Τι έζησα και είδα 25 μέρες μέσα στο Δρομοκαΐτειο

Παρακολουθώντας την κοινή γνώμη να έχει σοκαριστεί για τις συνθήκες που ήτανε κρατούμενη η Βίκυ Σταμάτη, είπα να σας πω ποιες είναι οι πραγματικές συνθήκες που έζησα πριν είκοσι χρόνια και που δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα μέχρι σήμερα.

images (88)

Όταν πριν δυο δεκαετίες βρέθηκα ετοιμοθάνατος από την χρόνια χρήση ουσιών στα χέρια της ψυχιάτρου και δημιουργού του 18 ΑΝΩ Κατερίνας Μάτσα (που και το κλειστό εξάμηνο πρόγραμμα του 18 ΑΝΩ είναι στο τέρμα πάνω του οικοπέδου του Δρομοκαιτειου, αλλά εκεί δεν έχεις επαφές με τουs ψυχικά ασθενείς)
Επειδή ήτανε πολύ κρίσιμη η κατάσταση μου δεν υπήρχε χρόνος, έκανε μια παρατυπία για να αντιμετωπίσουμε πρώτα την σωματική εξάρτηση και το στερητικό σύνδρομο πριν περάσουμε στο κυρίως μέρος της απεξάρτησης που το τέλειωσα στην συνέχεια (ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία, δραματοθεραπεία) και με έβαλε σε ένα από τα κάτω περίπτερα (έτσι λέγονται τα κτίρια εκεί) με τους ψυχικά ασθενείς γιατί έπρεπε να δέχομαι σκληρές δυνατές φαρμακευτικές αγωγές και ταυτόχρονα να μπορεί να με παρακολουθεί και η ίδια, γιατί παιζότανε εάν θα την έβγαζα, ήμουνα στα τελευταία μου.
Μετά τις πρώτες δύσκολες 3-4 μέρες άρχισα να παίρνω τα πάνω μου και να κυκλοφορώ στους διαδρόμους, στους κήπους, στα κυλικεία, να γνωρίζω ψυχικά ασθενείς που κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στα ανοιχτά περίπτερα και τους κήπους και ακόμα γνώρισα πολλούς νοσηλευτές που έπιανα μαζί τους την κουβέντα.
Το πρώτο πράγμα που άκουσα από διάφορους νοσηλευτές, που εμένα δεν με αντιμετώπιζαν σαν ψυχικά ασθενή αλλά σαν τοξικό (έτσι μας έλεγαν εμάς του 18 ΑΝΩ), αλλά και από ψυχικά ασθενείς που δεν ήτανε βαριά η κατάσταση τους και κυκλοφορούσαν ελεύθεροι ήτανε ότι: «τις τρελές πάντα τις βιάζεις από πίσω και όχι από μπροστά για να μην τρελαθούν και σου βγάλουν τα μάτια». Έτσι ακριβώς όπως το λέω από τα πρώτα πραγματα που μάθαιναν στους καινούργιους. Σοκαρίστηκα όταν το άκουσα , μου φάνηκε εξωπραγματικό ότι το έλεγαν σαν κάτι πολύ απλό και συνηθισμένο.
Το επόμενο μεγάλο σοκ ήτανε όταν είδα ένα βράδυ στο απέναντι ακριβώς παράθυρο από το δικό μου στο απέναντι κτίριο που ήταν σε απόσταση 30 μέτρων, έναν νοσηλευτή να έχει βάλει στο παράθυρο ένα νεαρό και να τον βιάζει, τα φώτα ανοιχτά στον θάλαμο και κάποιοι νοσηλευτές και ψυχικά ασθενείς να παρακολουθούν και ήτανε κάτι που κάποια στιγμή μετά στο κλειστό πρόγραμμα το είπα στον προσωπικό μου ψυχολόγο-θεραπευτη και κούνησε το κεφάλι του σαν να μου ελεγε τα ξέρουμε, τα καταγγέλλουμε, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο.
Είδα επίσης άρρωστους ψυχικά ανθρώπους δεμένους από τα πόδια στα σιδερένια κρεβάτια τους, που εκεί έκαναν πάνω τους τι ανάγκες τους και οι νοσηλευτές (ντρέπομαι που τους λέω νοσηλευτές αλλά δυστυχώς ήταν) μια φορά κάθε 3-4 μέρες τους έπλεναν όπως ήτανε στο κρεβάτι δεμένοι με λάστιχο με μεγάλη πίεση νερού.
Κάτι άλλο που θα μου μείνει αξέχαστο ήτανε το οδοντιατρείο και αυτό το έζησα μετά που ήμουν στο 18 ΑΝΩ, αλλά όταν χρειαζόμασταν γιατρούς αναγκαστικά μας πήγαιναν στους γιατρούς που πήγαιναν και οι ψυχικά ασθενείς. Φοβερά πράγματα εκεί, δόντι πονάει, δόντι βγάζει (για αυτό είναι όλοι και χωρίς δόντια εκεί, επειδή από τα χάπια εύκολα χαλάνε αλλά οι εκεί οδοντίατροι δεν τους τα θεραπεύουν βαριούνται, τους τα βγάζουν με την μια), είδα ανθρώπους να ουρλιάζουν, είδα να πετάγονται τα αίματα στους τοίχους, θυμάμαι γύρισα πίσω με τα παιδιά του 18 που τα είδαμε αυτά όταν ζητήσαμε οδοντίατρο και έγινε μεγάλο θέμα στο 18 ΑΝΩ και η Κατερίνα η Μάτσα και όλη η θεραπευτική ομάδα, έψαχναν λύσεις, να μην πάμε ποτέ ξανά εκεί, αλλά να βγαίνουμε κάπου έξω όταν χρειαζόμαστε οδοντίατρο.
Είδα και άλλα πολλά φριχτά πράγματα, άθλιες συνθήκες, για το φαγητό μην το συζητήσουμε καθόλου καλύτερα.
Είκοσι χρόνια μετά και μαθαίνω ακόμα από φίλους πλέον ψυχιάτρους και ψυχολόγους που εργάζονται εκεί, ότι ακόμα είναι πολύ άσχημες οι συνθήκες.
