Θεσσαλονίκη, 6/5/48: Οι «κατάσκοποι» στο συνήθη τόπο των εκτελέσεων…

6 (1)
Πέμπτη της Διακαινησίμου, 6 Μαΐου 1948
 Είναι άγρια χαράματα ακόμα, όταν μέσα στο διαβόητο κάτεργο του Γεντί Κουλέ, στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης, τρίζουν βασανιστικά οι σιδερένιες κλειδαριές κι ανοίγουν διάπλατα οι πόρτες του διαδρόμου που οδηγεί στην πτέρυγα των μελλοθανάτων. Σύντομα, 11 κρατούμενοι θα οδηγηθούν στο απόσπασμα, σε κάτι ερημιές εκεί πίσω από το Επταπύργιο – είναι ο «συνήθης τόπος των εκτελέσεων», όπως αναφερόταν στα ανακοινωθέντα της εποχής.

Το έγκλημά τους: κατασκοπία…
Ίσως πολλοί από τους εκεί κρατούμενους να μην είχαν μπορέσει να βρουν –παρά το βαθύ σκοτάδι– ύπνο τη νύχτα εκείνη, μέχρι την ώρα που φτάνουν στα αυτιά τους οι ήχοι από τις βαριές μπότες των δεσμοφυλάκων. Το βέβαιο είναι πως όταν οι πόρτες ανοίγουν, όλοι είναι πλέον ξύπνιοι, γνωρίζοντας τι θα ακολουθήσει. Και μέσα σε παγερή σιωπή, ακούνε τους άντρες της φρουράς να καλούνε 11 συγκρατούμενούς τους να… ετοιμαστούνε για το τελευταίο τους ταξίδι.
Είναι οι Σταύρος Δημητράκος, Χρήστος Εμμανουηλίδης, Ανδρέας Δεληδήμος, Θεόδωρος Τσομπανίκος, Κλήμης Υετίωνας, Παναγιώτης Πρασσάς, Δημήτρης Βαλμάς, Δημήτρης Σαμαράς, Δημήτρης Ξενιτίδης, Ιωάννης Μυλωνίδης και η Αλίκη Βέτα.
Είναι 11 από τους καταδικασμένους σε θάνατο στη λεγόμενη «δίκη των κατασκόπων», μια από τις μεγάλες δίκες στη Θεσσαλονίκη καταμεσής του Εμφυλίου Πολέμου –είχε προηγηθεί η λεγόμενη «δίκη της ΟΠΛΑ» (Ομάδα Προστασίας Λαϊκού Αγώνα) και η «δίκη της ΜΛΑ» (Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα)–, όπου σχεδόν πάντα η απόφαση του έκτακτου στρατοδικείου «σκοπιμότητας» ήταν προαποφασισμένη. Στην προκειμένη περίπτωση οδηγήθηκαν στο στρατοδικείο 72 άντρες και γυναίκες, κατηγορούμενοι όλοι για κατασκοπία. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο συνταγματάρχης, εκ των ηγετών της «Χ», Ιωάννης Κοκορέτσας, που περίπου μια δεκαετία αργότερα προήδρευε στη δίκη – παρωδία του διαβόητου Γερμανού «χασάπη της Θεσσαλονίκης» Μαξ Μέρτεν.
Ο Σταύρος Δημητράκος
 DSC04784

Αρχηγός των 72 αυτών «κατασκόπων», μιας ετερόκλητης ομάδας λιγότερο ή περισσότερο ενεργών Αριστερών και πρώην ΕΑΜιτών είχε «χριστεί» από τους κατηγόρους ο Σταύρος Δημητράκος, ένας από τους πιο αφανείς ήρωες της Αντίστασης και της πρώιμης φάσης του Εμφυλίου στη συμπρωτεύουσα.
Ο λόγος που τον ήθελαν όχι μόνο στο εδώλιο, αλλά στημένο στον τοίχο, ήταν προφανής: Ως υπεύθυνος του Β΄ Γραφείου αρχικά της εφεδρικής και εν συνεχεία της ΧΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Θεσσαλονίκης, ο Δημητράκος έπαιξε κύριο ρόλο στη συλλογή πληροφοριών που είχαν σχέση με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Έχοντας έρθει ο ίδιος προσωπικά σε επαφή με αξιωματικούς του εχθρού, γνώριζε πολλά «ευαίσθητα» στοιχεία!
Επίσης, στη διάρκεια του Εμφυλίου και της «λευκής» τρομοκρατίας είχε κοινοποιήσει στον ΟΗΕ πληθώρα ντοκουμέντων για τις άγριες διώξεις κατά των πρώην αντιστασιακών, ενώ είχε πρωτοστατήσει, λίγο πριν τη σύλληψή του, και σε αποκαλύψεις σχετικά με τη δολοφονία του πρώην υπουργού του ΕΑΜ Γιάννη Ζέβγου στη Θεσσαλονίκη, στις 20 Μαρτίου 1947, με τον οποίο ήταν να συναντηθεί τη μοιραία εκείνη μέρα.
 
