Αριστερά και ασφαλιτολογία: μια απολογητική της Εξουσίας

ασφαλιτες.jpgΤις τελευταίες ημέρες των συγκεντρώσεων στο κέντρο της Αθήνας και ειδικά την ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου για το ασφαλιστικό, και την συγκέντρωση στη βουλή, γίναμε μάρτυρες για άλλη μια φορά της πολεμικής που συντροφεύει συχνά-πυκνά κάθε υποκείμενο, όχι μόνο τους αναρχικούς, όταν οι συγκεντρώσεις μετατρέπονται σε συγκρούσεις.

Συγκεκριμένο βίντεο, και ειδικά συγκεκριμένο καρέ, από τις συγκρούσεις στην πλατεία Συντάγματος χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να τεκμηριωθεί είτε 1) η συνεργασία των αναρχικών με την αστυνομία είτε 2) το γεγονός πως τα μπάχαλα τα κάνουν μπάτσοι-ασφαλίτες με κουκούλες ή και τα δύο μαζί. Ή 3) να καταδειχθεί πως τα μπλοκ των αναρχικών είναι προβληματικά μιας και είναι ευάλωτα στην είσοδο ασφαλιτών που προσποιούνται τους «μπαχαλάκιδες» κ.ο.κ

Ο σχολιασμός όσων αναπαρήγαγαν το βίντεο πάει κάπως έτσι: στο συγκεκριμένο καρέ ένας διαδηλωτής φαίνεται πως αποκαλύπτεται, βγάζοντας την κουκούλα του, στα ματ ωσάν να λέει: τι βαράς ρε μαλακά, εγώ είμαι. Την ίδια στιγμή, ενώ τα ματ φαίνεται πως κάνουν επίθεση σταματούν, μετά την αφαίρεση της κουκούλας από τον διαδηλωτή.

Αυτός ο σχολιασμός του καρέ από το βίντεο ισχυρίζεται πως αυτό που βλέπουμε είναι επικοινωνία μεταξύ δυο γνωστών:

των ματ και του διαδηλωτή. Έτσι, τα συμπεράσματά βγαίνουν αβίαστα εκ μέρους όσων αναπαρήγαγαν το βίντεο με αυτό τον σχολιασμό (δες 1,2,3 παραπάνω) αναλόγως πόσο κρετίνοι είναι. Κάτι τέτοιο μπορεί να αντικρουστεί με διάφορους τρόπους. Ο ένας είναι η αποδόμηση της ίδιας της θέσης με βάση το ίδιο το υλικό του βίντεο.

Μπορεί, για παράδειγμα, στο ίδιο πλαίσιο, κάποιος να ισχυριστεί το προφανές:

τα ματ κάνουν απλώς προσποίηση επίθεσης, αλλά και να μην έκαναν κάτι τέτοιο αντιμετωπίζουν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα: την κάθοδο στα γλιστερά σκαλιά της πλατείας προκειμένου να αντιμετωπίσουν 6-7 άτομα που ανεβοκατεβαίνουν και είναι αρκετά ευκίνητα- και μιας και δεν έχουν εντολές για κυνηγητό απλά σταματούν. Από την άλλη, το σημείο στο οποίο στέκονται τα ματ είναι ένα πάρα πολύ κλασσικό σημείο και σχεδόν ποτέ δεν κατεβαίνουν τα σκαλιά από αυτό το μέρος. Κυρίως δέχονται μολοτοφ, απαντούν με δακρυγόνα και αν βρεθεί κάποιος εκεί κοντά τον δέρνουν κ.ο.κ

Από την άλλη, ο διαδηλωτής καθώς αποκαλύπτεται, δεν εμφανίζει το πρόσωπό του επειδή φοράει full-face. Έτσι, κάποιος μπορεί να πει πως, εν τέλει, αυτή ήταν μια αυθόρμητη κίνηση.