Αυτές είναι οι πραγματικές συνθήκες σε αυτό το κολαστήριο, αυτή ήτανε η πραγματική Ελλάδα πίσω από τα λούσα και τα χαϊλίκια παρά τα τόσα πολλά χρήματα που πέρασαν από την χώρα μας. Αυτοί είμαστε. Απολίτιστοι και απάνθρωποι, το μόνο που μας ένοιαζε και γίναμε τότε όλοι μια γροθιά ήτανε να κάνουμε το πιο ακριβό και καλύτερο πάρτυ (Ολυμπιάδα), από έξω εμφάνιση, μούρη και χαϊλίκια, την στιγμή που τα ψυχιατρεία μας, οι φυλακές μας, τα κέντρα απεξάρτησης, δείχνουν ποιος είναι ο πραγματικός πολιτισμός μας και οι πραγματικές ευαισθησίες μας.

Κλόουν

Ξεχασμένοι στα Ψυχιατρεία της Ελλάδας

«Εδώ στην κοιλιά πονάω…», λέει σηκώνοντας αργά τη λευκή κοντομάνικη φανέλα για να υποδείξει το σημείο. Τα χέρια του «χορεύουν» σε έναν ακατάσχετο ρυθμό -μια νεαρή νοσοκόμα σπεύδει κοντά του προσπαθώντας να τα κρατήσει σταθερά. «Ηρέμησε, που πονάς; Δείξε μου». Η φωνή της είναι καθησυχαστική -ο «μητρικός» τρόπος που τον αγκαλιάζει μαρτυρά ότι οι δυο τους γνωρίζονται καιρό. «Εδώ…» ψελλίζει φοβισμένος, ενώ το βλέμμα του, απλανές και ευάλωτο, «διασχίζει» το χώρο του νοσοκομείου.
Ο Μ. ζει στο Μποδοσάκειο ίδρυμα μια ολόκληρη ζωή -ξεχασμένος για δεκαετίες από συγγενείς και φίλους. Σήμερα, στην τρίτη ηλικία πια, έχει συνδέσει κάθε πτυχή της καθημερινότητάς του με το άσυλο. Όπως εκατοντάδες ψυχικά ασθενείς στην Ελλάδα.
Μέχρι και τα μέσα του 20 ου αιώνα οι φορείς υγείας, παγκοσμίως, θεωρούσαν την κοινωνία ένα απειλητικό και βίαιο περιβάλλον για τους ανθρώπους με ψυχικές διαταραχές -το άσυλο αντιθέτως ήταν ένας χώρος που σεβόταν την ετερότητα του ατόμου. Με την πάροδο του χρόνου τα ψυχιατρικά ιδρύματα ανέπτυξαν τις δικές τους, εξόχως σκληρές, «διαταραχές». Σύντομα ο αποκλεισμός των ασθενών από την κοινωνία, οι διαρκείς διαχωρισμοί και η απάνθρωπη μεταχείριση συνέθεσαν ένα εκρηκτικό παζλ που ξεσήκωσε ποικίλες αντιδράσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να αναπτυχθεί τη δεκαετία του ’50 ένα νέο ψυχιατρικό κίνημα, το οποίο αναφέρθηκε ανοιχτά στην ανάγκη «αποασυλοποίησης» των ψυχικά πασχόντων, θέτοντας ως κυρίαρχο στόχο την παροχή της ψυχιατρικής φροντίδας εντός της κοινότητας.
Το Σεπτέμβριο του 1989 ο βρετανικός Τύπος αποκαλύπτει τις άθλιες συνθήκες στέγασης και μεταχείρισης στη μία από τις δύο μονάδες οξέων περιστατικών που διαθέτει η Λέρος.
Στην Ελλάδα μέχρι και το 1983 οι ανάγκες της ψυχικής υγείας καλύπτονταν από εννιά δημόσια ψυχιατρεία και 40 ψυχιατρικά νοσοκομεία ιδιωτών, όλα ανεπαρκώς εξοπλισμένα και με ανειδίκευτο προσωπικό. Δυο χρόνια μετά την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ, φθάνει για πρώτη φορά στη Λέρο, με οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια ομάδα ειδικών της ψυχικής υγείας με επικεφαλής τον καθηγητή Ιβόρ Μπράουν για να αξιολογήσει το άσυλο στο νησί. Από την πρώτη κιόλας στιγμή διαπιστώνεται ότι δεν επιτελείται καμία θεραπευτική αγωγή στους ασθενείς. Οι τρόφιμοι μόλις και μετά βίας εκπληρώνουν ακόμα και τις βασικές βιολογικές τους ανάγκες. Η επιστημονική ομάδα, έκπληκτη από τις απάνθρωπες συνθήκες που συναντά, ζητά από την ελληνική κυβέρνηση την άμεση εξυγίανση του ιδρύματος και τη μεταφορά των τροφίμων στους τόπους καταγωγής τους και σε δομές στην κοινότητα. Την ίδια χρονιά το 1983 ξεκινούν στην Ελλάδα οι πρώτες προσπάθειες αναμόρφωσης του ψυχιατρικού συστήματος με την ψήφιση του Νόμου 1397/83, άρθρο 21, ο οποίος αναφέρεται στην παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας από δύο σύγχρονες κοινοτικές μονάδες:
Το Κέντρο Ψυχικής Υγείας και το Ψυχιατρικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου. Στόχος είναι να μεταφερθεί η φροντίδα των ψυχικά ασθενών εντός της κοινότητας. Το συγκεκριμένο άρθρο ουσιατικά αποτελεί την «αφετηρία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα», ενώ σε συνδυασμό με τον κανονισμό της ΕΟΚ 815/84 έδωσε την ευκαιρία στη χώρα να υποστηριχθεί οικονομικά με 120 εκ. ECU, για το μετασχηματισμό των ψυχιατρικών υπηρεσιών.
Βέβαια τα αποτελέσματα της εφαρμογής του πρώτου μεταρρυθμιστικού προγράμματος δεν ήταν τα αναμένομενα. Παρότι ο ασυλιακός πληθυσμός της Λέρου μειώνεται από 1509 ασθενείς το ’84, σε 1350 το ’87 (κυρίως λόγω θανάτων), η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, η γραφειοκρατία και η απραξία των συστημάτων υγείας συνθέτουν μια σειρά από ανυπέρβλητα εμπόδια για ουσιαστική αλλαγή. Την ίδια στιγμή, το «στίγμα» της ασθένειας οδηγεί την κοινωνία και τους τοπικούς φορείς να αντισταθούν στην εδραίωση νέων μονάδων ψυχικής υγείας στις κοινότητές τους.