Η «δίκη των κατασκόπων» άρχισε στις 3 Απριλίου 1948 στο έκτακτο στρατοδικείο που είχε στηθεί στην αίθουσα συναυλιών του Ραδιοφωνικού Σταθμού Θεσσαλονίκης. Στις 27/4 τερματίστηκε η ακροαματική διαδικασία, το απομεσήμερο της Μ. Τετάρτης 28/4 εκδόθηκε η απόφαση: «Εις θάνατον 36» (33 άντρες και 3 γυναίκες) και την επόμενη ανακοινώθηκε η απόφαση στους «κατασκόπους» στην αυλή του Επταπυργίου.
DSC04785
Το τελευταίο γράμμα του Σταύρου Δημητράκου
Μαθαίνοντας τα νέα, η μητέρα της Αλίκης Βέτα, Βασιλική, κατέβηκε στην Αθήνα για να συναντήσει τον ξάδερφό της από τη Σάμο, τον πρωθυπουργό Θεμιστοκλή Σοφούλη, και να του ζητήσει να μεσολαβήσει στο βασιλιά να δώσει χάρη. Στην είσοδο είπε στον φρουρό ποια είναι, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να δει τον Σοφούλη.
Η ίδια μονολογούσε αργότερα ότι αν είχε να δώσει λίρες στους φρουρούς, ίσως την άφηναν να τον πλησιάσει, αλλά η στάση του πρωθυπουργού είχε μάλλον πιότερο να κάνει με την προ ημέρας δολοφονία του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά από μέλος της ΟΠΛΑ – κατόπιν αυτής αποφασίστηκε να εκτελεστούν όλοι οι θανατοποινίτες κουμουνιστές, χωρίς να εξεταστούν τα αιτήματα χάριτος. Και όντως, την ίδια μέρα, στις 6/5, εκτελέστηκαν σε όλη την επικράτεια συνολικά 156 άνθρωποι…
 
Εκτελώντας συγγενή
 
Στο απόσπασμα λαμβάνει χώρα μια δραματική σκηνή, από εκείνες που καταδεικνύουν με τον πιο ωμό τρόπο τη βαρβαρότητα και τον απύθμενο παραλογισμό κάθε εμφύλιου σπαραγμού. Αντικρίζοντας παραταγμένους τους μελλοθάνατους, ένας από τους άντρες του 595ου ανεξάρτητου τάγματος του Γ΄ Σώματος Στρατού που κλήθηκαν, παρά τη θέλησή τους και τις αντιρρήσεις τους, να φέρουν σε πέρας το δύσκολο έργο της εκτέλεσης, αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Σ. Δημητράκου τον ξάδερφο της μητέρας του και ξεσπάει σε λυγμούς, για να τον παρηγορήσει στη συνέχεια ο ίδιος ο Δημητράκος.
Ο στρατιώτης εξαιρείται από την εκτέλεση, αλλά ο Δημητράκος δεν θα «γλιτώσει» να πέσει από χέρι συγγενούς, έστω και… μελλοντικού, έστω και εξ αγχιστείας. Όταν πολλά χρόνια αργότερα ένας από τους άντρες που ήταν στο εκτελεστικό απόσπασμα θα αφηγηθεί τυχαία το συγκεκριμένο περιστατικό στη γυναίκα του, θα ανακαλύψει ότι έχει παντρευτεί (μιαν άλλη) πρώτη ξαδέρφη του Σταύρου…
Μπροστά στις κάνες και πριν δοθεί το μοιραίο παράγγελμα, ο μελλοθάνατοι αναφωνούν «είμαστε Έλληνες, μη μας σκοτώσετε», για να σβήσουν οι φωνές τους στον αντίλαλο της ομοβροντίας των τυφεκίων. Πιο πέρα, στο Επταπύργιο, οι υπόλοιποι κρατούμενοι ακούνε την εκπυρσοκρότηση των όπλων, και όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, αρχίζουν να τραγουδάνε όλοι μαζί το Πένθιμο Εμβατήριο: «Επέσατε θύματα, αδέρφια εσείς/ σε άνιση μάχη κι αγώνα…»
ΥΓ1: Οι αναγνώστες ας κρατήσουν το όνομα του Σταύρου Δημητράκου. Η North Press θα επανέλθει την κατάλληλη στιγμή με άκρως ενδιαφέροντα στοιχεία, που σχετίζονται με τη δράση του και θα αποκαλύψουν πτυχές μιας «άγνωστης» ιστορίας για τη Θεσσαλονίκη!
ΥΓ2: Η Αλίκη Βέτα ήταν η αδερφή της γιαγιάς μου, η οποία τη θυμόταν μέχρι την τελευταία στιγμή (αν και σχεδόν ποτέ δεν μου μίλησε για εκείνη).
Ας μου συγχωρέσουν, λοιπόν, οι αναγνώστες τον όποιον προσωπικό τόνο στη γραφή…
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΓΟΥΣΙΔΗΣ