η κατάσταση ήταν κάτι παραπάνω από τραγική, οι Έλληνες πολιτικοί βρίσκονταν σ΄αδιάκοπη κίνηση και συγκίνηση και τους απασχολούσε αποκλειστικά το ζήτημα της πληρωμής των ομολογιούχων. Παντού είχαν φουντώσει οι σχετικές συζητήσεις. Ο Μιχαλακόπουλος, ο Παπαναστασίου κι ο Καφαντάρης υποστήριζαν να τους πληρώσουμε με τα καπνά μας. Οικονομολόγοι, πολιτικάντες, τραπεζίτες, όλοι έγραφαν και υπόδειχναν κάποιον τρόπο πληρωμής και κανένας δεν υποστήριξε να μην πληρώσουμε τίποτα.

Η οικονομική κρίση άρχισε να εξελίσσεται και σε πολιτική και οικονομική χρεοκοπία, να μεταβάλλεται σε γενική χρεοκοπία του αστοτσιφλικάδικου κόσμου. Ο Βενιζέλος, αντιμετωπίζοντας την πολιτική του χρεοκοπία και τη λαϊκή κατακραυγή, επιχείρησε μια πολιτική μανούβρα. Παραιτήθηκε κι ανέβηκε πρωθυπουργός ο Παπαναστασίου. Σε τέτοιες όμως στιγμές κι η δημαγωγία μπορεί να καταντήσει επικίνδυνη για την κυρίαρχη τάξη. Γι αυτό κι ο αρχηγός των Εργατοαγροτικών διώχτηκε μέσα σε μια βδομάδα κι ανέβηκε πάλι στην κυβέρνηση ο Βενιζέλος, με υπουργό των Οικονομικών τον Βαρβαρέσο. Στις 10 Αυγούστου ψηφίστηκε ο νόμος της δραχμοποίησης. Η άρση της σταθεροποίησης κι η δραχμοποίηση έδιναν το δικαίωμα στις τράπεζες να ληστέψουν άλλη μια φορά τον κόσμο. Η Κτηματική Τράπεζα-θυγατέρα του Χάμπρο και της Εθνικής – έκανε τους μικροϊδιοκτήτες να βρεθούν από τη μια μέρα στην άλλη με διπλάσιο περίπου χρέος.

Γ’. ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΕΙΣ

Συγχρόνως άρχισαν πάλι, οι συνεννοήσεις με τους ξένους ομολογιούχους. Ο Βαρβαρέσος έφυγε για την Ευρώπη κι υστέρα από μακριές διαπραγματεύσεις, συμφώνησαν το Σεπτέμβρη του 1932 να πληρω­θούν 30% των τόκων για το 1932-33, κι αν βελτιωνόταν αργότερα ή κατάσταση, να πάρουν 35%. Από το Δεκέμβρη όμως του ίδιου χρό­νου, η τότε κυβέρνηση άρχισε να παρακαλεί με υπόμνημα της τους ξένους να μην κρατήσουν το παραπάνω ποσοστό, γιατί ή κατάσταση είχε επιδεινωθεί. Οι ομολογιούχοι έκαναν πώς υποχωρούν, αλλά ο ΔΟΕ, βάσει της συμφωνίας, είχε κατακρατήσει σε δραχμές -από τις υπέγγυες προσόδους- ολόκληρο το 35% και αρνήθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα τη διαφορά του 5% ! Επίσης, ο ΔΟΕ υπολόγισε το πο­σοστό σε χρυσές κι όχι σε χάρτινες λίρες, κερδίζοντας έτσι σημαν­τική διαφορά σε βάρος της Ελλάδας. Η κυβέρνηση κατάφυγε σε διαιτητή, αλλά η απόφαση του δεν βγήκε ακόμα. Κοντά σ’ αυτά, ή εγγλέζικη κυβέρνηση μας υποχρέωσε να υπογράψουμε μια συμφω­νία με το αγγλικό θησαυροφυλάκιο, σύμφωνα με την οποία αναλαβαίναμε να πληρώσουμε 3.767.548 φράγκα, πού το μοιράστηκαν ή Αγγλία κι ή Γαλλία σαν αποζημίωση για τα ποσά πού είχαν ξοδέ­ψει όταν εγγυήθηκαν το δάνειο του 1898. Τότε ακριβώς κι οι ομο­λογιούχοι μετάνιωσαν πού δέχτηκαν το 30% και δεν τα ‘παιρναν ζη­τώντας περισσότερα. Και ξαναρχίζουν πάλι συνεννοήσεις ατελείω­τες και καταθλιπτικές για τη χώρα. Όλοι σχεδόν οι αστοί οικονο­μολόγοι προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι μια ανοιχτή χρεοκο­πία θα κατάστρεφε την πίστη και τα οικονομικά της Ελλάδας. Όχι όμως μία αλλά εκατό φορές να λέγαμε στους ομολογιούχους ότι δεν έχουμε να τους πληρώσουμε, πάλι δεν θα παθαίναμε την οικονομική, εθνική και ηθική ζημιά πού πάθαμε με τις ατέλειωτες κι εξευτε­λιστικές για την αξιοπρέπεια της χώρας μας συζητήσεις.