Το Σεπτέμβριο του 1989 ο βρετανικός Τύπος αποκαλύπτει τις άθλιες συνθήκες στέγασης και μεταχείρισης στη μία από τις δύο μονάδες οξέων περιστατικών που διαθέτει η Λέρος. Είναι χαρακτηριστικό το ρεπορτάζ του BBC αλλά και το πρωτοσέλιδο του «Observer»: «Το ένοχο μυστικό της Ευρώπης» γράφει ο τίτλος με πηχιαία γράμματα, ενώ μια φωτογραφία γυμνών ασθενών συμπληρώνει την εικόνα ντροπής. Η ευρωπαϊκή κοινότητα απαιτεί να επέμβει άμεσα η ελληνική πολιτεία, απειλώντας την με διακοπή της μεταρρυθμιστικής χρηματοδότησης αν δεν αλλάξει κάτι. Το ’89 δημιουργείται ένα νέο λεπτομερές πρόγραμμα για το ψυχιατρικό ίδρυμα της Λέρου υπό την καθοδήγηση μιας ειδικής ευρωπαϊκής επιτροπής, ενώ το ’91, λόγω καθυστέρησης της εφαρμογής του, το ευρωπαϊκό συμβούλιο επανέρχεται με αναμορφωμένη διάταξη (4130/88) δίνοντας μια δεύτερη ευκαιρία στην Ελλάδα. Το πρόγραμμα του ’91 έχει διακριτούς στόχους και αυστηρό χρονοδιάγραμμα, ενώ η ολοκλήρωσή του το ’95 φέρνει κάποια πρώτα αποτελέσματα, καθώς στο τέλος του έτους λειτουργούν νέοι χώροι ψυχιατρικής φροντίδας όπως ξενώνες, οικοτροφεία, κοινοτικά κέντρα ψυχικής υγείας, ψυχιατρικά τμήματα σε γενικά νοσοκομεία και επαγγελματικά εργαστήρια. Βέβαια ακόμα και το πιο επιτυχημένο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, έως τότε, δεν καταφέρνει να εκπληρώσει βασικούς στρατηγικούς στόχους, με αποτέλεσμα 19 νομοί της χώρας να μην έχουν εύκολη πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
«Ας μην χρησιμοποιούμε τον ορό αυτό, είναι ατυχής η έκφραση. Πολλές φορές ακόμα και η χρήση των λέξεων στιγματίζει την ψυχική υγεία. Αυτό που αποκαλούμε «ίδρυμα», άθελα μας αναπαράγει την ασυλιακή νοοτροπία».
Λίγο πριν από την αυγή της νέας χιλιετίας, η ψήφιση του νόμου 2716/99 για την «ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών ψυχικής υγείας», βάση ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ορίζει το θεσμικό πλαίσιο για την περαιτέρω υλοποίηση της μεταρρύθμισης, δημιουργώντας το φιλόδοξο πολυετές πρόγραμμα «Ψυχαργώς», ένα εθνικό σχέδιο για το μετασχηματισμό του τρόπου παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με μετάθεση του βάρους από την ασυλικού τύπου περίθαλψη στην κοινοτική φροντίδα. Η πρώτη φάση του «Ψυχαργώς», με χρηματοδότηση ύψους 36 εκ. ευρώ από κονδύλια της Ε.Ε (συν 9.4 εκ. από το εθνικό πρόγραμμα Υγεία-Πρόνοια ’94-’99), εφαρμόζεται σε 31 πόλεις σε όλη τη χώρα και εμπεριέχει διαρκείς παρεμβάσεις αποασυλοποίησης ασθενών από τα ψυχιατρικά νοσοκομεία. Ολοκληρώνεται το 2001 με τη δημιουργία οικοτροφείων, εξωνοσοκομειακών μονάδων στέγασης, αλλά και υπηρεσιών επαγγελματικής εκπαίδευσης για τους ασθενείς.
Η δεύτερη φάση του προγράμματος (2002-2009), η οποία χρηματοδοτήθηκε από το Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης με συνολικό προυπολογισμό 218,6 εκ. ευρώ έχει τέσσερις βασικούς άξονες. Την αποασυλοποίηση και κοινωνική επανένταξη των ασθενών, την επέκταση των δομών στην κοινότητα, την ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης και τέλος την κατάρτιση του προσωπικού. Στη β’ φάση εντάσσονται και 33 μη κυβερνητικές οργανώσεις. Παρότι αποσπούν ένα σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης, σήμερα λιγότερες από το 1/3 αυτών είναι ενεργές. Εν τω μεταξύ τον Ιανουάριο του 2004 μπαίνουν και τα πρώτα «λουκέτα» σε ψυχιατρικά ιδρύματα -αρχικά στην περιφέρεια.
Η αρχή γίνεται με το κλείσιμο του ασυλικού τμήματος του νοσοκομείου της Πέτρας Ολύμπου, το Φεβρουάριο του 2004, ενώ το πρώτο νοσοκομείο που κλείνει ολοκληρωτικά (εκτός δηλαδή από τα ασυλικά τμήματα διακόπτεται και η λειτουργία των οξέων περιστατικών) είναι το νοσοκομείο Χανίων την 1 η Φεβρουαρίου του 2006. Ακολουθεί το νοσοκομείο της Κέρκυρας και το Παιδοψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής το 2007. Το προσωπικό στα συγκεκριμένα νοσοκομεία μεταφέρεται στην κοινότητα σε μονάδες ψυχικής υγείας, ενώ ένα μέρος του στελεχώνει τους Κοινωνικούς Συνεταιρισμούς Περιορισμένης Ευθύνης (ΚΟΙ.Σ.ΠΕ).
«Ξεκαθαρίζω ότι το ΨΝΑ θα μετασχηματιστεί σίγουρα μέχρι τον Ιούνιο του 2015. Ολοκληρώνεται το πόρισμα του τεχνικού κλιμακίου που έγινε στην Αττική και όλα βαίνουν καλώς».
