Ο Μεταξάς, ένας φιλόδοξος φασίστας καί τό «ΟΧΙ»

Ο Μεταξάς, ένας φιλόδοξος φασίστας και εκμεταλλευόμενος την προσωπική του σχέση με τους μασόνους (Είχε φτάσει στον τριακοστό βαθμό της μασονίας.

11

Ανήκε στην Στοά «Ησίοδος», στην οποία είχε διατελέσει «σεβάσμιος»), βρέθηκε σύντομα στα ανώτατα στάδια της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.

Με τις πλάτες του Βασιλιά πάει στην Γερμανία και ολοκληρώνει τις σπουδές του στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου.

Το σαράκι της πολιτικής τον οδηγεί να φτιάξει το κόμμα των Ελευθεροφρόνων το οποίο όμως δεν μπόρεσε ποτέ να βρει λαϊκά ερείσματα. Στις τελευταίες που πήρε μέρος το 1936 έλαβε μόνο 50.137 ψήφους.

Η απελπισία του ήταν μεγάλη βλέποντας τα όνειρα του να γκρεμίζονται. Στο ημερολόγιο του έγραψε: «Εκλογαί. Από χθες είχα την διαίσθησιν της αποτυχίας. Ερημιά σπιτιού. Κέντρον, χαλαρότης, μόνον οι πιστοί Κεφαλλήνες. Καμία εκδήλωσις έξω. Σήμερον επίσης, παρ’ όλας τας ελπίδας οικείων και φίλων. Νύκτα εξεδηλώθη πλήρως η αποτυχία. Παντού. Εξαιρέσεις Ηλείας και Μεσσηνίας και εκεί μόνον κάτι. Εις Κεφαλληνίαν η επιτυχία όχι πλήρης. Εις Αθήνας η αποτυχία οικτρά.

Συμπέρασμα, ο αντιβενιζελισμός δεν με θέλει, με απέβαλεν εκ του μέσου του. Καλλίτερα».

Όλα έδειχναν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μεταξά έφτανε στο τέλος της. Ο Βασιλιάς όμως είχε διαφορετική άποψη. Στις 9 του Μάρτη τον διορίζει υπουργό στρατιωτικών και ο δρόμος για τον Μεταξά να εγκαταστήσει την δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχε αρχίσει ήδη.

Αμέσως μετά την επικράτηση της δικτατορίας ο Μεταξάς φτιάχνει ένα υφυπουργείο Δημοσίας Ασφάλειας στο υπουργείο Εσωτερικών. Επικεφαλής διορίζει ένα πρόσωπο αφοσιωμένο στην υπόθεση της 4ης Αυγούστου και ιδιαίτερα στον αρχηγό της. Τον Κ. Μανιαδάκης.

Σ’ αυτόν ανατέθηκε να εδραιώσει την δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Με ποιο τρόπο; Μ’ αυτόν που περιγράφει ο Σπύρος Λιναρδάτος στο βιβλίο του «4η Αυγούστου»:

«Τα βασανιστήρια που εφάρμοσαν οι χαφιέδες της αστυνομίας εναντίον των αντιπάλων του καθεστώτος, των κομμουνιστών, σοσιαλιστών, δημοκρατικών, εναντίον των πρωτοπόρων εργατών, φοιτητών, αγροτών και διανοουμένων είναι πολύ δύσκολο να περιγραφούν.
Το ρετσινόλαδο και ο πάγος ήταν από τις κυριότερες μεθόδους βασανισμού για την απόσπαση ομολογιών και δηλώσεως μετανοίας.

Το βασανιστήριο του ρετσινόλαδου εφαρμοζόταν περίπου με τον παρακάτω τρόπο:

Στο τραπέζι του ανακριτή – βασανιστή υπήρχαν τρία ποτήρια, το ένα με 30 δράμια, το άλλο με 75 και το τρίτο με 100 δράμια ρετσινόλαδο. Αν ο ανακρινόμενος δεν ομολογούσε ή δεν υπέγραφε του έδιναν να πιει το πρώτο ποτήρι.

Στην περίπτωση που αρνιόταν και έφερνε αντίσταση άρχιζαν το άγριο ξυλοκόπημα, το φάλαγγα ή χρησιμοποιούσαν άλλες μεθόδους βασανισμού. Ύστερα από μισή ώρα, εφόσον ο αρχιβασανιστής ανακριτής το θεωρούσε σκόπιμο, ακολουθούσε το δεύτερο στάδιο ανάκρισης και ο κρατούμενος έπινε το δεύτερο ποτήρι των 75 δραμίων.

Αν η αντίσταση του κρατουμένου ήταν μεγάλη, ύστερα από ένα τετράωρο γινόταν και η τρίτη «ανάκρισις» και τον υποχρέωναν να πιει ένα ποτήρι των 100 δραμίων.

