Ενα «προβληματικό» αφιέρωμα στον Νίκο Μπελογιάννη

image006

Προσωπικά τον πολιτικό διάλογο ειδικά για ιστορικά θέματα όχι απλώς δεν τον αποφεύγω αλλά αντίθετα τον επιδιώκω.

Το γράφω αυτό γιατί διαβάζοντας το ένθετο βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε μαζί με την εφημερίδα «Αγορά» και το οποίο είναι αφιερωμένο στην πολιτική διαδρομή δυο ηρώων του κομμουνιστικού κινήματος, των Μπελογιάννη, Πλουμπίδη, αγανάκτησα.
Όχι τόσο για συνέντευξη του γιου του Μπελογιάννη στον δημοσιολόγο του ΔΟΛ Μάκη Προβατά, που περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα.

Του Γ. Γ.

Είναι γνωστές οι αντισταλινικές – αντιζαχαριαδικές απόψεις του που φτάνουν στα όρια της χυδαιότητας. Την ίδια «κασέτα» που παρακολουθήσαμε τώρα, απ’ αυτόν τον τύπο, μας την είχε ξανασερβίρει –ακριβώς με τις ίδια «κονσερβαρισμένες εκφράσεις- από τον ραδιοσταθμό του ΣΥΡΙΖΑ.

Άλλο όμως είναι το εξοργιστικό. Ο τρόπος που το στέλεχος του κόμματος της Κουμουνδούρου Κωνσταντίνος Αλεξίου –παρουσιάζεται και σαν ιστορικός- προσεγγίζει τα όσα έχουν διαδραματιστεί σ’ αυτή την ταραγμένη εποχή και αφορούν τον Νίκο Μπελογιάννη.
Δεν χρειάζεται κανείς να είναι ιστορικός για να αποδομήσει βασικά σημεία του αφηγήματος του. Μ’ αυτό το σκεπτικό θα παραθέσουμε όλο το πόνημα του και με την πρώτη ευκαιρία θα διατυπώσουμε τις δικές μας ενστάσεις,

Παραθέτουμε αρχικά την εισαγωγή του αφιερώματος που υπογράφει ο Διονύσης Ν. Μουσμούρης:

Τον Ιούνιο του 1950 ο Νίκος Μπελογιάννης επέστρεψε στην Ελλάδα, με εντολή από το ΚΚΕ να αναλάβει, σε συνεργασία με τον Νίκο Πλουμπίδη, την οργάνωση του παράνομου ΚΚΕ στην Αθήνα.
Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου συνελήφθη. Στις 19 Οκτωβρίου 1951 άρχισε η δίκη του στο στρατοδικείο της Αθήνας, η οποία επαναλήφθηκε τον Φεβρουάριο του 1952 μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας.

Η υπόθεση ξεσήκωσε μεγάλες αντιδράσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Παρά τις αντιδράσεις, την Κυριακή 30 Μαρτίου 1952 οι κρατούμενοι Μπελογιάννης, Ν. Καλούμενος, Δημ. Μπάτσης και Ηλ. Αργυριάδης εκτελέστηκαν διά τυφεκισμού.

Η επίσημη πολιτική τάξη ουσιαστικά δεν προσπάθησε να αποτρέψει την καταδίκη και την εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του. Στο πρόσωπο του Μπελογιάννη η πολιτική εξουσία βρήκε από τη μια μεριά τον «αποδιοπομπαίο τράγο» για την εξόντωση του κομμουνιστικού κινδύνου και από την άλλη για την εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων.
Ο Μπελογιάννης όμως απέδειξε και με τη στάση του απέναντι στους στρατοδίκες ότι διακατεχόταν από έντονο πατριωτισμό, ενώ τήρησε και μια σταθερή στάση απέναντι στο ΚΚΕ, το οποίο τον άφησε εκτεθειμένο.
Μπορεί η εκτέλεσή του να ικανοποίησε την αμερικανική κυβέρνηση και τις αντικομμουνιστικές διαθέσεις του στρατάρχη Παπάγου, έκανε όμως ολόκληρη την υφήλιο, κομμουνιστική και μη, να στρέψει το ενδιαφέρον της και να διαμαρτυρηθεί γι’ αυτή την αποτρόπαια και καθ’ όλα άδικη πράξη.

Μέσα σε όλο αυτό το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα η δολοφονία του Μπελογιάννη «πέρασε» ως κάτι φυσιολογικό και αναγκαίο από τις «εθνικόφρονες» κυβερνήσεις, για τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, της εξολόθρευσης δηλαδή του κομμουνιστικού κινδύνου.

Με τον θάνατό του ο Μπελογιάννης έγινε ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της ελληνικής αριστεράς.

tsak-giorgis

Αφιέρωμα στον Νίκο Μπελογιάννη (Μέρος 1ο)

Στην περίπτωση τον Νίκου Μπελογιάννη οι συγκεκριμένες εικόνες που δημιουργούνται είναι χονδρικά τρεις. Από τη μία η εικόνα του Μπελογιάννη ως παράνομον και άκρως επικίνδυνου κομμουνιστή που πρέπει να εξοντωθεί για το καλό της πατρίδας (η δεξιά οπτική των εφημερίδων), η εικόνα του Μπελογιάννη ως παράνομου κομμουνιστή που άκρως επιτυχώς συνελήφθη αλλά πρέπει να απο-τελέσει την αρχή της εξομάλυνσης της ήδη οξυμένης μετεμφυλιακής κατάστασης (κυβερνητική οπτική των εφημερίδων) και φυσικά η λίγο-πολύ γνωστή εικόνα που έχουμε και από τη σύγχρονη βιβλιογραφία του Μπελογιάννη ως λαϊκού αγωνιστή και εθνικού ήρωα (αριστερή οπτική των εφημερίδων).

