Προσοχή Φασισμός: Τον γνωρίζεις όντως;(μέρος πρώτο)

 Η πιο σκοτεινή ιδεολογία της παγκόσμιας πολιτικής ιστορίας είναι γεμάτη με φόνους και γενοκτονίες, βασανισμούς, σκάνδαλα και διαφθορά.

o-NAZI-facebook

Πόσο καλά γνωρίζεις τον φασισμό και τι κρατά ακόμα και σήμερα τους φασίστες στο προσκήνιο;

Η έννοια της λέξης «φασισμός» σήμερα χρησιμοποιείται πολλές φορές για να χαρακτηρίσει πρόσωπα, θεσμούς ή καταστάσεις που μπορεί να μην έχουν καμιά σχέση με την αρχική έννοια του όρου.

Το ουσιαστικό «φασισμός» και το επίθετο «φασίστας» χρησιμοποιούνται σήμερα για να εκφράσουν την εθνικιστική και φυλετική πολιτική ιδεολογία που πρωτοεμφανίζεται στην Ιταλία του Μουσολίνι και αναπτύσσεται από τους Γερμανούς Ναζιστές και άλλους και προτείνει έναν απολυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης, από έναν συγκεκριμένο αρχηγό.

Ο όρος φασισμός προέρχεται από την ιταλική λέξη «Fascismo» που ετυμολογείται από την λατινική «fasces» και έτσι ονομάζονταν ένα συγκεκριμένο αρχαίο ρωμαϊκό έμβλημα εξουσίας, που απεικόνιζε «ράβδους δεμένες γύρω από έναν πέλεκυ». Η λέξη αυτή παραπέμπει στους «littores», που ήταν ένα είδος ομάδων σωματοφυλάκων των γερουσιαστών της αρχαίας Ρώμης,  οι οποίοι διακρίνονταν από μια ράβδο που κρατούσαν και η οποία ήταν το σύμβολο της εξουσίας τους. Οι fasces ήταν στην αρχαία Ρώμη το σύμβολο της εξουσίας των δικαστών και συμβόλιζαν την «ισχύ δια της ενώσεως».  Η αντιστοιχία με τους φασίστες της δεκαετίας του ’20 βρίσκεται στο ότι οι πρώτες ομάδες φασιστών που σχηματίστηκαν στην Ιταλία ονομάστηκαν «fascio di combattimento», δηλαδή ομάδες-δέσμες μάχης.

Ο ιταλικός φασισμός

photo-1

Ο φασισμός γεννήθηκε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ιταλία,  από τον Μπενίτο Μουσολίνι το 1919, χωρίς ακόμα να αποτελεί δόγμα ή να προσδιορίζει κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα. Ο Μουσολίνι ίδρυσε την οργάνωση «Fasci di Compattimento» στο Μιλάνο στις 13 Μαρτίου 1919 και αρχικά, τα πρώτα λίγα μέλη ήταν πρώην στρατιώτες,  που ήταν δυσαρεστημένοι από την έκβαση του πολέμου. Το 1921 ιδρύθηκε το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα  και εκλέχθηκε στην βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ το επόμενο έτος επήλθε το χάος, όταν φασιστικές ομάδες άρχισαν να καταλαμβάνουν διάφορα δημόσια κτίρια. Όταν οι αρχηγοί του σοσιαλιστικού κόμματος κήρυξαν απεργία, ο Μουσολίνι απαίτησε από την κυβέρνηση να τη διακόψει,  απειλώντας ότι οι φασίστες θα πραγματοποιούσαν πορεία προς τη Ρώμη! 

Ο Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ φοβούμενος την αναταραχή και τον εμφύλιο παρέδωσε την εξουσία στον Μουσολίνι,  η οποία επισκιάστηκε τελικά από την Πορεία στη Ρώμη. Το 1926 το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα έγινε το μοναδικό νόμιμο πολιτικό κόμμα και το κοινοβούλιο αντικαταστάθηκε από την βουλή των Συντεχνιών, σύμφωνα με το «Κορπορατιστικό» σύστημα.