Από μια τρίτη μεριά, κανείς δεν έχει στοιχεία να μας διαφωτίσει αν ο συγκεκριμένος προήλθε από κάποιο μπλοκ αναρχικών. Και μιας και στο βίντεο δεν φαίνεται κανένα αναρχικό μπλοκ με τις σημαίες και τα πανώ του,  η σπέκουλα στήνεται από όσους είναι ειδικοί στην προβοκατολογία και μέσω των μηχανισμών τους στα social media διαχέεται στο Internet.

Παρ’ όλα αυτά δεν θέλω να σταθώ στο βίντεο αυτό καθαυτό αλλά να αναλύσω το πολιτικό σκεπτικό όσων αναπαρήγαγαν αβίαστα τη συγκεκριμένη θέση και όσων βέβαια το έστησαν: την ασφαλιτολογία και προβοκατολαγνεία.

H άποψη που λέει πως «οι μπάτσοι προκαλούν τα μπάχαλα» ή, ο καθρέφτης της, «οι συνεργάτες των μπάτσων κουκουλοφόροι προκαλούν την αστυνομία και άρα την καταστολή ειρηνικών διαδηλώσεων διαμαρτυρίας» εκφράζεται στο και από το ίδιο υποκείμενο το οποίο και καλείται ως τέτοιο από τις περισσότερες κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών, ειδικά μετά το ’12: το αστικό υποκείμενο, το υποκείμενο της δημοκρατίας, ο ιδιώτης που βγαίνει στον δημοκρατικό στίβο ως πολίτης προκειμένου να διαπραγματευτεί, εντός και με βάση το δημοκρατικό πλαίσιο, την αναπαραγωγή του με το κράτος, την πολιτική εξουσία.

Πάει περίπατο, λοιπόν, κάθε αναφορά στην «εργατική τάξη», μετατρέπεται σε καρικατούρα –και είναι- κάθε επαναστατικός βερμπαλισμός που καλεί σε ξεσηκωμό και άλλα τέτοια γραφικά, ενώ το πλαίσιο το οποίο έχει στηθεί, σύμφωνα και με την αντίληψη των δημοκρατών, είναι αυτό της «ειρηνικής διαμαρτυρίας».

Τίποτε απ όλα αυτά δεν είναι τυχαίο. Από την άποψη πως ο συνολικός σχεδιασμός η λογική, τα συνθήματα, και η ιδιαίτερη πρακτική εφαρμογή αυτών των κινητοποιήσεων (από το σύνολο της αριστεράς και του καθεστωτικού συνδικαλισμού) με αιχμή την συγκέντρωση μπροστά από τη βουλή την ημέρα και ώρα ψήφισης των διάφορων νόμων είναι η εξωτερικοποίηση του υποκειμένου που αναφέρθηκε παραπάνω: του πολίτη. Και τίποτε παραπάνω.

Ο πολίτης ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της πολιτικής εξουσία για διάλογο –όχι για… ταξική πάλη- με το να θεωρεί πως η ειρηνική διαμαρτυρία μπροστά στο ναό της δημοκρατίας θα «στείλει το μήνυμα» και θα καταφέρει –αν μαζευτούν πολλοί πολίτες- να αναιρέσει ή να μπλοκάρει –εφόσον η εξουσία πάρει το μήνυμα πως ο ίδιος δεν επιθυμεί τον συγκεκριμένο νόμο- την ψήφιση του εκάστοτε νόμου κ.λπ. Είναι μια μεταφορά της κοινοβουλευτικής πάλης στο δρόμο. Το πρόβλημα με όλο αυτό είναι πως, πλέον, για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους –που δεν είναι της παρούσης- η δημοκρατία έχει μετατραπεί στο θέαμά της. Η κοινοβουλευτική πάλη καθώς και η «ειρηνική διαμαρτυρία» ως συμμετοχή στον διάλογο της κοινοβουλευτικής είναι ένα θέατρο, μια αναπαράσταση της απουσίας των υποσχέσεων την ίδιας της δημοκρατίας. (Ερώτημα αποτελεί αν δεν ήταν από πάντα παρά ένα θέαμα για τους προλετάριους. Ας πούμε πως υπήρξε μια εποχή που η δημοκρατία για τους προλετάριους –αλλά όχι όλους- ήταν το θέαμα της εκπροσώπησης των συμφερόντων της εργατικής τάξης, τώρα, πάει… δεν είναι ούτε αυτό)