Σήμερα το πρόγραμμα «Ψυχαργώς» βρίσκεται στην τρίτη φάση του. Ποια πορεία, όμως, διαγράφει στις μέρες μας και γιατί μια ψυχιατρική μεταρρύθμιση η οποία ξεκίνησε με καλές προθέσεις, προκαλεί ολοένα και περισσότερες αντιδράσεις;
Στέκομαι έξω από το Ψυχιατρικό Νοσομοκείο Αττικής -το μεγαλύτερο ίδρυμα ψυχικής υγείας στα Βαλκάνια. Ο διοικητής του Ψ.Ν.Α, Παύλος Θεοδωράκης, με υποδέχεται στο γραφείο του. Είναι ο άνθρωπος που έκλεισε το ψυχιατρικό νοσοκομείο Χανίων και ανέπτυξε στη θέση του υπηρεσίες ψυχικής υγείας στην κοινότητα -πλέον ετοιμάζεται να μετασχηματίσει και το ΨΝΑ (Δαφνί-Δρομοκαΐτειο). Καθώς του αναφέρω τη λέξη «ίδρυμα» στην πρώτη ερώτηση, αντιδρά. «Ας μην χρησιμοποιούμε τον ορό αυτό, είναι ατυχής η έκφραση. Πολλές φορές ακόμα και η χρήση των λέξεων στιγματίζει την ψυχική υγεία.
Αυτό που αποκαλούμε «ίδρυμα», άθελα μας αναπαράγει την ασυλιακή νοοτροπία». Τον ρωτώ αν τελικά θα καταφέρουν τα Γενικά Νοσοκομεία να απορροφήσουν τον κόσμο που εξυπηρετεί το Δαφνί ή το Δρομοκαΐτειο, εφόσον κλείσουν τον Ιούνιο του 2015 όπως ορίζει το «σύμφωνο Λυκουρέντζου-Αντόρ» και αν υπάρχουν χρήματα δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας. «Καταρχήν, ξεκαθαρίζω ότι το ΨΝΑ θα μετασχηματιστεί σίγουρα μέχρι τον Ιούνιο του 2015. Ολοκληρώνεται το πόρισμα του τεχνικού κλιμακίου που έγινε στην Αττική και όλα βαίνουν καλώς. Επισκέφτηκα προσωπικά με το τεχνικό κλιμάκιο που όρισε η υφυπουργός όλα τα γενικά νοσοκομεία.
Όσο για τα χρήματα θα βρεθούν και οι διαδικασίες θα προχωρήσουν βάση του προγράμματος. Φέρνω το παράδειγμα της Κρήτης, όπου πρώτα άνοιξαν τα αντίστοιχα τμήματα στα γενικά νοσοκομεία της περιοχής και μετά έκλεισε το ψυχιατρικό νοσοκομείο στα Χανιά. Αφού μία ολόκληρη υγεινομική περιφέρεια όπως αυτή της Κρήτης μπορεί να καλύψει τα τελευταία οκτώ χρόνια τις ανάγκες των κατοίκων της για υπηρεσίες ψυχικής υγείας χωρίς ψυχιατρείο, γιατί να μην μπορεί και ολόκληρη η Ελλάδα;».
Αναφέρομαι στον αριθμό των ασθενών που φιλοξενούνται σήμερα στο Δαφνί (η επίσκεψή μου πραγματοποιήθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου).
Ο Παύλος Θεοδωράκης λέει: «Η χώρα μας πριν από 15 χρόνια είχε 4.500 χρόνιους ασθενείς στα εννιά ψυχιατρικά νοσοκομεία -σήμερα έχει 280, οι υπόλοιποι 4.220 βρίσκονται σε δομές εκτός. Είναι σε ξενώνες, οικοτροφεία και διαμερίσματα. Ποιος λοιπόν αμφιβάλει για την επιτυχία του εγχειρήματος; Εδώ έχει γίνει με 4.220, δεν θα μπορέσουμε με 280; Όσον αφορά τώρα τον αριθμό των ασθενών στο Δαφνί, έχω δύναμη για 1069, από αυτούς όμως οι 730 είναι σε εξωτερικές δομές. Στην Αγία Παρασκευή, το Παλαιό Φάληρο, τον Ασπρόπυργο, τη Γλυφάδα. Δεν βρίσκονται στο Δαφνί. Μέσα στο ΨΝΑ σήμερα υπάρχουν 92 χρόνιοι, περίπου 200 οξέα περιστατικά και 87 με το άρθρο 69. Αν τους αθροίσεις είναι περίπου 380 ασθενείς».
Ο σχεδιασμός της μεταρρύθμισης κινείται, σύμφωνα με το διοικητή του ΨΝΑ, σε τρεις άξονες. Όπως μου εξηγεί «οι τρεις αυτοί άξονες, αντιστοίχως αφορούν τρεις κατηγορίες ασθενών. Ο πρώτος άξονας -που είναι η αποασυλοποίηση- αναφέρεται στους χρόνιους ασθενείς των ψυχιατρείων, ο δεύτερος -που είναι η ανάπτυξη ψυχιατρικών κλινικών στα γενικά νοσοκομεία- αφορά τη νοσηλεία των οξέων περιστατικών και ο τρίτος, ο οποίος έχει να κάνει με το γενικό πληθυσμό που αντιμετωπίζει κάποια ψυχική διαταραχή, σχετίζεται με την παροχή υποστηρηκτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας μέσα στην κοινότητα.
Αυτό που θέλουμε είναι να συνδέσουμε τους τρεις αυτούς άξονες της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης με τους ασθενείς που βρίσκονται στα ψυχιατρεία. Ουσιαστικά στα ιδρύματα νοσηλεύονται δύο κατηγορίες: Οι χρόνιοι και τα οξέα περιστατικά. Οι χρόνιοι θα αποασυλοποιηθούν με βάση τον πρώτο άξονα, τα δε οξέα περιστατικά θα βγουν από το ψυχιατρείο με βάση το δεύτερο άξονα -τη δημιουργία δηλαδή ψυχιατρικών κλινικών στα γενικά νοσοκομεία.
Εκτός από τις δύο ομάδες ασθενών στα ψυχιατρεία νοσηλεύονται και τα ψυχοιατροδικαστικά υπό το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα. Κι εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα». Του ζητώ να μου εξηγήσει τι εννοεί. «Ουσιαστικά είναι άνθρωποι που έχουν κάνει ποινικά εγκλήματα -δολοφονίες, απόπειρες βιασμούς- όμως είναι ασθενείς. Έπραξαν, δηλαδή, έχοντας το ακαταλόγιστο. Υπάρχει λοιπόν η εξής στρέβλωση: Η χώρα μας είναι από τις ελάχιστες χώρες στην Ευρώπη η οποία δεν έχει αναπτύξει ειδικές υπηρεσίες για αυτούς τους ανθρώπους. Και όταν μιλώ για ειδική υπηρεσία δεν εννοώ να έχει την έννοια της φυλάκισης, αλλά της παροχής ουσιαστικών ειδικών υπηρεσιών.