Εν τω μεταξύ, το Σεπτέμβρη του 1932 έγιναν εκλογές και στις 4 Νοέμβρη ανάλαβε πρωθυπουργός ο Τσαλδάρης, με υφυπουργό των Οικονομικών τον Μ. Ευλάμπιο. Το Δεκέμβρη έγινε υπουργός των Οικονομικών ο Κ. Αγγελόπουλος. Η οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση δεν είχε βελτιωθεί καθόλου. Η κερδοσκοπία οργίαζε κι ο τιμάριθμος από 15 πού ήταν το 1931 ανέβηκε στα 20 το ’32. Αυτή, λοιπόν, την περίοδο ο Αγγελόπουλος αποτέλεσε μια μεγάλη εξαίρεση, ανάμεσα στους φαυλοκράτες πολιτικούς. Και παλιά τα είχε βάλει, με το ΔΟΕ και στην Κτηματική Τράπεζα κήρυξε τον πόλεμο κι αργότερα στην τεταρτοαυγουστιανή δικτατορία ήταν ο πρώτος αστός πολιτικός που εξορίστηκε από τον Μεταξά. Μόλις ανάλαβε το υπουρ­γείο δήλωσε αμέσως ορθά-κοφτά και μ’ επιμονή ότι δεν πρέπει να πληρώσουμε όχι 30% αλλά ούτε πεντάρα στους ξένους και ντόπιους ομολογιούχους. Σε λίγες μέρες ο Αγγελόπουλος διώχτηκε από το υ­πουργείο, ασφαλώς με την επέμβαση «εξωελληνικών» παραγόντων.

Τον αντικατέστησε ο τραπεζίτης Σπύρος Λοβέρδος και στις ε­φτά μέρες πού ‘κανε υπουργός, πρόλαβε να πληρώσει αμέσως το 30% στους ομολογιούχους και να μαδήσει τη χώρα από το αναιμικό της συναλλαγματικό απόθεμα. Στις 16 του Γενάρη έπεσε ο Τσαλ­δάρης κι ήρθε ο Βενιζέλος με υπουργό των Οικονομικών τον Καφαντάρη. Ο αρχηγός όμως των Προοδευτικών δεν πρόλαβε να εξ­αγγείλει το καινούργιο πρόγραμμα του, γιατί στις εκλογές της 5ης του Μάρτη ξαναπήρε την εξουσία ο Τσαλδάρης, με υπουργό των Οικονομικών τον Λοβέρδο. Οι Λαϊκοί μόλις ανέβηκαν στην κυβέρ­νηση κάλεσαν τους ομολογιούχους να κάνουν αυτοψία στη χώρα μας για να αντιληφθούν την οικονομική της κατάσταση. Αυτοί όμως υπόδειξαν σαν αρμόδια την ΚΤΕ και η κυβέρνηση άρχισε τότε να παρακαλεί την Κοινωνία των Εθνών να ‘ρθει μια δημοσιονομική επιτροπή. Τότε ο Καφαντάρης σε μια αγόρευση του για τον προϋ­πολογισμό του ’33-’34 επιτέθηκε στην κυβέρνηση για την πρόσκλη­ση δημοσιονομικής επιτροπής κι εξήγησε ότι την επέμβαση της ΚΤΕ δεν την ήθελε όχι από έλλειψη ευλάβειας στο θεσμό, αλλά γιατί «εξ επισήμων ανακοινώσεων και άλλων σχετικών στοιχείων είχε πεισθεί ότι ή ΚΤΕ δεν επείχε θέσιν τρίτου εις την υπόθεσιν των χρεών, άλλ’ είχαν άμεσον και απροκάλυπτον είς αυτήν ενδιαφέρον στρεφόμενον υπέρ των ομολογιούχων». Πρότεινε δε να ‘ρθει ή κυ­βέρνηση σε απευθείας συνεννόηση με τους ομολογιούχους και να τους πληρώσουμε με τα προϊόντα μας.