Πρέπει να επισημανθεί ότι για τον ερευνητή της υπόθεσης Μπελογιάννη ο αριστερός Τύπος της εποχής απουσιάζει, αφού μέχρι τον Αύγουστο του 1952 που εκδίδεται η «Αυγή» όλες οι αριστερές εφημερίδες κλείνουν η μία μετά την άλλη. Εκτός όμως από την ανάδειξη εικόνων θα γίνει μια προσπάθεια σχολιασμού ορισμένων στοιχείων που συνήθως περνούν απαρατήρητα αλλά μπορούν να δώσουν στον ερευνητή μια διαφορετική οπτική για την περίοδο της μελέτης.

Ο ΝΙΚΟΣ Μπελογιάννης γεννήθηκε στην Αμαλιάδα του Νομού Ηλείας στις 22 Δεκεμβρίου 1915. Προερχόταν από σχετικά εύπορη οικογένεια μια και ο πατέρας του είχε δικό του ξενοδοχείο και χάρη σε αυτή την οικονομική άνεση ο Μπελογιάννης κατάφερε να σπουδάσει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα όμως με την ενασχόλησή του με τη νομική επιστήμη ο Μπελογιάννης καταπιάνεται και με την επαναστατική δράση των σταφιδοπαραγωγών της Βόρειας Πελοποννήσου.

Η στήριξή του σε τέτοιου είδους ζητήματα, μια και συνδεόταν με τις πρώτες κομμουνιστικές οργανώσεις, τον οδήγησε πολλές φορές στα γραφεία της Ασφάλειας. Παρ’ όλα αυτά αφήνεται ελεύθερος και συνεχίζει τις πανεπιστημιακές σπουδές του.

Τον Μάρτιο του 1936 όμως συλλαμβάνεται για δεύτερη φορά και εκτοπίζεται στην Ίο.
Τον Μάιο του ίδιου χρόνου δικάζεται ερήμην για τα γεγονότα των σταφιδοπαραγωγών και καταδικάζεται σε δύο χρόνια φυλάκιση. Καταφέρνει και παίρνει χάρη και τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου στρατεύεται για να υπηρετήσει τη θητεία του.1

Και στον στρατό όμως τα πράγματα δεν καλυτερεύουν, αφού συλλαμβάνεται για την ανάπτυξη κομμουνιστικής δραστηριότητας και καταδικάζεται σε τρεις μήνες φυλάκιση και έξι μήνες εξορία.

Μετά την αποφυλάκισή του περνάει στον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ και συλλαμβάνεται πάλι τον Μάιο του 1938 στην Πάτρα.
Καταδικάζεται σε πέντε χρόνια φυλάκιση και δύο χρόνια εξορία. Στέλνεται αρχικά στις φυλακές της Αίγινας και από εκεί σε αυτές τις Ακροναυπλίας.

Το 1943 βρίσκεται άρρωστος στο νοσοκομείο Σωτηρία και τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου καταφέρνει να αποδράσει και να περάσει στην αντίσταση. Αναπτύσσει πλούσια αντιστασιακή δράση στην Πελοπόννησο μέσα από τον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ως ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ. Μάλιστα παίρνει αποφασιστικά μέρος, ως καθοδηγητής του αντιστασιακού αγώνα Μεσσηνίας, στην απελευθέρωση της Καλαμάτας, στις 9 Σεπτεμβρίου 1944.

Μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς ο Μπελογιάννης τοποθετείται επικεφαλής του «διαφωτιστικού» τομέα του ΚΚΕ στην Πελοπόννησο, ενώ παράλληλα εκδίδει το εβδομαδιαίο δημοσιογραφικό όργανο του Γραφείου Πελοποννήσου του ΚΚΕ «Ελεύθερος Μοριάς» και έχει την ευθύνη για την καθημερινή εφημερίδα του ΕΑΜ στην Πάτρα «Ελεύθερη Αχαΐα».2

Στην περίοδο του Εμφυλίου έδρασε στην αρχή στην Πελοπόννησο και το 1947 στο γενικό επιτελείο του ΔΣΕ,στην ηπειρωτική Ελλάδα. Στη συνέχεια γίνεται «πολιτικός επίτροπος» μιας κομμουνιστικής ταξιαρχίας και ακολούθως της 10ης Μεραρχίας. Μάλιστα τον Ιούλιο του 1948, σε μια εκκαθαριστική επιχείρηση του εθνικού στρατού, τραυματίζεται σοβαρά στο χέρι. Με την ήττα του ΔΣΕ κατέφυγε μαζί με την ηγεσία του ΚΚΕ και τους ένοπλους κομμουνιστές στις σοσιαλιστικές χώρες. Αυτές είναι οι πληροφορίες που είχε η Ασφάλεια Αθηνών μέχρι να επιστρέψει ο Μπελογιάννης το 1950 στην Ελλάδα. Με τη σύλληψή του θα ανοίξει ένας καινούργιος φάκελος.3

Τα γεγονότα: από την σύλληψη στην εκτέλεση (20.12.1950-30.3.1952). Η αποστολή στην Αθήνα, οι επαφές με τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ και η σύλληψη.