Προσοχή: μπορεί το πλαίσιο στο οποίο εξελίσσονται αυτές οι διαμαρτυρίες να είναι το αστικοδημοκρατικό, αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να διαρρηχθεί. Άλλωστε, αυτό το πλαίσιο επικρατεί σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ή ιδιωτικής ζωής. Το σημείο διάρρηξης του πλαισίου που αρκείται σε έναν «ειρηνικό διάλογο» με την εξουσία (στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτού του είδους οι διαμαρτυρίες) είναι αυτό το οποίο ένα κομμάτι της αριστεράς και σίγουρα σύσσωμος ο κόσμος του ΚΚΕ (ΠΑΜΕ, φοιτητές και ό,τι άλλο) καταγγέλλει: τις συγκρούσεις.

Από την άλλη, αυτό δεν σημαίνει ότι υπερασπίζομαι τα μπάχαλα για τα μπάχαλα ή θεωρώ πως εφόσον το αστικοδημοκρατικό πλαίσιο διαρρήχθηκε τότε «όλα καλά», όχι –αυτό είναι κάτι που απαιτεί συγκεκριμένη κριτική στο  πλαίσιο αυτό, το οποίο αναπαράγεται ως κανόνας τα τελευταία χρόνια αλλά και πάλι δεν είναι της παρούσης-. Καταδεικνύω όμως τις διαθέσεις και τη λογική όλων όσων τοποθετούνται έτσι, απέναντι –και αυτό έχει σημασία- στο θέαμα των συγκρούσεων.

Στη πραγματικότητα όλος αυτός ο συρφετός που χρησιμοποιεί τη γλώσσα του κράτους προκειμένου να περιγράψει το θέαμα των συγκρούσεων αλλά, και αυτό είναι το πιο βασικό, την σύγκρουση την ίδια, τα περιεχόμενα της, -με την έννοια πως ταυτίζει το θέαμα με το περιεχόμενο της δράσης- ηθελημένα ή αθέλητα παίζει και εκπληρώνει το ρόλο του ακραίου κέντρου• κάνει πράξη, από τα αριστερά, την νεοφιλελεύθερη ρητορεία περί των δυο άκρων και απολογείται εκ μέρους του Κράτους, των μπάτσων και της εξουσίας που «ψηφίζει μνημόνια». Εμφανίζεται, ο ίδιος, ως η «δημοκρατική εγγύηση» απέναντι στους ταραξίες, και έτσι, εκείνη τη στιγμή ταυτίζεται με το Κράτος.

Το φανταστικό είναι ότι το Κράτος δεν προσπαθεί ιδιαίτερα για κάτι τέτοιο, κάθε άλλο. Άλλωστε, έχει παρέλθει προ πολλού ο καιρός που μια ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση το ενδιαφέρει. Και, μάλλον, έχει χαθεί έτσι κι αλλιώς αυτή η δυνατότητα. Μπορούμε να το αναγνωρίσουμε, ίσως, στις συγκρούσεις των τελευταίων ετών και την άνοδο του αστυνομικού κράτους, ιδιαίτερα μετά την εξεγέρση του 2008, εκτός από την αριστερά.

Οι αντι-μνημονιακοί, οι υπέρμαχοι του λαού και της εργατικής τάξης, δεν χάνουν ευκαιρία να εκφράζουν, χρησιμοποιώντας μια κατασκευή της εξουσίας ως αποδιοπομπαίο τράγο, πως πρέπει, κατά τη γνώμη τους, να γίνεται η πάλη για τα συμφέροντα του λαού. Ποιο είναι το όριο και το περιεχόμενο αυτής της πάλης.