Τελικά, ή επιτροπή της ΚΤΕ ήρθε το Μάη και μετά τις έρευνές της έκανε σχετική έκθεση, στην όποια λέει ότι για να πληρώσει ή Ελλάδα πρέπει ν’ αναπτύξει τις εξαγωγές και τα εμβάσματα και να ελαττώσει τις εισαγωγές της! Τον Ιούνη του 1933 συνήλθε στο Λον­δίνο η δημοσιονομική επιτροπή για να εξετάσει την έκθεση και ν’ ακούσει τον Λοβέρδο και τον Μάξιμο πού είχαν πάει κι αυτοί στο Λονδίνο για να υπερασπίσουν τα συμφέροντα της Ελλάδας και να πετύχουν μια συνεννόηση με τους ομολογιούχους. Αυτοί όμως αρνή­θηκαν να συζητήσουν με τους Έλληνες αντιπροσώπους, ζητώντας 271/2% για το 1933-34 και 371/2% για τον άλλο χρόνο, ενώ η ελληνική κυβέρνηση πρόσφερε 221/2% και 271/2% (η διαφορά ήταν 600 εκα­τομμύρια δραχμές). Η πρόταση να λύσει τη διαφορά ένας διαιτη­τής, απορρίφτηκε χωρίς συζήτηση και περιφρονητικά από τους ομολογιούχους. Τότε οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν και πάλι.

Στον Λοβέρδο και τον Μάξιμο η δημοσιονομική επιτροπή «σύ­στησε» να βάλουν καινούργιους φόρους για να πληρώσουν τους ξέ­νους. Οι δυο υπουργοί αποχαιρέτησαν την επιτροπή με την υπόσχεση ότι θα εξασφαλίσουν τους τόκους των ομολογιούχων και μάλιστα ανάφεραν στην επιτροπή τι είδους και πόσους φόρους θα βάλουν στο λαό, για να το πετύχουν. Κι έτσι γύρισαν πίσω στην Ελλάδα αποφασισμένοι να εξευμενίσουν με κάθε μέσο τους κατόχους ομολο­γιών και τέτοιοι κάτοχοι -εν παρενθέσει- ήταν κι ο Λοβέρδος κι ο Μάξιμος.

«Ίσως επί του σημείου τούτου η στάσις της Ελλάδος θα έπρε­πε να ήτο περισσότερον αποφασιστική…», γράφει ο Άγγελος Αγ­γελόπουλος, γιατί τον ίδιο καιρό οι Τούρκοι κι οι Γερμανοί αρνή­θηκαν κάθε πληρωμή και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν διαμαρ­τυρήθηκαν καθόλου.

Δ’. Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Η καινούργια επαφή έγινε το Σεπτέμβρη του ’33 κι οι διαπραγμα­τεύσεις τράβηξαν πολύ καιρό. Αύτη ήταν ή κλασική τους μέθοδος. Κερδοσκοπούσαν στην αγορά μ’ αυτό τον τρόπο και συγχρόνως μας εκβιάζανε τελικά να υποχωρήσουμε, γιατί αυτή ή εκκρεμότητα των συνεννοήσεων νέκρωνε την οικονομική ζωή της χώρας. Έτσι επαναλαμβάνεται η ιστορία του ’97. Πάλι η πατρίδα μας βρίσκεται σε αγωνία περιμένοντας την απόφαση των εκμεταλλευτών της. Τότε η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ, για να επηρεάσει τις συζητή­σεις προς όφελος των ομολογιούχων και να εκβιάσει έτσι τη λύση δίνοντας ένα γερό όπλο στους τοκογλύφους και μια εύκολη δικαιο­λογία στον Λοβέρδο, δημοσίεψε μια έκθεση, με την οποία διαπιστώνει βελτίωση στη δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδας. Με παρόμοιες πιέσεις, εκβιασμούς και παρασκηνιακές ενέργειες υπο­γράφτηκε, τέλος, το Νοέμβρη, μια συμφωνία για δυο χρόνια. Τα χρεολύσια αναστέλλονταν για δυο χρόνια κι από τους τόκους θα πλη­ρώναμε 271/2% το 1933-34 και 33% το 1934-35. 0ι τόκοι μόνο του δα­νείου του 1898 θα πληρώνονταν στο ακέραιο. Η πληρωμή θα γινόταν με συνάλλαγμα του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης κι η ελληνική κυβέρνηση θα ‘γραφε στον προϋπολογισμό της το σύνολο των τόκων, που θα το ξαναδανειζόταν τάχα από το ΔΟΕ, καταθέτοντας του ίσο ποσό άτοκα γραμμάτια σε δραχμές. Ο Λοβέρδος, για να συγκεν­τρώσει το ποσοστό πού συμφώνησε, έβαλε σ’ ενέργεια δεκάδες και­νούργια φορολογικά νομοσχέδια, όλα σε βάρος του λαού, ενώ ο ίδιος, όπως ξεσκεπάστηκε τότε στις εφημερίδες, είχε επιχειρήσει να δια­φύγει με διάφορους αθέμιτους τρόπους τη φορολογία.

Η συμφωνία πρόβλεπε καινούργιες διαπραγματεύσεις στις αρ­χές του 1935 για τα επόμενα χρόνια. Γι’ αυτό και το Φλεβάρη πήγε στο Λονδίνο ο Πεσμαζόγλου, καινούργιο οικονομολογικό αστέρι της πλουτοκρατικής κλίκας. Πρόεδρος τότε του συμβουλίου των ομολογιούχων ήταν ο σερ ΄Οστεν Τσάμπερλεν, αδερφός του κατόπιν πρωθυπουργού Νέβιλ Τσάμπερλεν. Η πολιτική των δυο αδελφών είναι μια ατέλειωτη αλυσίδα από εξευτελισμούς και προδοσίες μικρών και μεγάλων λαών. Στο πρόσωπο τους, το εγγλέζικο χρη­ματιστικό κεφάλαιο είχε αποκτήσει τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του για μια ολόκληρη εποχή. Μόλις άρχισαν οι συν­ομιλίες, οι ομολογιούχοι ζήτησαν 50%. Ο Πεσμαζόγλου πρόσφερε 35%. Αυτοί, αρνήθηκαν κι έτσι οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν. Η ελληνική κυβέρνηση -κάτω από τη λαϊκή πίεση- δήλωσε τότε στους ομολογιούχους ότι θα τους πλήρωνε τα τοκομερίδια τους πού έληγαν την 1η του Απρίλη, με ποσοστό 35%. Ο ΔΟΕ διαμαρτυρή­θηκε αμέσως γιατί έτσι ή κυβέρνηση παραβίαζε το νόμο του 1898 και, καθώς τις είχε στο χέρι, κατακράτησε όλες τις υπέγγυες προσ­όδους υπολογίζοντας τόκους και χρεολύσια για όλα τα δάνεια πού ήταν κάτω από τον έλεγχο του. Συγχρόνως με τη διαμαρτυρία και το πραξικόπημα του ΔΟΕ, άρχισαν αλλεπάλληλα διπλωματικά δια­βήματα από τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις, ενώ το συμβούλιο των ομολογιούχων στο Λονδίνο λυσσασμένο σύσταινε στα μέλη του να μη δεχτούν να εισπράξουν το 35%. Έπεσαν όλοι πάνω στη φτωχή μας χώρα να την πνίξουν. Παρ΄ όλα αυτά, όμως, το 52% των ομολογιούχων έτρεξαν να εισπράξουν το 35% και για τα υπόλοιπα έχει ο θεός. Και πράγματι ο θεός των τοκογλύφων, ενσαρκωμένος στο πρόσωπο του Γκλίξμπουργκ, τους βοήθησε.