Σε αυτό το διάστημα και αρκετές ώρες ύστερα από την επενέργεια του καθαρτικού, ο κρατούμενος ήταν κλεισμένος στο κελλί του και δεν του επέτρεπαν να πάει στο αποχωρητήριο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο κρατούμενος γινόταν αληθινό ράκος και το κελλί, στο οποίο τον άφηναν κλεισμένο τέσσερεις, πέντε και περισσότερες μέρες, αληθινός υπόνομος.

Το δεύτερο βασανιστήριο ήταν η στήλη πάγου.

Ανάβαζαν τον κρατούμενο στην ταράτσα της Ασφάλειας και τον υποχρέωναν να καθίσει γυμνός πάνω σε μία στήλη πάγου. Το αποτέλεσμα ήταν ίδιο με του ρετσινόλαδου. Ο κρατούμενος γινόταν αληθινό ράκος. Πολλές φορές οι βασανιστές τον υποχρέωναν να κάθεται τόση πολλή ώρα πάνω στον πάγο, ώστε ορισμένοι κρατούμενοι πάθαιναν κρυοπαγήματα. Υπάρχει μάλιστα στη ζωή ένας από αυτούς που βασανίστηκαν με τη μέθοδο του πάγου: ο Χρήστος Χριστακάκης, ο οποίος υποφέρει από τις συνέπειες του φοβερού βασανιστηρίου. Άλλο βασανιστήριο ήταν το τράβηγμα των νυχιών με τσιμπίδες. Σε άλλους έβαζαν σπίρτα στα νύχια και τα άναβαν ή τους έκαιγαν το κορμί με τσιγάρο. Άλλους τους χτυπούσαν με σακκουλάκια άμμο στα πόδια.

Το ξύλο και τα βασανιστήρια γίνονταν συνήθως στην ταράτσα της Γενικής ή Ειδικής Ασφάλειας για να μην ακούγονται οι κραυγές του κρατούμενου. […] Την εποχή εκείνη «αυτοκτόνησε» σύμφωνα με την εκδοχή της Ασφαλείας, ο χημικός Μαρουκάκης, που είχε συλληφθεί με την κατηγορία ότι ήταν υπεύθυνος του παράνομου Ριζοσπάστη. Στην πραγματικότητα τον Κ. Μαρουκάκη, αφού τον βασάνισαν φρικτά, τον έρριξαν από την ταράτσα και τον σκότωσαν. Με τον ίδιο τρόπο δολοφόνησαν και το γέρο αγωνιστή, στέλεχος της «Εργατικής Βοήθειας», […] Βαλλιανάτο.

Υπολογίζεται ότι εκτός από τις δεκάδες αγωνιστές που πέθαναν από τις κακουχίες στις φυλακές και τις εξορίες και τις εκατοντάδες που παραδόθηκαν από το ξενοκίνητο καθεστώς της 4ης Αυγούστου στους Γερμανοϊταλούς κατακτητές και εκτελέστηκαν, δώδεκα τουλάχιστον δολοφονήθηκαν στην περίοδο της 4ης Αυγούστου κατά τον ίδιο τρόπο στα διάφορα φασιστικά κάτεργα.
Γενική αρχή του καθεστώτος ήταν «σακατεύετε αλλά μη σκοτώνετε». Οι αφηνιασμένοι βασανιστές δεν μπορούσαν πάντα να συγκρατήσουν το «ζήλο» τους σε ορισμένα όρια. Έπειτα, πολλές δολοφονίες έγιναν προμελετημένα, γιατί το καθεστώς ήθελε να «ξεπαστρέψει» και μερικούς για να φοβηθούν και να «σπάζουν» ευκολότερα οι άλλοι.

Σε πολλές δεκάδες φτάνουν οι πολίτες που τρελλάθηκαν, έγιναν φυματικοί ή ανάπηροι ή υπέφεραν για πολλά χρόνια ύστερα από τα βασανιστήρια.».

Ερχεται λοιπόν η στιγμή που ο φασίστας Μουσολίνι στέλνει στον Μεταξά τον πρέσβη που έχει στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι να ζητήσει απ’ τον δικτάτορα να επιτρέχει στις ιταλικές ένοπλες δυνάμεις να καταλάβουν κάποια στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους. Η απάντηση του Μεταξά αρνητική. Δεν μπορούσε να ήταν και διαφορετική.

Διορισμένος, απ’ τον Βασιλιά –που υποστήριζε τα συμφέροντα των Αγγλογάλλων- δικτάτορας και αντιλαμβανόμενος τα αισθήματα της κοινής γνώμης έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και απέρριψε το τελεσίγραφο των Ιταλών.