Έτσι, αυτό που συμβαίνει είναι να λειτουργούν –στο βαθμό που μπορούν- ως το καπίστρι στα χέρια του κράτους προκειμένου να πειθαρχήσει το υποκείμενο εκείνο που δεν περιμένει και δεν έχει να περιμένει τίποτα από τις διαδικασίες διαμαρτυρίας της αστικής δημοκρατίας του καθεστωτικού συνδικαλισμού και της ξεπεσμένης αριστεράς. Λειτουργούν, με αυτό τον τρόπο, ως διορθωτής, ως η «επαναφορά στην τάξη» μέσω της καταγγελίας των «έκνομων συμπεριφορών» και των «κακών μπαχαλάκιδων που είναι ασφαλίτες το δίχως άλλο μιας και ο λαός δεν κάνει τέτοια» του υποκειμένου που δεν βλέπει κανένα αποτέλεσμα στις αγανακτισμένες ειρηνικές βολτούλες στο κέντρο της Αθήνας του ΠΑΜΕ του ΚΚΕ και λοιπών σοσιαλδημοκρατικών/σταλινικών απολιθωμάτων.

Ό,τι δεν καταφέρνει το κράτος: να πειθαρχήσει κάθε έναν και κάθε μια από εμάς, το προσπαθεί η αριστερά του με τα πιο βρώμικα μέσα: την ασφαλιτολογία.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό το γεγονός πως στη συγκεκριμένη περίπτωση η γραμμή της Καθημερινής [link] και η γραμμή του βαθύ κνίτικου twitter που διέδωσε το βίντεο ως « ‘’αναρχικός’’ αποκαλύπτεται στα ματ» είναι σε κάθε περίπτωση συμπληρωματικές. Μια αφήγηση –της Καθημερινής- για τους αστούς και μια αφήγηση –του βίντεο- για κάθε μικροαστικό κατακάθι.

Είναι, όλο αυτό, μια έκφραση που κομμάτι της αριστεράς (και του ΚΚΕ) σιχαίνεται με κάθε τρόπο: την καθαρή, όπως την ονομάζουν, ταξική πάλη. Κυρίως επειδή η αριστερά έρχεται αντιμέτωπη με τον καθρέφτη της, ο οποίος της καταδεικνύει πόσο ιστορικά αποτυχημένη είναι. Κυρίως επειδή μια κορυφαία έκφραση -από την άποψη της έκρηξης των αντιθέσεων- της ταξικής πάλης, όσο θεαματική και να είναι, απειλεί τον παραδοσιακό ρόλο της: την πολιτική και συνδικαλιστική μεσολάβηση.

Όταν η ίδια η ταξική πάλη σε έχει καταστήσει ιστορικά άχρηστο και παρωχημένο, όταν η ίδια η ταξική πάλη σου λέει πως, πλέον, το μόνο πράγμα που εξυπηρετείς είναι τα συμφέροντα του μηχανισμού σου, τότε, η απάντηση της αριστεράς σε αυτό είναι η ΜΥΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ των κοινωνικών αντιθέσεων. Η άποψη πως μόνο η δημοκρατία αποτελεί την αληθινή κοινωνική έκφραση και οτίδηποτε πέρα από αυτήν είναι προϊόν καθαρής συνωμοσιολογίας ή κρατικού σχεδιασμού. Έτσι η ταξική πάλη, αυτή την οποία η αριστερά λιβανίζει με κάθε τρόπο, μετατρέπεται στην καρικατούρα της, σε μια ιεροτελεστία κατά την οποία οι δημοκράτες με τα σφυροδρέπανα κατεβαίνουν στο ναό της δημοκρατίας να κλαυτούν για το γεγονός πως το σύστημα δεν ενδιαφέρεται πλέον για την πολιτική αναπαραγωγή τους και δεν υπάρχει θέση στο κράτος για αυτούς.

provo.gr