Ε. ΈΡΧΕΤΑΙ Ο ΓΚΛΙΞΜΠΟΥΡΓΚ

Σ΄όλο αυτό το διάστημα, άλλες κύριες ασχολίες του Λαϊκού Κόμματος ήταν οι επιστημονικές καλπονοθεύσεις και η συστηματική ρουσφετολογία. Πάνω στο δημόσιο ταμείο είχαν ριχτεί μ΄άγριες διαθέσεις οι φίλοι του κόμματος, που τόσα χρόνια είχαν μείνει μακριά από την εξουσία. Ο Τσαλδάρης, περισσότερο κατάλληλος για δικολάβος παρά για αρχηγός κόμματος, ξόδευε όλη την, όχι και τόσο πληθωρική, ζωτικότητά του σε επιφυλάξεις, σοφίσματα και σε διάφορου συνδυασμούς που σοφιζόταν για ν’ αντιμετωπίσει, την αντιπολίτευση και τις γκρίνιες των φίλων του πού τρώγονταν σαν τα σκυλιά.

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στα δύο αστοτσιφλκικάδικα μπλοκ οξύνονται και παίρνουν τη μορφή ανοιχτής ένοπλης σύγκρουσης το Μάρτη του ’35. Το «αντιβενιζελικό» κράτος – εφεύρεση του Μεταξά – παρόλη την τρομοκρατία που ξαπόλυσε όταν επιβλήθηκε, δεν κατάφερε να πνίξει το λαϊκό κίνημα. Οι εκλογές του Ιούνη του ’35 φανερώνουν ότι οι λαϊκές μάζες αρχίζουν να χειραφετούνται πια από την επιρροή των πλουτοκρατικών κομμάτων και να προσανατολίζονται προς τ΄αριστερά. Η κατάσταση αυτή αρχίζει να καταντάει αρκετά επικίνδυνη για την ντόπια πλουτοκρατία και πολύ επιζήμια για τους ξένους κεφαλαιούχους, που θα επιθυμούσαν να ασχολιέται ο ελληνικός λαός με τα «ειρηνικά» του έργα και να μην καταγίνεται τόσο πολύ στην πολιτική. Και τότε όλοι οι αντιδραστικοί πλουτοκρατικοί κύκλοι του εσωτερικού και του εξωτερικού, με πρώτη την Εθνοτράπεζα, με τις συμβουλές και την έγκριση του Βενιζέλου, με την ανοχή των ψευτοδημοκρατικών κομμάτων και με τις ευλογίες και τα χειροκροτήματα των ομολογιούχων, άρχισαν να κηρύχνουν την πολιτική της «συμφιλίωσης». Όργανο για την πραγματοποίησή της θα ΄ταν ο δεύτερος Γεώργιος Γκλίξμπουργκ, που τον τάιζε δώδεκα ολόκληρα χρόνια ο Χάμπρο. Φτάνει να ‘ρχόταν ο βασιλιάς για να αγαπηθούν βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί και να ζήσει ο λαός ευτυχισμένος.

Επειδή, όμως, ο λαός με μια μεγαλειώδη συγκέντρωση των αντιφασιστικών δημοκρατικών του δυνάμεων έδειξε την ακλόνητη διάθεσή του να υπερασπίσει τις δημοκρατικές του ελευθερίες, ανάλαβε να κανονίσει τα περαιτέρω αυτοχειροτονηθείς σε αντιβασιλιά Γ. Κονδύλης, με το διαβόητο δημοψήφισμα που οργάνωσε το Νοέμβρη του ’35.

Κι έτσι η Ελλάδα απόχτησε πάλι βασιλιά και σε λίγο και «εθνικό» κυβερνήτη, οι ομολογιούχοι εξασφάλισαν, όπως θα δούμε, το ποσοστό που ζητούσαν και τον ελληνικό λαό ανάλαβε να τον επαναφέρει στα ειρηνικά του έργα ο Μανιαδάκης.

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη «Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα» από τις εκδόσεις «ΑΓΡΑ» (2010)