Αυτή η ομάδα των ασθενών δημιουργεί κενά στην οργάνωση του συστήματος:
Πολλοί νοσηλεύονται μαζί με τα οξέα περιστατικά με αποτέλεσμα να μην λαμβάνουν την ειδική φροντίδα που απαιτείται, ενώ και τα οξέα περιστατικά νοσηλεύονται με ασθενείς που δεν θα έπρεπε. Αυτή η ανορθολογική κλινική διαχείριση των νοσηλευομένων υπό το άρθρο 69 προκαλεί δυσκολίες στην ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Διότι η διαχείριση της αλλαγής απαιτεί παρακολούθηση της μεταβολής συγκεκριμένων δεικτών που δείχνουν την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του συστήματος. Φανταστείτε ότι δεν μπορούμε να βγάλουμε ούτε βασικούς δείκτες, όπως ας πούμε είναι η μέση διάρκεια νοσηλείας ενός ασθενούς.
Η μέση διάρκεια προκύπτει αθροίζοντας το συνολικό αριθμό νοσηλειών κατά έτος διαιρώντας τον με τους ασθενείς που νοσηλεύτηκαν. Όταν όμως στο 1ο Ψυχιατρικό Τμήμα, για παράδειγμα, σε κλινική 25 κλινών για οξέα, έχω 25 ασθενείς από τους οποίους οι 4 είναι με άρθρο 69, πόσα πραγματικά οξέα περιστατικά νοσηλεύεις; Νοσηλεύεις 21 και όχι 25 όπως φαίνεται. Θέλω να πω ότι για να αξιολογήσουμε ουσιαστικά την πορεία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης χρειαζόμαστε καθαρά δεδομένα. Για να μπορούμε να ελέγχουμε που πάμε και όταν χρειάζεται να κάνουμε τις απαραίτητες διορθώσεις».
Στρέφω τη συζήτηση στους εργαζομένους του ΨΝΑ καθότι υπάρχουν ποικίλες και δυναμικές αντιδράσεις για το επερχόμενο «λουκέτο». «Στο Δαφνί εργάζονται 1.500 επαγγελματίες της ψυχικής υγείας και 500 είναι στο Δρομοκαΐτειο. Συνολικά στα τρία μεγάλα ψυχιατρεία της χώρας (μαζί με τη Θεσσαλονίκη) υπάρχουν 2.700 εργαζόμενοι. Ξεκαθαρίζω ότι άπαντες θα απορροφηθούν στις κοινοτικές δομές που δημιουργούνται. Μάλιστα προσλαμβάνεται ήδη και επιπλέον προσωπικό. Κανείς δεν θα απολυθεί, δε θα μπει σε διαθεσιμότητα ή κινητικότητα».
Επισημαίνω στο διοικητή του ΨΝΑ κάποιες από τις «αστοχίες» που παρατηρήθηκαν κατά την αποασυλοποίηση σε χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ. «Δεν υπήρξαν αστοχίες όπως τουλάχιστον αφήνετε να εννοηθούν. Έχω εργαστεί σε αρκετά ευρωπαϊκά νοσοκομεία και σας διαβεβαιώ ότι η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη Μ.Βρετανία, που ξεκίνησε επί Θάτσερ, συνεχίζεται επιτυχώς μέχρι σήμερα. Μάλιστα το σύστημα υγείας μεταρρυθμίζεται συνεχώς γιατί τα συστήματα υγείας είναι ένας ζωντανός οργανισμός όπως είμαστε εμείς και καθημερινά πρέπει να αλλάζουν και να προσαρμόζονται στις εκάστοτε συνθήκες. Η Αμερική είναι διαφορετική περίπτωση. Κάθε χώρα να ξέρετε αναπτύσσει το δικό της σύστημα και η ίδια προβλέπει ή δεν προβλέπει κάτι. Τα πράγματα είναι συγκεκριμένα στην ψυχιατρική μεταρρύθμιση. Ας πούμε για να μετασχηματιστεί το Δαφνί πρέπει να αναπτυχθούν 225 κλίνες στα γενικά νοσοκομεία, ώστε να καλυφθούν τα εννιά τμήματα οξέων του ΨΝΑ, με δύναμη κλινών 25 έκαστο».
«Αυτό που θέλουν είναι η εξόντωση της ψυχικής υγείας. Μας λένε ότι οι ασθενείς και οι εργαζόμενοι θα μεταφερθούν σε ψυχιατρικούς τομείς των γενικών νοσοκομείων. Πως; Επιτρέπει η δεδομένη κατάσταση των γενικών νοσοκομείων κάτι τέτοιο;».
Την ίδια ώρα στην πύλη, λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από το γραφείο του Παύλου Θεοδωράκη, έχουν συγκεντρωθεί εργαζόμενοι με λευκές ποδιές για να διαμαρτυρηθουν για το επερχόμενο κλείσιμο. Κατηφορίζουν ήσυχα προς τον κεντρικό δρόμο για να προβούν σε συμβολικό αποκλεισμό και να μοιράσουν φυλλάδια με τα αιτήματά τους. Αυτά που ζητούν είναι δημόσια και δωρεάν ψυχική υγεία με κατάργηση κάθε μορφής επιχειρηματικής δραστηριότητας, πλήρη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, πάγωμα της μεταφοράς κλινικών και υπηρεσιών, όπως και να δημιουργηθεί ένα ενιαίο δίκτυο πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας περίθαλψης για την ψυχική υγεία, που να περιλαμβάνει τομεοποιημένα κέντρα ψυχικής υγείας, κέντρα ημέρας και στεγαστικές δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης ανάλογα με την φύση της ασθένειας.
Επίσης, ζητούν προσλήψεις μόνιμου προσωπικού σε όλες τις ειδικότητες, καμία παρακράτηση συντάξεων και άλλων περιουσιακών στοιχείων των ψυχικά πασχόντων και ενίσχυση των στεγνών προγραμμάτων απεξάρτησης, με πλήρη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό.
«Δεν υπάρχει καμία αποασυλοποίηση των ασθενών», μου λέει ο πρόεδρος των εργαζομένων στο ΨΝΑ, Νίκος Παναγούλης.