Η ιδέα του «κορπορατισμού» αποτελεί χαρακτηριστικό του «φασισμού», την οποία διεκήρυξε ο Μουσολίνι, λέγοντας πώς είναι ο Τρίτος Δρόμος μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού.  Ο «Κορπορατισμός» αντιτίθεται στην ελεύθερη αγορά και στην απεριόριστη επιδίωξη κέρδους από τα άτομα, ενώ βασίζεται σε συγκεκριμένη γραμμή που θέτει τους επιχειρηματίες και το εργατικό δυναμικό συνδεδεμένους στενά, σε ένα οργανικό και πνευματικά ενοποιημένο σύνολο. Ως μορφή οικονομίας χαρακτηρίζεται από την επέκταση του άμεσου πολιτικού και παρεμβατικού σχεδιασμού και ελέγχου πάνω στην βιομηχανία και την οργανωμένη εργατική τάξη για το κοινό συμφέρον.

Συνοψίζοντας, τα βασικά χαρακτηριστικά του Ιταλικού Φασισμού  είναι η Λατρεία του Κράτους, ο Σοβινιστικός εθνικισμός, ο Εθελοντισμός, το Εθνικό μεγαλείο, η Οργανική ενότητα, ο Πραγματιστικός αντισημιτισμός, ο Φουτουρισμός – Μοντερνισμός, ο Κορπορατισμός, η Αποικιακή επέκταση – Ιμπεριαλισμός, ο Μιλιταρισμός και  ο Αντικομμουνισμός.

Είναι βάσιμη, επομένως,  η αντίληψη που θεωρεί ότι τόσο ο φασισμός των Ιταλών φασιστών όσο και ο ναζισμός των Γερμανών εθνικιστών λειτούργησαν σταθεροποιώντας την κυριαρχία του καπιταλισμού και της αστικής τάξης των χωρών. Συνέτριψαν τις εργατικές συλλογικότητες των χωρών τους (σωματεία, συνδικάτα, κόμματα), κατέστειλαν με ωμή βία τις απεργίες των εργαζομένων των χωρών αυτών και τελικά αποκατέστησαν την τάξη υπέρ της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Ο γερμανικός ναζισμός

photo-2

Ο  ιταλικός φασισμός δεν αποτελεί, ωστόσο, το  μοναδικό παράδειγμα στον 20ο αιώνα. Συχνά τον παραβάλλουν με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, ο οποίος από πολλές απόψεις τελειοποίησε τις μεθόδους του συστήματος. Όμως, ο φασισμός είναι σε μεγάλο βαθμό έναν συνεχής αυτοσχεδιασμός, ενώ ο Χίτλερ από το 1923 ακόμα, 10 χρόνια πριν αναλάβει την εξουσία, είχε αναπτύξει στο βιβλίο του «Ο αγών μου» τη ναζιστική θεωρία στην οποία έμενε πάντα πιστός.

Ο ναζισμός -από την αντίστοιχη γερμανική λέξη Nationalsozilismus- ή αλλιώς εθνικός σοσιαλισμός, είναι πολιτικό κίνημα που εμφανίστηκε στη Γερμανία μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με πρωταγωνιστή τον Αδόλφο Χίτλερ. Οι ιδεολογικές αρχές του , που διατυπώθηκαν από τον ίδιο στο βιβλίο του «Ο αγών μου», αλλά και από τους Ρόζενμπεργκ, Σμιτ, Στράσερ- συνοψίζονται στη φυλετική ιδέα. Επηρεασμένος από τις ρατσιστικές θεωρίες του «παγγερμανισμού», της πολιτικής τάσης δηλαδή που επεδίωκε τη συνένωση όλων των λαών γερμανικής προέλευσης σε ενιαίο κράτος. Ο ναζισμός θεωρούσε τη γερμανική φυλή ως την ανώτερη και καθαρότερη από όλες τις φυλές και για το λόγο αυτό υποστήριζε ως κύριους αντικειμενικούς σκοπούς της Γερμανίας τη διαφύλαξη της καθαρότητας της φυλής, κυρίως με τον «αντισημιτισμό», μια κίνηση που στράφηκε κατά της οικονομικής και πολιτικής επιρροής των Εβραίων, και τη συγκρότηση ενός κράτους το οποίο θα συγκέντρωνε όλους τους γερμανικούς πληθυσμούς.

Στο εσωτερικό του το γερμανικό κίνημα είχε στόχο την ανατροπή της Βαϊμάρης και την αντικατάστασή της από ένα καθεστώς το οποίο θα βασιζόταν στην αρχή της κοινότητας  που την εκπροσωπούσε ο Φύρερ, ο αρχηγός. Το σύστημα «Φύρερ» βασιζόταν στη συγκέντρωση της εξουσίας σε μια κεντρική ηγετική προσωπικότητα, καθώς επίσης και στην  ανάλογη ιεραρχική συνέχεια προς τα κάτω. Παράλληλα ισχυρές ήταν οι μυστικές υπηρεσίες αλλά και οι πληροφοριοδότες, όπως για παράδειγμα η Γκεστάπο. Στις εξωτερικές σχέσεις επεδίωκε την ακύρωση της συνθήκης των Βερσαλλιών και τη συστηματική ενσωμάτωση στο γερμανικό Ράιχ των γερμανικών πληθυσμών, που ζούσαν εκτός των συνόρων του, κυρίως στις γειτονικές ευρωπαϊκές χώρες.

Οι ιδεολογικές αρχές του και οι εφαρμογές αυτών ήταν απάνθρωπες, βάρβαρες και καταστροφικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αντισημιτισμός η στάση του απέναντι στους Εβραίους.  Για τους ναζιστές οι Εβραίοι είχαν την ευθύνη για οποιαδήποτε κοινωνική κρίση, όπως η ανεργία, η αστικοποίηση, η ερήμωση της επαρχίας. Γενικώς θεωρούνταν αποσυνθετικό στοιχείο για την κοινωνία, καθώς επίσης και κατωτέρα φυλή. Οι ναζιστές, μέσω της Επιχείρησης Ράινχαρντ, σχεδίασαν την εξόντωση («Τελική Λύση») όλων των Εβραίων τόσο στη Γερμανία όσο και στις κατεχόμενες χώρες. Δημιουργήθηκαν, έτσι, τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, στα οποία βρήκαν τον θάνατο περίπου 6.000.000 Εβραίοι.

Ο αντισημιτισμός ήταν συμβατός με τα συμφέροντα της μεγάλης αστικής τάξης της Γερμανίας, αφού ο εβραϊκός πληθυσμός αποτελούσε την πλειοψηφία των μεσαίων αστικών στρωμάτων και ανέκοπτε την περαιτέρω συγκέντρωση πλούτου προς εκείνους (τα μεγαλοαστικά στρώματα). Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο στη λεγόμενη «Νύχτα των Κρυστάλλων», οι ναζί της Γερμανίας επιτέθηκαν μεταξύ άλλων και στα εβραϊκά καταστήματα, σπάζοντας τις γυάλινες βιτρίνες και λεηλατώντας τα προϊόντα.

Οι αρνητές του Ολοκαυτώματος, υποστηρίζουν πως το Ολοκαύτωμα, δηλαδή ο συστηματικός διωγμός και η γενοκτονία με την υποκίνηση του κράτους διαφόρων εθνικών, θρησκευτικών, κοινωνικών και πολιτικών ομάδων κατά τη περίοδο του Β” Παγκοσμίου Πολέμου από τη Ναζιστική Γερμανία και τους συνεργάτες της δεν συνέβη ποτέ ή συνέβη αλλά σε μικρότερο βαθμό. Οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται ως «αναθεωρητές».

Η άνοδος του Χίτλερ και η πτώση

Travel Trip Hitlers Munich
Travel Trip Hitlers Munich

Αφού στις εκλογές της 5ης Μαρτίου του 1933 το Εθνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Εργατών Γερμανίας απέτυχε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία, ο Χίτλερ ήταν αναγκασμένος να συνεχίσει τον συνασπισμό με το Εθνικό Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα (DNVP). Ως πρόεδρος του ισχυρότερου κόμματος της βουλής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Πάουλ φον Χίντενμπουργκ,  είχε διορίσει τον Χίτλερ πέντε εβδομάδες νωρίτερα, στις 30 Ιανουαρίου, καγκελάριο της Γερμανίας. Αν και οι εθνικοσοσιαλιστές κοινοποίησαν την ημέρα αυτή ως ημέρα της «κατάληψης της εξουσίας», η διαδικασία δεν ήταν παρά μια συνηθισμένη αλλαγή κυβέρνησης.

Η κατάσταση άλλαξε με τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ στις 27 Φεβρουαρίου, ο οποίος έγινε -όπως αποδείχτηκε στη σχετική δίκη- από τους ίδιους τους εθνικοσοσιαλιστές προκειμένου να βρουν την ευκαιρία για να επιβάλλουν τη δικτατορία τους, συντρίβοντας όλα τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα.  Συγκεκριμένα, οι ναζιστές δήλωσαν ότι επρόκειτο για προσπάθεια επανάστασης των κομμουνιστών και με αναγκαστικό διάταγμα βάσει του άρθρου 48 του συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης  απέκτησαν την επόμενη κιόλας μέρα την δύναμη να καταργήσουν τα εγγυημένα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτικών τους αντιπάλων (ειδικά των κομμουνιστών) και να τους καταδιώξουν.

Την απόλυτη κατάκτηση της εξουσίας πέτυχαν με τον «Εξουσιοδοτικό νόμο» (Ermächtigungsgesetz) στις 23 Μαρτίου, ο οποίος έπρεπε να ψηφιστεί από τουλάχιστον τα δυο τρίτα της βουλής. Με την απαγόρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD) και την σύλληψη πολλών σοσιαλδημοκρατών βουλευτών, ο Χίτλερ κατάφερε, με τη βοήθεια του συντηρητικού κόμματος Zentrum και του εθνικιστικού DNVP, να συγκεντρώσει τις απαραίτητες ψήφους. Ο «Εξουσιοδοτικός νόμος» παραχώρησε όλη τη νομοθετική εξουσία στην Κυβέρνηση, ανεξάρτητα από Κοινοβούλιο και Πρόεδρο. Με άλλα λόγια, το Κοινοβούλιο επέτρεψε την ενοποίηση της εκτελεστικής εξουσίας με τη νομοθετική και, με τον τρόπο αυτό, έγινε περιττό. Με την απόφαση αυτή άρχισε στη Γερμανία η περίοδος της στυγνής εθνικοσοσιαλιστικής δικτατορίας, γνωστή και ως εποχή του «Τρίτου Ράιχ».

Για να πραγματοποιήσει τις ιδέες του, ο Αδόλφος Χίτλερ ξεκίνησε έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος στοίχισε τη ζωή σε 55 εκατομμύρια ανθρώπους, από τους οποίους τα 20 εκατομμύρια ήταν Σοβιετικοί. Ακόμα περισσότεροι στρατιώτες και πολίτες, εξαιτίας της πολιτικής του, τραυματίστηκαν, έμειναν άστεγοι, απελάθηκαν, εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν.

Η κατάσταση της υγείας του Χίτλερ όλο και χειροτέρευε με την εξέλιξη του πολέμου. Σύμφωνα με την επικρατούσα σήμερα αντίληψη, υπέφερε από τη νόσο του Πάρκινσον  σε προχωρημένο στάδιο. Στις 29 Απριλίου 1945 νυμφεύθηκε τη σύντροφο της ζωής του Εύα Μπράουν. Την επόμενη μέρα, κατά τις 3:30 η Εύα Μπράουν αυτοκτόνησε με υδροκυάνιο. Συγχρόνως ο Χίτλερ έβαλε ένα πιστόλι στο στόμα του και πυροβόλησε, γράφοντας  έτσι και το τέλος στη «μαύρη» σελίδα της ιστορίας.