Η στάση που είχε τότε το διδακτορικό καθεστώς ξεκάθαρη. Ο αρχιστράτηγος Αλ. Παπάγος, λίγες μέρες πριν την ιταλική εισβολή, έλεγε πως αν μας επιτεθούν «θα ρίξωμεν μερικές τουφεκιές διά την τιμήν των όπλων» και ο δικτάτορας Μεταξάς σε συζήτηση με δημοσιογράφους, μόλις άρχισε η ιταλική επίθεση, δήλωνε πως η Ελλάδα δεν πολεμά για τη νίκη και, όπως σημειώνει στο ημερολόγιό του, τον ανησυχούσε «η υπεραισιόδοξος κοινή γνώμη».

Όταν ξεκίνησε η επίθεση του Ιταλογερμανικού άξονα πάνω από 2.000 κομμουνιστές και δημοκράτες σάπιζαν σε φυλακές και τόπους εξορίας.
Στις 31 Οκτώβρη από τα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας της Αθήνας, ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης καλούσε τον ελληνικό λαό με ανοιχτό γράμμα του να πολεμήσει ενάντια στο φασισμό. Το «Ανοιχτό γράμμα» του Ν. Ζαχαριάδη ήταν και η βάση της πολιτικής του γραμμής, που καθόρισε και την πορεία και την έκβαση του αγώνα:

 

«Ο φασισμός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα, με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει.

Σήμερα, όλοι οι Ελληνες παλεύουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει, πρέπει να παλεύει αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι.

Δίπλα στο κύριο μέτωπο και ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ. Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα.

Στον πόλεμο αυτό, που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Επαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για τον σημερινό του αγώνα πρέπει να είναι, και θα είναι, μια καινούρια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, με έναν πραγματικό λαϊκό πολιτισμό. Ολοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θα είναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας»

Την ίδια στιγμή περίπου 600 κρατούμενοι στην Ακροναυπλία υπέβαλαν υπόμνημα στην κυβέρνηση που καταδίκαζε την ιταλική φασιστική επίθεση, καλούσαν σε αντίσταση και ζητούσαν να πολεμήσουν.

«Εμείς οι κομμουνιστές παίρνουμε τη θέση μας στην πρώτη γραμμή του πυρός …για τη συντριβή των επιδρομέων και την υπεράσπιση της ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της χώρας μας». Το ίδιο αίτημα εξέφρασαν και οι κομμουνιστές κρατούμενοι σε Φολέγανδρο, Ανάφη, Κίμωλο, Γαύδο, Πύλο, Αίγινα κ.α. Η κυβέρνηση όμως απέρριψε το αίτημα, ζητώντας να αποκηρύξουν πρώτα τις αντιφασιστικές και κομμουνιστικές τους ιδέες. Χαρακτηριστική η φράση του Μεταξά που είπε: «Εμείς θέλουμε να πολεμήσουμε την Ιταλία οι κομμουνιστές θέλουν να πολεμήσουν το φασισμό».

Ο πόλεμος ξεκίνησε και ο ελληνικός λαός έγραψε στα βουνά της Πίνδου μερικές απ’ τις πιο λαμπρές σελίδες στην ιστορία του. «Οι ήρωες πολεμούν σαν Ελληνες» είχε πει ο Ουίνστον Τσώρτσιλ περιγράφοντας την στάση του ελληνικού στρατού απέναντι στον Ιταλογερμανικό άξονα.

Μετά την εισβολή των Γερμανών, το τμήμα της αστικής τάξης που είχε οικονομικοπολιτικές σχέσεις με τους Αγγλογάλλους φρόντισε να φύγει από την Ελλάδα για τη Μέση Ανατολή, το δε τμήμα της που είχε ανάλογες σχέσεις με τους Γερμανούς να μείνει στην Ελλάδα και να εγκαθιδρύσει το κατοχικό καθεστώς με διάφορα πολιτικά σχήματα και πρόσωπα και έναν κρατικό μηχανισμό.

Ενα μηχανισμό που θα αποτελούσε, όπως αποδείχτηκε μετά την απελευθέρωση, ένα από τα πιο καλά εργαλεία εξασφάλισης της εξουσίας του κεφαλαίου στο σύνολό του, με τη χρησιμοποίησή του από το φιλοαγγλικό τμήμα της άρχουσας τάξης και του αστικού πολιτικού κόσμου, που υποτίθεται ότι έκανε αντίσταση στη γερμανική κατοχή από το εξωτερικό, αλλά και τους Αγγλους. Μεμονωμένα μόνο πρόσωπα του αστικού πολιτικού κόσμου πέρασαν στην Αντίσταση.

Ηταν τότε που με πρωτοβουλία του ΚΚΕ γινόταν το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ για να αντισταθεί ένοπλα στους κατακτητές.
Ηταν τότε που οι «εθνικόφρονες» στελέχωναν τους γερμανοτσολιάδες και τα «σώματα ασφαλείας» που συνεργαζόταν με τους φασίστες

Βαθύ κόκκινο