Εργάζεται εδώ και 28 χρόνια στο Δαφνί και όπως μου εξηγεί «… αυτό που θέλουν είναι η εξόντωση της ψυχικής υγείας. Μας λένε ότι οι ασθενείς και οι εργαζόμενοι θα μεταφερθούν σε ψυχιατρικούς τομείς των γενικών νοσοκομείων. Πως; Επιτρέπει η δεδομένη κατάσταση των γενικών νοσοκομείων κάτι τέτοιο; Εδώ μιλάμε για ένα εθνικό σύστημα υγείας που παραπαίει και σε αυτό το σύστημα θα προσθέσουν και ανθρώπους που είναι ψυχικά ασθενείς;
Πού, σε ανύπαρκτες κλινικές; Οι οποίες όπως πληροφορούμαι θα στεγαστούν σε υπόγεια και ακατάλληλους χώρους γενικών νοσοκομείων; Και με ποια χρηματοδότηση θα πραγματοποιηθούν όλα αυτά; Κοιτάνε τους αριθμούς, όχι τους ανθρώπους. Γενναιόδωρα η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτούσε για 15 χρόνια την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, τι έγινε τελικά;
Που είναι οι δομές; Το Μνημόνιο αναφέρει ρητά ότι η βασική πηγή χρηματόδοτησης θα είναι ο κρατικός προϋπολογισμός και ο ΕΟΠΠΥ. Ποιος ΕΟΠΠΥ, όμως; Που χρωστάει παντού; Θα σου πω με απλά λόγια τι θα συμβεί. Τόσο οι ασθενείς που βρίσκονται σε εξωνοσοκομειακές δομές όσο και οι άνθρωποι που νοσηλεύονται μέσα θα βρεθούν με μαθηματική ακρίβεια στο δρόμο. Υποτίθεται ότι μέχρι το 2010 θα έπρεπε να λειτουργούν 80 Κέντρα Ψυχικής Υγείας. Εν τέλει λειτουργούν 40. Τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας είναι το άλφα και το ωμέγα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Με προχειρότητες δεν γίνονται τομές στην υγεία».
Τον ρωτώ για το ενδεχόμενο να χαθούν θέσεις εργασίας. Όπως μου διευκρινίζει, όμως, «… δεν πρόκειται να χαθούν, έτσι πιστεύω προσωπικά. Είμαστε τόσο λίγοι που δεν γίνεται να υπάρξουν απώλειες. Τα περισσότερα τμήματα υπολειτουργούν, οπότε κάπου θα απορροφηθεί το προσωπικό. Δεν μπορώ να πω το ίδιο όμως για τους άπορους και τους ανασφάλιστους ασθενείς. Εκεί είναι το πραγματικό πρόβλημα». Ζητώ την άποψη του για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση. Στην κουβέντα παρεμβαίνει ο Δημήτρης Μαγριπλής, εργαζόμενος κι αυτός στο ΨΝΑ. «Είμαστε υπέρ της αποασυλοποίησης και κατά της απονοσοκομειοποίησης.
Ένα νοσοκομείο μετασχηματίζεται όταν έχεις φτιάξει τους τομείς ψυχικής υγείας, τις κοινοτικές δομές και τις δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης. Ώσπου να γίνει η μετάβαση θα πρέπει να φτιαχτεί το δίκτυο των υπηρεσιών και να γίνει ενίσχυση των ψυχιατρικών τημάτων στα γενικά νοσοκομεία. Βασικά αυτά που δεν έκαναν για χρόνια, τρώγοντας τα λεφτά, παλεύουν να τα δημιουργήσουν μέσα σε ελάχιστο χρόνο, στην πλάτη των ψυχικών ασθενών και των εργαζομένων».
«Πολλοί ασθενείς βρέθηκαν άστεγοι στα μετρό και στο περιθώριο των μεγαλουπόλεων. Δεν αποκλείεται η αθηναϊκή κοινωνία του 2020 να ζήσει ανάλογες καταστάσεις».
Βαδίζω προς το Γηροψυχιατρικό Τμήμα -στο Μποδοσάκειο νοσηλεύονται 46 υπερήλικες με χρόνιες και πολύπλοκες διαταραχές. Με υποδέχεται η προϊσταμένη νοσοκομειακού προσωπικού, Ελευθερία Μπερτσελή. «Δεν γίνονται πλέον εισαγωγές εδώ», μου εξηγεί καθώς περιφερόμαστε στους διαδρόμους του νοσοκομείου. Που και που ακούγονται φωνές ασθενών -οι νοσοκόμες τρέχουν να δουν τι συμβαίνει. Ρωτώ την προϊσταμένη αν καλύπτονται οι ανάγκες των ασθενών με το υπάρχον προσωπικό. «Όχι, έχουμε μεγάλο πρόβλημα.
Οι βάρδιες είναι δύο άτομα το απόγευμα, δύο τη νύχτα και τρία με τέσσερα το πρωί. Μας λείπουν τραπεζοκόμοι, ψυχολόγοι, εργοθεραπευτές, άνθρωποι που θα μπορούν να ασχοληθούν με τους ασθενείς. Εδώ τα κάνουν όλα οι νοσοκόμες. Σερβίρουμε το φαγητό, ταΐζουμε τους ανθρώπους, διότι μιλάμε για ασθενείς με βαριές διαταραχές που πρέπει να αλέσεις το φαγητό τους, τους αλλάζουμε τις πάνες, τους πηγαίνουμε μια βόλτα. Δύο άνθρωποι πρέπει να εξυπηρετήσουν 46 μέσα σε ένα απόγευμα, αντιλαμβάνεται κανείς ότι δεν είναι καθόλου εύκολο. Πέρα από εμάς υπάρχει μόλις μία ψυχίατρος και ένας ειδικευόμενος».
Επισκέπτομαι τον κλινικό ψυχολόγο, Νίκο Μόσχο στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας. Υιοθετώντας το μοντέλο μιας ανοιχτής ψυχιατρικής φροντίδας στην κοινότητα, δημιουργείται μια ευρεία λίστα μονάδων και υπηρεσιών ψυχικής υγείας, η οποία καλείται να υποστηρίξει τη μεταρρύθμιση.