 

Ο Μπελογιάννης καταφθάνει στην Ελλάδα έπειτα από εντολή του Ζαχαριάδη στα τέλη του Ιουνίου του 1950 με σκοπό να οργανώσει τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ, αφού πρώτα τον
εκκαθαρίσει από τα διαβρωτικά στοιχεία ή καλύτερα από τους χαφιέδες, όπως αποκαλούνταν εκείνη την εποχή.

Η αποστολή του είναι άκρως μυστική και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι πολλά μέλη του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ δεν τη γνώριζαν. Μάλιστα ο Πλουμπίδης, υπεύθυνος του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ στην Αθήνα, μαθαίνει για τον Μπελογιάννη μετά την άφιξή του στην Ελλάδα. Ο μοναδικός που γνώριζε την παρουσία και την αποστολή του Μπελογιάννη ήταν ο Βαβούδης, ο γνωστός και ως ασυρματιστής του σπιτιού της Καλλιθέας.4 Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο Μπελογιάννης εγκαινίασε με την είσοδό του στη χώρα μια νέα πρακτική εισόδου κομμουνιστών στην Ελλάδα, αυτή της νόμιμης εισόδου με ψεύτικα στοιχεία και διαβατήρια.

Ο Μπελογιάννης έρχεται σε επαφή με τον παράνομο μηχανισμό, επικεφαλής του οποίου είναι ο Νίκος Πλουμπίδης, παλαιός αγωνιστής και έμπειρος παράνομος. 0 μεγάλος προβληματισμός του Μπελογιάννη ήταν η σύζευξη αυτής της παράνομης δραστηριότητας του Πλουμπίδη με την τότε νόμιμη προσπάθεια πολιτικής έκφρασης από μερίδα αριστερών. Όταν μάλιστα άρχισε να σφίγγει ο αστυνομικός κλοιός, η κατάσταση άρχισε να αποτρέπει αρκετούς από το να μετάσχουν στον παράνομο μηχανισμό και να βρουν καταφύγιο σε μια νόμιμη προσπάθεια έκφρασης.
Αυτό αναγκάζει τον Μπελογιάννη να στραφεί στον διαβρωμένο, κατά τον Ζαχαριάδη, παράνομο μηχανισμό των παλαιών αθηναϊκών οργανώσεων. Αυτός ο διαβρωμένος μηχανισμός ήταν τελικά που οδήγησε στη σύλληψή του, στις 20 Δεκεμβρίου 1950, όταν επισκέφθηκε ένα από τα κεντρικά σπίτια του παράνομου μηχανισμού της Αθήνας και παρά τα «σημάδια» ότι το σπίτι ήταν «καθαρό» τελικά έπεσε σε ενέδρα. Ούτε η προσπάθεια διαφυγής με την ψεύτικη ταυτότητα 5 επετεύχθη και έτσι οδηγείται στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών, όπου θα ταλαιπωρηθεί αρκετά εξαιτίας της άρνησής του να αποκαλύψει την ταυτότητά του.

Στους κόλπους του παράνομου μηχανισμού είχε αρχίσει να προκαλείται ανησυχία για το πού βρίσκεται ο Μπελογιάννης. Οι φόβοι μήπως έχει πέσει στα χέρια της Ασφάλειας οδηγούν τον Πλουμπίδη να δώσει ένα γράμμα στον Χρήστο Βουρνά (αδερφό του Τάσου Βουρνά, γνωστού ιστορικού) και να τον παρακαλέσει να το βάλει στην εφημερίδα «Δημοκρατικός» με την αιτιολογία ότι έχουν χαθεί συγγενικά τους πρόσωπα.6

 

Όπως αναφέρθηκε και αργότερα, αυτή η κίνηση του Πλουμπίδη έγινε με σκοπό να γλιτώσει τον Μπελογιάννη και την Έλλη Ιωαννίδου (Παππά) να μην τους σκοτώσουν «υπογείως» και φυσικά να ειδοποιηθεί το ΚΚΕ.

Έπειτα από περίπου δέκα ημέρες από τη σύλληψη του Μπελογιάννη η Ασφάλεια ανακοινώνει στις εφημερίδες τη σύλληψη 30 κομμουνιστών και στις 4 Ιανουάριου 1951 προχωρά στην επίσημη ανακοίνωση της σύλληψης του Μπελογιάννη και των συντρόφων του. Ενδεικτικά:

«Ο Νίκος Μπελογιάννης εξ Αμαλιάδος, μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ, αποσταλείς κατόπιν εντολής από τας χώρας του Παραπετάσματος εις την Ελλάδαν, συνελήφθη κατόπιν κεραυνοβόλου ενεργείας της Ασφαλείας του Κράτους, μεθ’ όλων των οργάνων τα οποία είχε ονομαστικός εκλέξει η κομμουνιστική ηγεσία διά την ανασυγκρότησιν του παράνομου μηχανισμού…».7 

Η είδηση συγκλόνισε την πολιτική ηγεσία του ΚΚΕ που άρχισε να ψάχνει σε ποιον θα ρίξει τις ευθύνες, με πρώτο και μοναδικό στόχο τον Ν. Πλουμπίδη, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι είχε δημιουργήσει έναν παράνομο οργανισμό χαφιέδων.