Η δικτατορία στην Ελλάδα

photo-4

Με την ονομασία Χούντα των Συνταγματαρχών ή Δικτατορία των Συνταγματαρχών, καθιερώθηκε να χαρακτηρίζεται η περίοδος της δικτατορίας στην Ελλάδα που επικράτησε μετά το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών στις 21 Απριλίου 1967. Η περίοδος αυτή κράτησε μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974, δηλαδή «επτά χρόνια» (οι οκτώ τελευταίοι μήνες της οποίας είναι γνωστοί και ως Χούντα του Ιωαννίδη) εξ ου και η περίοδος αυτή αποκαλείται «επταετία».

Τη διάρκεια της επταετίας σχηματίστηκαν τέσσερις δικτατορικές κυβερνήσεις: η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κόλλια 1967, η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπαδόπουλου 1967, η Κυβέρνηση Σπύρου Μαρκεζίνη 1973, η Κυβέρνηση Αδαμαντίου Ανδρουτσόπουλου 1973.
Στις 24 Ιουλίου 1974, αδυνατώντας η τελευταία κυβέρνηση να χειριστεί τα εξ υπαιτιότητάς της γεγονότα της Κύπρου, (απόπειρα δολοφονίας Μακαρίου Γ΄, το πραξικόπημα της Κύπρου και τον Αττίλα Ι), ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, προσκάλεσε από το εξωτερικό και διόρισε πρωθυπουργό τον Κ. Καραμανλή, ο οποίος και ανέλαβε την λεγόμενη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.

Ειδικότερα, η δικτατορία (1967-1974) βρισκόταν υπό την ηγεσία των συνταγματαρχών Γ. Παπαδόπουλου και Ν. Μακαρέζου και του ταξίαρχου Στ. Παττακού. Σε σύντομο χρονικό διάστημα οι δικτάτορες απέκτησαν τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και του στρατού. Καταπατώντας τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών, η δικτατορία αποτέλεσε μια οδυνηρή περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Επίσης, η χώρα απομονώθηκε διεθνώς, ιδίως στην Ευρώπη, καθώς  η σύνδεση με την ΕΟΚ «πάγωσε» και η Ελλάδα εκδιώχθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης.  Μόνο οι ΗΠΑ εξακολουθούσαν να τηρούν μια στάση ανοχής προς τους δικτάτορες, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση του ελληνικού λαού, που απέδωσε στις ΗΠΑ την επιβολή και την επιβίωση του τυραννικού καθεστώτος.

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου

photo-5

Στις 21 Απριλίου του 1967 και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, αξιωματικοί του στρατού, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, και με τη συμμετοχή του ταξίαρχου Στυλιανού Παττακού και του συνταγματάρχη Νικολάου Μακαρέζου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα.

Έχοντας εξασφαλίσει περίπου 100 τεθωρακισμένα στην περιοχή της πρωτεύουσας, οι πραξικοπηματίες κινήθηκαν τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου και κατέλαβαν αρχικά το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Στη συνέχεια έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο έκτακτης ανάγκης του ΝΑΤΟ με κωδικό «Σχέδιο Προμηθεύς», με αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής. Το συγκεκριμένο σχέδιο προορίζονταν για την αναγκαστική ανάληψη εξουσίας από το στρατό, με σκοπό την εξουδετέρωση κομμουνιστικής εξέγερσης, σε περίπτωση που εισέβαλλαν στην Ελλάδα δυνάμεις του Σοβιετικού Στρατού. Ο έμπιστος του βασιλιά αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού,  στρατηγός Γρηγόριος Σπαντιδάκης αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγελή. Ο Αγγελής κάνοντας χρήση του νέου του αξιώματος έδωσε εντολή στο Γ΄ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το «Σχέδιο Προμηθεύς» σε όλη τη χώρα.

Η μοναδική προσπάθεια για να αντιμετωπιστεί εγκαίρως το πραξικόπημα ήταν από την πλευρά κυρίως του υπουργού Δημόσιας Τάξης Γεωργίου Ράλλη, ο οποίος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ταξίαρχο Ορέστη Βιδάλη, για να κινητοποιήσει το Γ” Σώμα Στρατού (Θεσσαλονίκη). Δεν πρόλαβε, αφού το σχέδιο Προμηθεύς είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή με αποτέλεσμα ο ταξίαρχος Βιδάλης να αγνοήσει το σήμα του Ράλλη.

Το Δεκέμβριο του 1967, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος επιχείρησε αντι-κίνημα για την ανατροπή των πραξικοπηματιών, το οποίο όμως απέτυχε. Ο ίδιος και η οικογένειά του κατέφυγαν στην Ιταλία. Η Ελλάδα τυπικά παρέμεινε Βασιλευομένη Δημοκρατία, με τους στρατιωτικούς να ορίζουν Αντιβασιλέα τον Γεώργιο Ζωιτάκη.

Τα πιο «ηχηρά» σκάνδαλα της «επταετίας»

  • Σύμφωνα με τον  εκδότη της εφημερίδας «Ελεύθερος Κόσμος», Σάββα Κωσταντόπουλο ο Παπαδόπουλος είχε στη διάθεσή του βίλα στο Λαγονήσι, στην οποία διέμενε αντί αστείου ενοικίου. Η βίλα ανήκε στον Αριστοτέλη Ωνάση. «Σύμπτωση»: Ο Παπαδόπουλος στήριζε τον Ωνάση στη διαμάχη που είχε με άλλους «Κροίσους» της εποχής, με «μήλο της έριδος» το περιβόητο τρίτο διυλιστήριο της χώρας. Ο Νίκος Μακαρέζος από τη μεριά του, τάχθηκε στο πλευρό του Νιάρχου.
  • Ο Παπαδόπουλος έκανε τον έναν αδελφό του, τον Κωνσταντίνο, στρατιωτικό ακόλουθο, Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας, Περιφερειακό Διοικητή Αττικής και «υπουργό παρά τω πρωθυπουργώ»
  • Ο  Στέλιος Παττακός, πάλι, αναθέσε στο γαμπρό του, τον Αντρέα Μεϊντάση, διάφορες επικερδείς δουλειές με το Δήμο Αθηναίων. Κατασκευή υπόγειου γκαράζ στην πλατεία Κλαυθμώνος, τεχνικές μελέτες.
  • Ο Μακαρέζος διόρισε τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου, υπουργό Γεωργίας και – αργότερα- Βόρειας Ελλάδας.
  • Ο Λαδάς απέκτησε το σκωπτικό προσωνύμιο «κύριος καθαρά χέρια», χάρη στη ροπή του προς τα … θαλασσοδάνεια. Ο Ρουφογάλης, αρχηγός της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, έγινε διάσημος για την  εξασφάλιση δανειοδοτήσεων σε «ημετέρους», φυσικά με επιβάρυνση των κρατικών τραπεζών. Στην πρώιμη μεταπολιτευτική περίοδο, τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1974, το περιοδικό «Ταχυδρόμος» αποκάλυψε δυο σχετικά έγγραφα του Ρουφογάλη. Μια κατηγορία δανείων αναφερόταν ως «χαριστικά και επισφαλή». Στα «χορηγηθέντα» δάνεια καταγραφόταν ποσό άνω του 1,5 δισεκατομμυρίου και στα «υπό έγκρισιν» πάνω του 1,6 δισεκατομμυρίου δρχ.