Το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας αναμένεται να διαδραματίσει το δικό του ρόλο στις εξελίξεις. Μπορεί, όμως, να ανταπεξέλθει υπό τις παρούσες συνθήκες; Ο Νίκος Μόσχος είναι κάθετος. «Δεν μπορώ να καταλάβω πως τα ψυχιατρικά τμήματα των γενικών νοσοκομείων, θα εξυπηρετήσουν τον έξτρα κόσμο που θα προκύψει μετά το κλείσιμο του ΨΝΑ. Για να σου δώσω ένα παράδειγμα, χθες το βράδυ στο ψυχιατρικό τμήμα της Νίκαιας, με δύναμη κλινικής 24 κρεβάτια, βάλαμε και εφτά ράντζα. Σύνολο δηλαδή 31.
Κι όλα αυτά με φουλ το Δαφνί, φουλ το Δρομοκαΐτειο. Πως θα ανταπεξέλθουμε; Εδώ με τις παρούσες συνθήκες είμαστε οριακά. Φαντάζομαι πως είναι ίδια η κατάσταση στα υπόλοιπα ψυχιατρικά τμήματα της Αττικής.
Λένε ότι οι υφιστάμενες ψυχιατρικές κλινικές θα διευρυνθούν. Πως θα γίνει αυτό; Χωρίς χώρους, χωρίς χρηματοδότηση; Εγώ πιστεύω ότι είναι πρακτικά αδύνατο να προχωρήσει το κλείσιμο του ΨΝΑ, εκτός κι αν διατεθούν πολλά κεφάλαια στην ψυχιατρική. Ποιος όμως θα τα δώσει αυτά τα λεφτά; Ακόμα και από το ΕΣΠΑ να τα πάρουν, πόσα θα είναι; Απαιτούνται πολλά εκατομμύρια. Αντιθέτως, με μια καλύτερη διαχείρηση του Δαφνιού και του Δρομοκαϊτείου η Αθήνα θα μπορούσε να προσφέρει αξιοπρεπείς υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Με την προοπτική του κλεισίματος επέρχεται, τολμώ να πω, η καταστροφή». Τον ρωτώ τι εννοεί «καταστροφή». «Φοβάμαι πως θα συμβεί ό,τι και στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου στα πλαίσια μιας σκληρής νεοφιλελεύθερης πολιτικής, έγιναν μεν σημαντικές αλλαγές στις ψυχιατρικές δομές, όμως το κόστος αυτών των αλλαγών το πλήρωσαν τα φτωχότερα στρώματα των ψυχικά ασθενών. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους βρέθηκαν άστεγοι στα μετρό και στο περιθώριο των μεγαλουπόλεων. Δεν αποκλείεται η αθηναϊκή κοινωνία του 2020 να ζήσει ανάλογες καταστάσεις».
Αναζητώντας τα αποτελέσματα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στο δυτικό κόσμο, παρατηρώ ότι κάθε χώρα εφάρμοσε διαφορετικής έκτασης μεταρρυθμίσεις, όμως στο τέλος διαπιστώθηκαν κοινά προβλήματα. Τα περισσότερα αφορούν την ποιότητα και την επάρκεια των προσφερόμενων υπηρεσιών σε άτομα με σοβαρές διαταραχές, την άνιση κατανομή των υπηρεσιών καθώς και την ανεπαρκή ενημέρωση της κοινότητας η οποία υποδεχόταν τον ασθενή.
Στην Αμερική, στη Μεγάλη Βρετανία ή στην Αυστραλία οι κοινοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας απευθύνονταν κυρίως σε άτομα με κοινές ψυχικές διαταραχές (αγχώδεις διαταραχές) και όχι σε ασθενείς με σοβαρές και χρόνιες ασθένειες (όπως οι ψυχώσεις). Σύντομα η «δυσλειτουργία» έγινε ορατή.
Στη γειτονική Ιταλία η διαδικασία της αποασυλοποίησης είχε τη μεγαλύτερη έκταση από κάθε άλλο κράτος της Ευρώπης και κρίθηκε επιτυχημένη από πολλούς. Συγκεκριμένα, με την ψήφιση του νόμου 180 το 1978, απαγορεύθηκαν οι νέες εισαγωγές ψυχικά ασθενών στα ιδρύματα, τα οποία με τον καιρό έκλεισαν και τη θέση τους πήραν νέες δομές στην κοινότητα. Αν και η Ιταλία αναμόρφωσε τις ψυχιατρικές υπηρεσίες με επιτυχία, άφησε τις πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας ως είχαν. Αποτέλεσμα; Οι κοινοτικές υπηρεσίες αναμέσα στη βόρεια και τη νότια Ιταλία διέφεραν αισθητά τα πρώτα χρόνια. Σε πολλές περιοχές του νότου η κοινοτική φροντίδα ήταν ανύπαρκτη, ενώ θεωρήθηκε ότι η πολιτεία εγκατέλειψε του ψυχικά ασθενείς και τις οικογένειες τους.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη, ο Νόμος περί Κοινοτικής Ψυχικής Υγείας, το 1963, επέβαλε την αποιδρυματοποίηση, επιφέροντας μιας μαζική έξοδο ασθενών από τα άσυλα, παρόλο που απουσίαζαν, έως τότε, οι εναλλακτικές υπηρεσίες κοινοτικής ψυχικής υγείας. Στις δύο επόμενες δεκαετίες απελευθερώθηκε πλήθος ασθενών, ενώ έγιναν συστάσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση για να συνδεθούν οι άτυπες κοινοτικές υπηρεσίες υποστήριξης με υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Στον αντίποδα, στη Μεγάλη Βρετανία και τη Φινλανδία η διαδικασία του «λουκέτου» των ψυχιατρικών ιδρυμάτων ήταν πιο σταδιακή, σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Ιταλία. Η αποασυλοποίηση, στη Βρετανία, ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’50 με το κλείσιμο 45 ιδρυμάτων. Σιγά σιγά ο αριθμός των νοσηλευομένων μειώθηκε από 152.000 που ήταν το 1952 σε λιγότερους από 40.000 το 1990.