Τον Φεβρουάριο του 1951 η Ασφάλεια προχωρεί σε ακόμη μία κίνηση με την αποστολή στον Τύπο των φωτογραφιών του Μπελογιάννη και της Ιωαννίδου και την ακόλουθη ανακοίνωση: «Τα εικονιζόμενα πρόσωπα είναι λίαν επικίνδυνοι κομμουνισταί. Αμφότερα έχουν συλληφθεί αλλά η Ασφάλεια δεν εξακρίβωσε την κατοικίαν των. Πας πολίτης, όστις γνωρίζει τι σχετικώς, θα παράσχη σπονδαίαν υπηρεσίαν εις το Κράτος».8

Στις 2 Αυγούστου 1951 με ανακοίνωση στον Τύπο δημιουργείται η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά και είναι το σημείο που θα αρχίσουν οι προστριβές με την ηγεσία του ΚΚΕ.

Συγκεκριμένα, ο Ζαχαριάδης πίεζε την ΕΔΑ να συμπεριλάβει στα ψηφοδέλτιά της τα ονόματα του Μπελογιάννη και του Πλουμπίδη. Ο νόμος όμως απαγόρευε τέτοιου είδους κινήσεις συμμετοχής εξόριστων ή φυλακισμένων σε ψηφοδέλτια, γεγονός που οδηγούσε την ΕΔΑ να είναι επιφυλακτική στο ενδεχόμενο να δράσει παράνομα από τη στιγμή που ήθελε να παρουσιαστεί ως η νόμιμη πολιτική έκφραση της Αριστερός.

Αν η ηγεσία της ΕΔΑ υπέκυπτε στις πιέσεις του Ζαχαριάδη σίγουρα το κόμμα θα οδηγείτο στη διάλυση, ειδικά μετά και την ανακάλυψη των ασυρμάτων. Τελικώς η ΕΔΑ τάσσεται επισήμως στο πλευρό του Μπελογιάννη και τον συντρόφων του αλλά δεν τον συμπεριλαμβάνει στο ψηφοδέλτιο. Οι εκλογές φέρνουν την ΕΠΕΚ στην κυβέρνηση και τον Ελληνικό Συναγερμό στην αντιπολίτευση.9

Η πρώτη δίκη (20.10.1951)

Λίγες ημέρες προτού ορκιστεί η νέα κυβέρνηση αρχίζει η πρώτη δίκη του Μπελογιάννη και των συντρόφων του από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών.
Η δίκη αυτή ήταν μία από τις μεγαλύτερες δίκες στελεχών και μελών του ΚΚΕ για παράβαση του Ν.509, για προσπάθεια δηλαδή ανασυγκρότησης του ΚΚΕ.

Οι κατηγορούμενοι, συμπεριλαμβανομένου του Μπελογιάννη, έφθασαν τους 93, ενώ πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο αντισυνταγματάρχης Σταυρόπουλος. Η δίκη θα αποτελέσει για την κυβέρνηση, προτού καλά καλά αναλάβει, το μεγάλο αγκάθι για την πολιτική της, αφού προεκλογικά είχε διακηρύξει και πάνω σε αυτό είχε κερδίσει ότι θα καταργηθούν τα έκτακτα στρατοδικεία ενώ τυχόν παραβάσεις του Ν.509 θα δικάζονταν από πενταμελή εφετεία.

Η πολιτική του κατευνασμού των παθών και των εμφυλιακών συγκρούσεων είχε αρχίσει να διχάζει τόσο τον πολιτικό κόσμο (ανάμεσα και σε μέλη της κυβέρνησης υπήρχαν διαφωνίες) όσο και το στρατιωτικό σκέλος της χώρας, αφού μέλη της οργάνωσης ΙΔΕΑ, που ήλεγχε τον στρατό και τα στρατοδικεία (κάτι το οποίο θα αποδειχθεί στη συνέχεια), είχαν έντονες αντιρρήσεις σχετικά με την προσπάθεια που κατέβαλλε η κυβέρνηση για μετατροπή των θανατικών ποινών σε ισόβια δεσμά.10

Πρόθεση της κυβέρνησης ήταν αρχικά να αναβληθεί η δίκη έτσι ώστε να προλάβει και η υπεράσπιση να αναλύσει τις κατηγορίες που προσάπτονταν στους κατηγορουμένους και που έφταναν τις εκατοντάδες σελίδες. Αυτή η πρόταση όμως δεν μπορούσε να υλοποιηθεί νομοθετικά και θα προκαλούσε και την ισχυρή αντίδραση της αντιπολίτευσης. Γι’ αυτούς τους λόγους αποφασίστηκε να γίνει πρόταση διακοπής της δίκης από το ίδιο το στρατοδικείο. Η πρόταση απορρίφθηκε από τον Σταυρόπουλο με τη γνωστή δήλωση ότι αν διακοπεί η δίκη ο ίδιος θα αυτοκτονήσει.

Γίνεται λοιπόν φανερό αφ’ ενός ότι ο αντικομμουνιστικός αγώνας από μια μερίδα των αξιωματούχων δεν έχει λήξει και αφ’ ετέρου ο ισχυρός ρόλος των στρατιωτικών του ΙΔΕΑ στην πολιτική ζωή της χώρας.
Η κυβέρνηση υποχωρεί και η δίκη συνεχίζεται ενώ ο Παπάγος βρίσκει το πάτημα που χρειαζόταν για να αρχίσει μέσα από τον προσκείμενο σε αυτόν Τύπο τη μάχη του για υπονόμευση της κυβέρνησης και των ενεργειών της μπροστά στον κομμουνιστικό κίνδυνο, ενώ παράλληλα αρχίζει να γίνεται αισθητή η αμερικανική υποστήριξη.

Οι κατηγορούμενοι με τη σειρά τους συνεχίζουν να υπερασπίζονται την πολιτική του κόμματός τους ενώ παράλληλα αρκετοί από αυτούς εκδηλώνουν τη μεταμέλειά τους για αυτά που τους κατηγορούν.

Το αποτέλεσμα είναι στις 8 Νοεμβρίου ο βασιλικός επίτροπος να προτείνει βαρύτατες ποινές για τους κατηγορουμένους. Συγκεκριμένα: για 12 θάνατο, για 6 ισόβια, για επτά 20 χρόνια κ.λπ.11
Η φάση-κλειδί όμως για το μέλλον των κατηγορουμένων ήταν όταν ο βασιλικός επίτροπος ζήτησε ορισμένοι από τους κατηγορουμένους να διωχθούν για κατασκοπία. Ήταν η πρώτη φορά που δικαστήριο θα ασκούσε δίωξη για κατασκοπία.
Σε όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου οι κατηγορούμενοι κομμουνιστές δικάζονταν είτε με βάση τον Ν.509 είτε με το Γ’ Ψήφισμα. Στις 15 Νοεμβρίου 1951 το Δικαστήριο βγάζει την απόφασή του: δώδεκα σε θάνατο, ανάμεσα τους ο Μπελογιάννης και η Ιωαννίδου, τρεις σε ισόβια και οι υπόλοιποι με μικρότερες ποινές. Όλοι όμως πίστευαν ότι οι εκτελέσεις, βάσει των όσων υποστήριζε η κυβέρνηση, θα ματαιώνονταν. Η κατάσταση ίσως να ήταν ευνοϊκή για τους κατηγορουμένους αν δεν προέκυπτε η αναβίωση του Ν.375 περί κατασκοπίας. Ο νόμος είχε θεσμοθετηθεί επί Μεταξά και προέβλεπε την καταδίκη ακόμη και σε καιρό ειρήνης.

Η ανακάλυψη των ασυρμάτων στη Βίλα Αύρα και στην Καλλιθέα

Τα πράγματα όμως αρχίζουν να δυσκολεύουν για τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του όταν στις 14 Νοεμβρίου οι δημοσιογράφοι πληροφορούνται από την αστυνομία ότι αφ’ ενός έχουν συλληφθεί πολλοί κομμουνιστές και αφ’ ετέρου ότι ανακαλύφθηκαν ασύρματοι.

Η κυβερνητική πολιτική δηλαδή ανατρέπεται με την αποκάλυψη για εντατική δραστηριότητα του ΚΚΕ μέσω των ασυρμάτων και έτσι ανοίγει καινούργιος φάκελος κατηγορίας.

Ο πρώτος ασύρματος εντοπίζεται στη Βίλα Αύρα, στη Γλυφάδα, η οποία ανήκε στον Ηλία Αργυριάδη. Παράλληλα συλλαμβάνεται ο γνωστός δικηγόρος και οικονομολόγος Δημήτρης Μπάτσης. Ο Μπάτσης συνδέεται, όπως αναφέρουν οι Αρχές, άμεσα με τον ασύρματο στη Γλυφάδα, ο οποίος σταμάτησε να λειτουργεί από την ημέρα που συνελήφθη ο Μπάτσης.

Το πιο πιθανόν, όπως και επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια, ήταν να μη γνώριζε τίποτε για τους ασύρματους, παρ’ όλα αυτά η Ασφάλεια είχε υποψίες ότι υπήρχε και άλλος ασύρματος, ο οποίος εντοπίζεται στην Καλλιθέα.

Το σκηνικό στη συνέχεια είναι από τη μια να συλλαμβάνεται σύσσωμη η οικογένεια Αργυριάδη και από την άλλη μια καταδίωξη στην Καλλιθέα. Το σπίτι ανήκει στην οικογένεια Καλούμενου και έπειτα από εξονυχιστικές έρευνες ανακαλύπτεται και ο δεύτερος ασύρματος, τον οποίο χειριζόταν ο Βαβούδης. Ο Βαβούδης αρνείται να βγει από την κρύπτη και αφού καταστρέφει κάποια έγγραφα αυτοκτονεί.12

Την επόμενη ημέρα όλες σχεδόν οι εφημερίδες, και ειδικά οι φιλοκυβερνητικές, αρχίζουν μια μυθιστορηματική αναπαράσταση της ανακάλυψης της κρύπτης και της αυτοκτονίας Βαβούδη. Είναι φανερό ότι πέρα από την αύξηση της κυκλοφορίας που επεδίωκαν οι προσφιλείς σε αυτήν εφημερίδες, η κυβέρνηση ήθελε να ισχυροποιήσει και τη θέση της απέναντι στους Αμερικανούς.