Η αντίσταση

photo-6Ο ελληνικός πολιτικός κόσμος αντιτάχθηκε έντονα στη δικτατορία. Πρωτοστάτες ήταν ο Γ. Παπανδρέου, ο Π. Κανελλόπουλος, ο Γ. Μαύρος,  και ο Γ. Ράλλης. Η κηδεία του Παπανδρέου μάλιστα το 1968 μετατράπηκε σε συλλαλητήριο κατά του καθεστώτος. Από το εξωτερικό αντιστασιακή δράση ανέπτυξαν ο Μ. Θεοδωράκης, η Μ. Μερκούρη ενώ ξεχωρίζει και η απόπειρα του Αλ. Παναγούλη να σκοτώσει τον δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο, ωστόσο ο τελευταίος συνελήφθη και βασανίστηκε άγρια. Το Μάιο του 1973 απέτυχε προσπάθεια του Πολεμικού Ναυτικού να ανατρέψει το καθεστώς. Κορύφωση αποτέλεσαν οι φοιτητικές εξεγέρσεις της Νομικής Σχολής στην Αθήνα, το Φεβρουάριο του 1973, και του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου ήταν η κορυφαία αντιδικτατορική εκδήλωση και ουσιαστικά προανήγγειλε την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών.

Η εξέγερση αυτή κατεστάλη από στρατιωτικές δυνάμεις τη νύχτα της 17ης Νοεμβρίου 1973, όταν τις πρωινές ώρες ένα άρμα μάχης γκρέμισε την κεντρική  πύλη του Πολυτεχνείου και έδωσε το σύνθημα για έφοδο στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων  στο εσωτερικό του. Οι συμπλοκές που  ακολούθησαν έγραψαν τον αιματηρό επίλογο της εξέγερσης. Οι νεκροί της νύχτας της 17ης Νοεμβρίου, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ανέρχονται στους 24.

Το αποτέλεσμα

photo-7

Φασισμός, ναζισμός, δικτατορία… Όπως και να το αποκαλέσει κανείς η ουσία δεν αλλάζει! Τα χρόνια αυτά χαρακτηρίζονται και θα χαρακτηρίζονται για πάντα ως τα πιο μελανά στην ιστορία όχι μόνο της Ευρώπης αλλά και ολόκληρου του κόσμου. Στην προσπάθεια να μην επανέλθει ο ναζισμός ποτέ και να παραμείνει μόνο μια ιστορική ανάμνηση, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ορίσει τον φασισμό ως μια εγκληματική ιδεολογία. Μάλιστα υπάρχουν παραδείγματα χωρών που τιμωρούν βάσει νόμου τις εν λόγω ενέργειες. Στην Ουγγαρία, προβλέπονται αυστηρότατες ποινές σε όσους αρνούνται το «Ολοκαύτωμα», ενώ στη Γαλλία υπάρχει νόμος που καταδικάζει όποιον αρνείται τη «γενοκτονία των Αρμενίων». Στη Γερμανία που αποτέλεσε μια εκ των αφετηριών του φασισμού, απαγορεύεται βάσει νομοθεσίας η ίδρυση και η λειτουργία ναζιστικών κομμάτων, ενώ και στην Ελλάδα ο φασισμός θεωρείται επίσημα εγκληματική ενέργεια.

Παρά τους νόμους, είναι φανερό ότι ο «ναζισμός» (μετά τον Β.Π.Π. ονομάζεται νεοναζισμός) ζει ακόμα… Όχι σε τέτοιο βαθμό όπως στο παρελθόν αλλά επιβιώνει, με τα τελευταία μάλιστα χρόνια να παρουσιάζει και μια αδικαιολόγητη σταδιακή άνοδο! Δυστυχώς σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη, συμπεριλαμβανομένου και της Ελλάδας, που ο ναζισμός είναι  καταδικαστέος, ο νεοναζισμός, μέσω των νεοναζιστικών κομμάτων,  δείχνει να κερδίζει έδαφος.

Στην Ουγγαρία ονομάζεται «κόμμα Γιόμπικ», στη Γαλλία «Εθνικό Μέτωπο Λεπέν», στην Ελλάδα λέγεται «Χρυσή Αυγή»…

thinkover.gr