Για πολλούς ερευνητές και συγγραφείς η αποασυλοποίηση στο μεγάλο Νησί θεωρήθηκε επιτυχής. Πίσω από την αλήθεια των αριθμών, όμως, παρατηρήθηκε η εξής «ανορθογραφία»: Στην Αμερική, στη Μεγάλη Βρετανία ή στην Αυστραλία οι κοινοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας απευθύνονταν κυρίως σε άτομα με κοινές ψυχικές διαταραχές (αγχώδεις διαταραχές) και όχι σε ασθενείς με σοβαρές και χρόνιες ασθένειες (όπως οι ψυχώσεις). Σύντομα η «δυσλειτουργία» έγινε ορατή. Ακολούθησε η Ισπανία, η οποία παρότι με την ψήφιση του Γενικού Νόμου Υγείας, το 1986, αναμόρφωσε τις παρεχόμενες ψυχικές υπηρεσίες, δεν κατάφερε όμως ποτέ να δημιουργήσει επαρκείς ενδιάμεσες δομές για τους αποασυλοποιημένους στην κοινότητα. Σαν αποτέλεσμα κάποια παλαιά ψυχιατρικά νοσοκομεία διατηρούνται έως τις μέρες μας, περιθάλπτοντας ασθενείς με σοβαρές ψυχικές διαταραχές.
Ο Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου είναι ο διευθυντής του 9 ου ψυχιατρικού τμήματος του ΨΝΑ και ένας από τους λιγοστούς επαγγελματίες του χώρου που έχει ζήσει, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τις πολλαπλές προσπάθειες της χώρας να μεταρρυθμίσει τα ψυχιατρικά ιδρύματα.
Τον ρωτώ αν τελικά έπειτα από τρεις σχεδόν δεκαετίες, μπορούμε να μιλήσουμε για «ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα». «Καταρχάς, αυτό που πρέπει να ρωτήσει κανείς είναι τι σημαίνει επί της ουσίας ψυχιατρική μεταρρύθμιση -διαχωρίζοντας την αποιδρυματοποίηση από την απονοσοκομειοποίηση. Αποιδρυματοποίηση σημαίνει να πάμε πέρα από το θεσμό, να τον υποκαταστήσουμε με εναλλακτικές δομές στην κοινότητα όπου εκεί δεν θα καταστέλουμε ή θα καταπιέζουμε τον ψυχικά πάσχοντα, αλλά θα προσπαθήσουμε, οι λειτουργοί, να δημιουργήσουμε μια ωφέλιμη για τον ίδιο σχέση.
Η απονοσοκομειοποίηση από την άλλη, είναι ένας τελείως διαφορετικός άξονας, ο οποίος ξεκίνησε στις ΗΠΑ την εποχή του Ρήγκαν. Τότε στο πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού έκλεισαν όλα τα ψυχιατρικά ιδρύματα χωρίς να έχουν δημιουργηθεί όμως δομές στην κοινότητα για να φιλοξενήσουν αυτούς τους ανθρώπους. Έτσι οι περισσότεροι εξ αυτών βρέθηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη να διαμένουν, ως άστεγοι, κάτω από γέφυρες και σε δημόσια πάρκα, αφού δεν είχε προβλεφθεί το υποστηρικτικό δίκτυο που θα τους οδηγούσε στην ομαλή κοινωνική επανένταξη.
Δυστυχώς η σκληρή λογική της απονοσοκομειοποίησης χαρακτηρίζει σήμερα και την ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς με ποιο τρόπο έκλεισαν τα ψυχιατρικά ιδρύματα στην ελληνική επαρχία.
Δεν έγινε ουσιαστική μεταρρύθμιση σε κανένα από αυτά, ούτε δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες δομές στην κοινότητα -αν εξαιρέσει κανείς τα Χανιά όπου πράγματι υπάρχει ένα εναλλακτικό υποστηρικτικό δίκτυο. Σε άλλες περιοχές, όμως, όπως στη δυτική Μακεδονία, μόλις έκλεισαν τα ιδρύματα αυξήθηκαν αμέσως οι ιδιωτικές κλινικές. Βασικά, αυτό που έκαναν καθόλη τη διάρκεια του προγράμματος «Ψυχαργώς» δεν ήταν αποιδρυματοποίηση, δηλαδή, ξεπέρασμα του ψυχιατρείου, με την δημιουργία ενός εναλλακτικού, ολοκληρωμένου δικτύου τομεοποιημένων κοινοτικών υπηρεσιών (με βασικό άξονα το Κέντρο Ψυχικής Υγείας, διασυνδεδεμένο με μια κλινική γενικού νοσκομείου) αλλά, απλώς, η μεταστέγαση των ασθενών – μια μεταστέγαση που αναπαρήγαγε σε μεγάλο βαθμό τα ιδρυματικά χαρακτηριστικά του ψυχιατρείου.
Μια μεταστέγαση που πλέον είναι και αυτή αδύνατη γιατί και κενές κλίνες δεν υπάρχουν στις στεγαστικές δομές και κονδύλια δεν διατίθενται για τη δημουργία καινούργων. Ετσι, όσοι έχουν ανάγκη στέγασης και φιλοξενίας, θα πετιούνται στο δρόμο. Συνεπώς όλα αυτά τα χρόνια η λειτουργία του συστήματος δεν άλλαξε. Απόδειξη ότι, ύστερα από 30 χρόνια «μεταρρύθμισης», το 55% των νοσηλειών στις ψυχατρικές μονάδες εξακολουθύν να είναι ακούσιες, με εντολή του εισαγγελέα».
Την ίδια ώρα ο Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου είναι βέβαιος ότι τα ψυχιατρικά τμήματα των γενικών νοσοκομείων δεν θα καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες της μεταρρύθμισης. «Το προσωπικό δεν επαρκεί, οι βάρδιες δε βγαίνουν, οι διάδρομοι είναι γεμάτοι ράντζα στα γενικά νοσοκομεία. Κάπου 30 έχει ο Ευαγγελισμός, στην ίδια κατάσταση είναι το Γεννηματάς και άλλα νοσοκομεία.

Στην Ελλάδα συμβαίνει το εξής παράδοξο στην ψυχική υγεία:

Έχουμε -πριν από τη μεταρρύθμιση- λιγότερες κλίνες από ό,τι θα απαιτούσε η ίδια η μεταρρύθμιση. Στην Τεργέστη όπου η πόλη έχει το πλέον ανεπτυγμένο δίκτυο κοινοτικών υπηρεσιών στην Ευρώπη υπάρχουν 38 κρεβάτια για 240.000 πληθυσμό. Αν κάνεις την αναγωγή, στον πληθυσμό της Ελλάδας, θα έπρεπε να υπάρχουν εδώ περίπου 1.700 κλίνες. Ξέρεις πόσες υπάρχουν; Λιγότερες από 1.300. Χωρίς καν αξιόλογο υποστηρικτικό δίκτυο στην κοινότητα! Για ποια μεταρρύθμιση μιλάμε;
Πρόκειται για διάλυση».
Advertisements