Ένα στοιχείο που θα προκαλέσει σύγχυση στα μέλη του ΚΚΕ είναι η ανακοίνωση από το κόμμα μετά την αυτοκτονία Βαβούδη. Ο Βαβούδης κατά το ΚΚΕ δεν σκοτώθηκε αλλά φυγαδεύτηκε στην Αμερική γιατί ήταν πράκτορας της Ασφάλειας.

Άλλο ένα τραγικό παραμύθι που πίστεψαν εκατοντάδες μέλη του ΚΚΕ και διατήρησαν την εμπιστοσύνη στο «αλάθητο» του Ζαχαριάδη.13 

Παράλληλα με την ανακάλυψη των ασυρμάτων η κυβέρνηση προσπαθεί να εξομαλύνει την κατάσταση και να προωθήσει κάποια μέτρα ειρηνεύσεως. Από τα τέλη του Νοεμβρίου μερικές εκατοντάδες πολιτικοί εξόριστοι απελευθερώνονται από τον Αϊ-Στράτη ενώ στις 12 Δεκεμβρίου ο υπουργός Δικαιοσύνης Δ. Παπασπύρου καταθέτει στη Βουλή τα μέτρα επιείκειας. Η αντιπολίτευση από την άλλη πλευρά δίνει τη δική της μάχη για να μην ψηφιστούν τα μέτρα έχοντας ως αρωγό πάντα μεγάλο μέρος του στρατεύματος και ας είχε εκκαθαριστεί από τα γεγονότα του Μαΐου με τον ΙΔΕΑ.14 

Οι κινήσεις αυτές του Πλαστήρα όμως δεν έβρισκαν σύμφωνη ούτε την αμερικανική κυβέρνηση, η οποία θεωρούσε ότι τυχόν υποχωρήσεις στο όνομα της δημοκρατίας θα έφερναν τη χώρα πιο κοντά στο να μπει στη σοβιετική σφαίρα επιρροής.

15 Χαρακτηριστικό αυτής της στάσης είναι ότι την ίδια ημέρα που εξαγγέλλει η κυβέρνηση τα μέτρα οι Αμερικανοί ανακοινώνουν ότι περικόπτεται σημαντικά το κονδύλι της αμερικανικής βοήθειας στην Ελλάδα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα και με την ανακάλυψη των ασυρμάτων η κυβερνητική πολιτική της εξομάλυνσης των εντάσεων αρχίζει να συναντά εμπόδια ως προς την εφαρμογή της. Αυτό όμως που γίνεται αντιληπτό και που προκαλεί ερωτήματα στον μελετητή είναι το ότι οι ασύρματοι ανακαλύφθηκαν ακριβώς τη στιγμή που οι θανατικές ποινές δεν θα εκτελούνταν και τα μέσα ειρηνεύσεως θα ψηφίζονταν στη Βουλή.

Η δεύτερη δίκη (15.2.1952)

Στις αρχές Ιανουαρίου του 1952 ο Νίκος Μπελογιάννης μεταφέρεται από τις φυλακές της Κέρκυρας στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών. Η διαδικασία των ανακρίσεων είχε ήδη αρχίσει και ο Μπελογιάννης βρισκόταν σε εξαιρετικά δεινή θέση, όχι εξαιτίας της κατηγορίας για κατασκοπία, την οποία άλλωστε αποκήρυσσε από την πρώτη ημέρα της δίκης, όσο για το βαρύ κλίμα που είχε δημιουργήσει η ηγεσία του ΚΚΕ γύρω του, αισθανόμενος αν μη τι άλλο εκτεθειμένος στις αντικομμουνιστικές επιθυμίες τόσο του ΙΔΕΑ όσο και κάποιων μελών της κυβέρνησης.

Αυτό το βαρύ κλίμα που είχε δημιουργηθεί γύρω από τον Μπελογιάννη είχε να κάνει με την αίσθηση την οποία είχε ότι κάποιος μέσα από το ΚΚΕ προσπαθούσε αφ’ ενός να δημιουργήσει έριδες και αφ’ ετέρου να εφαρμόσει τα δικά του σχέδια για το κόμμα. Συγκεκριμένα, από την πρώτη ημέρα της σύλληψής του και ίσως και πιο νωρίς βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα εσωκομματικό πολιτικό παιχνίδι. Από τη μια πλευρά βρισκόταν η ηγεσία του ΚΚΕ με τους διαβρωμένους από «χαφιέδες» παράνομους μηχανισμούς και από την άλλη οι «νόμιμοι» εκφραστές της Αριστεράς. Αυτή η αδυναμία συνεννόησης για την εφαρμογή μιας κοινής πολιτικής γραμμής σε μια περίοδο που διακυβευόταν τόσο η δική του ζωή και των συντρόφων του όσο και το μέλλον χιλιάδων αριστερών φυλακισμένων και εξόριστων τον οδήγησε στο να αισθάνεται και εκτεθειμένος αλλά και προδομένος από τους παλαιούς συντρόφους του.

Άλλο σημαντικό στοιχείο της δεύτερης δίκης είναι η παρουσία του αμερικανικού ενδιαφέροντος στις ανακρίσεις.

 Ήταν σε όλους γνωστό ότι τα αμερικανικά συμφέροντα εκείνη την εποχή ικανοποιούνταν από τη CIA στην Ελλάδα, έτσι δεν είναι περίεργο που η CIA ζήτησε και έγινε αποδεκτό να παρακολουθούν τις ανακριτικές διαδικασίες, όπου κρίνουν σκόπιμο, Αμερικανοί πράκτορες, αρχής γενομένης με την περίπτωση των Μπελογιάννη και Ιωαννίδου.16

Η διαδικασία της ανάκρισης προχωρεί με γοργούς ρυθμούς και το πόρισμα των ανακρίσεων είναι σύντομο και περιεκτικό:«Πρόκειται για κλασική περίπτωση κατασκοπίας και τα στοιχεία στην Βίλα Αύρα και στην Καλλιθέα είναι ικανά να σταθούν σε Διαρκές Στρατοδικείο».

Ο Μπελογιάννης βέβαια θα προσπαθήσει να στρέψει αλλού το ενδιαφέρον καταγγέλλοντας τον αστυνομικό διευθυντή Πανόπουλο ότι του πρότεινε την αποποίηση της κομμουνιστικής του ιδεολογίας και ως αντάλλαγμα η υπόθεσή του δεν θα έφτανε στο Στρατοδικείο.
Φυσικά το νέο αυτό στοιχείο δεν άλλαξε τη στάση των στρατοδικών και η δίκη συνεχίστηκε.

Συνολικά δικάζονταν 29 κομμουνιστικά στελέχη για «πράξεις κατασκοπίας εις βάρος των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας και της εξωτερικής ασφαλείας του κράτους». Παράλληλα έρχονται στην επιφάνεια, από τα σήματα του Βαβούδη, στοιχεία που αποδεικνύουν την άμεση επικοινωνία ΕΠΕΚ και ΚΚΕ. Η αμερικανική ηγεσία με εκθέσεις προς την κυβέρνηση δηλώνει την έντονη ανησυχία της για ενδεχόμενη εγκαθίδρυση του.κομμουνισμού. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η κυβέρνηση πλέον βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα και δεν φαίνεται ικανή να μπορεί να αλλάξει όλο αυτό το κλίμα. Ο ρόλος της πλέον θα είναι διεκπεραιωτικός, όπως θα αποδειχθεί και στη συνέχεια.

Στις 15 Φεβρουάριου 1952 αρχίζει η δεύτερη δίκη με 29 κατηγορουμένους για κατασκοπία, με πρόεδρο τον συνταγματάρχη I. Σίμο και βασιλικό επίτροπο τον συνταγματάρχη Κ. Αθανασούλη.

Στο Στρατοδικείο έχουν προσκομιστεί όλα τα πειστήρια για τη δράση των κατηγορουμένων: ασύρματοι, πομποί, δέκτες, κώδικες, σήματα, τυπογραφεία, αρχεία, σημειώματα, λίρες, δολάρια και δραχμές.17 

Τα λάθη με τα αποδεικτικά στοιχεία που έγιναν στην πρώτη δίκη και μείωσαν το κύρος των στρατοδικών φαίνεται ότι δεν θα επαναληφθούν.
Μάρτυρες κατηγορίας ήταν ο διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Θ. Ρακιντζής, ο ταξίαρχος Π. Νικολόπουλος, που αναφέρεται ως αρχηγός της υπηρεσίας πληροφοριών του ΓΕΣ αλλά και ως επικεφαλής της ΚΥΠΕ, και 50 αξιωματικοί της Αστυνομίας.

 Όλοι καταθέτουν πληροφορίες για τη δράση των κατηγορουμένων αλλά και για τη δράση του ΚΚΕ. Παράλληλα με τη δίκη ξεσπά πόλεμος, με τον αντιπολιτευτικό Τύπο να κατηγορεί τον υπουργό Εσωτερικών Ρέντη ότι έχει αποκρύψει στοιχεία από το δικαστήριο. Ο Ρέντης απαντά ότι ορισμένα στοιχεία έχουν κρατηθεί μυστικά και θα παρουσιαστούν μετά το πέρας των ανακρίσεων.

Εκτός όμως από την έντονη κριτική της αντιπολίτευσης η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει και μια εσωκομματική ρήξη, αφού πολλοί βουλευτές της ΕΠΕΚ υποστηρίζουν ότι τυχόν εκτελέσεις θα αποτελέσουν πλήγμα για το κύρος της κυβέρνησης ενώ παράλληλα θεωρούν, όχι αδίκως, ότι η όλη υπόθεση Μπελογιάννη αποτελεί παγίδα που έχει στηθεί από το μέτωπο Παπάγος – Αμερικανοί.18

Παράλληλα, στη δίκη ο διευθυντής της Αστυνομίας, έπειτα από ερωτήσεις της υπεράσπισης, αποκαλύπτει ότι ο Μπάτσης δεν γνώριζε τίποτε για τους ασύρματους, απλώς υπήρξε ταμίας των χρημάτων του κόμματος και άρα ένα απλό υποχείριο. Αυτή η αλλαγή πλεύσης από την αστυνομία οδηγεί τον μελετητή στο εξής συμπέρασμα: ο Μπάτσης αποτελούσε αφ’ ενός ένα μέσο της αστυνομίας για να αποσπάσει πληροφορίες για τους υπολοίπους και το ΚΚΕ και αφ’ ετέρου το παράδειγμα προς όλο τον επιστημονικό κόσμο και την καλή κοινωνία (απ’ όπου προερχόταν ο Μπάτσης) ότι ενδεχόμενη εμπλοκή τους σε τέτοιες καταστάσεις θα τους οδηγήσουν στο Στρατοδικείο και καμία γνωριμία τους δεν θα τους σώσει.

Στις 25 Φεβρουάριου απολογείται ο Μπελογιάννης και όπως ήταν αναμενόμενο οι δηλώσεις του προκάλεσαν αρκετές θετικές και αρνητικές αντιδράσεις, τόσο στον πολιτικό κόσμο και στον Τύπο όσο και στον απλό κόσμο που παρακολουθούσε με αγωνία την πορεία της δίκης.

Η απολογία του υπήρξε εκτενής και τα κύρια σημεία της ήταν: η υποστήριξη της πολιτικής του ΚΚΕ, η προβολή του πατριωτισμού που επέδειξε το ΚΚΕ στα χρόνια της Κατοχής, η αγάπη προς την Ελλάδα και η θυσία για αυτήν, η ανάγκη της Ελλάδας να μην υπόκειται σε καμία μεγάλη πολιτική δύναμη (π.χ. ΗΠΑ), ότι η αποκάλυψη των ασυρμάτων είναι εσκεμμένη και ότι τα σήματα είναι ψευδή.19

Ακόμη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα γράμμα με τίτλο «That is the question» που συνέταξε ο Μπελογιάννης στη φυλακή και αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια τις θέσεις τις οποίες
ασπάζεται, την πολιτική του ΚΚΕ και την άποψή του γύρω από τη δίκη του, τη φυλάκισή του και τη βέβαιη εκτέλεσή του.20

Από την άλλη πλευρά η απολογία του Μπάτση ήταν δραματική. Κατηγορεί τους Μπελογιάννη και Ιωαννίδου ότι τον ξεγέλασαν σχετικά με την ειρηνευτική πολιτική του ΚΚΕ και του απέκρυψαν την ύπαρξη μηχανισμού κατασκοπίας. Στη συνέχεια αρνείται τη θέση του ως ταμία του παράνομου μηχανισμού και κλείνει την απολογία του με τη δήλωση ότι θέλει να μεταβεί στην Κορέα και να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή για να αποδείξει την εθνικοφροσύνη του και τον αντικομμουνισμό του.21

Η αυτοταπείνωση του Μπάτση δημιούργησε την εντύπωση ότι θα γλιτώσει την εκτέλεση, όμως η αγόρευση του βασιλικού επιτρόπου άλλαξε τα δεδομένα.
Ο επίτροπος ζητάει τη θανατική ποινή για 12 κατηγορουμένους, ανάμεσα στους οποίους ο Μπελογιάννης, η Ιωαννίδου, ο Μπάτσης, ο Αργυριάδης, ο Καλούμενος, ο Λαζαρίδης, ο Καλοφωληάς κ.ά. Σύμφωνα με τον Πλουμπίδη, όπως ο ίδιος μετέφερε εμπιστευτικά στον «σύντροφό» του Κούλη Ζαμπαθά τον καιρό που κρυβόταν στο σπίτι του, ο προδότης στην υπόθεση Μπελογιάννη ήταν ο Καλοφωληάς, αφού στο δικό του σπίτι συνελήφθη. Μάλιστα η παρουσία του στον κατάλογο των μελλοθανάτων ήταν απλώς φαινομενική, κάτι το οποίο θα επιβεβαιωνόταν στη συνέχεια.22

Με την ανακοίνωση της απόφασης του Στρατοδικείου αρχίζουν να εκδηλώνονται οι πρώτες αντιδράσεις τόσο στον πολιτικό όσο και στον απλό κόσμο.
Η άποψη που επικρατεί είναι ότι δυόμισι χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου μια τέτοια εκτέλεση θα προκαλέσει νέα πάθη και νέες έριδες.
Η ΕΠΕΚ αντιδρά για τις εκτελέσεις αλλά συναντά την αντίδραση τόσο των Φιλελευθέρων όσο και των Αμερικανών. Και ο ίδιος ο Πλαστήρας με τη σειρά του θα δηλώσει ότι οι εκτελέσεις θα γίνουν, αφήνοντας ένα μικρό ενδεχόμενο να ζητήσει χάρη για τις γυναίκες.

Την 1η Μαρτίου 1952 πρόκειται να εκδοθεί η απόφαση του Στρατοδικείου και η αστυνομία έχει πάρει τα μέτρα της για τυχόν εκδηλώσεις και αντιδράσεις. Η απόφαση του δικαστηρίου υπήρξε ρητή: ο Μπελογιάννης και ο Αργυριάδης καταδικάζονται δις εις θάνατον παμψηφεί, ο Μπάτσης, ο Λαζαρίδης, ο Καλούμενος και η Ιωαννίδου εις θάνατον επίσης παμψηφεί και οι Τουλιάτος και Μπισμπιάνος σε θάνατο με 4 υπέρ κατά 1 κατά.23 Το αποτέλεσμα ήταν οκτώ εις θάνατον, τέσσερις σε ισόβια δεσμά, δύο σε 20 χρόνια κάθειρξη, τέσσερις σε 15, δύο σε 10, δύο σε 1 χρόνο φυλάκιση και επτά απαλλάσσονται.

Οι αντιδράσεις σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο

Οι αντιδράσεις μετά και την επίσημη απόφαση ήταν ποικίλες. Από την πλευρά της η ΕΔΑ σπεύδει με αλλεπάλληλα διαβήματα προς τον πρωθυπουργό να ζητήσει τη ματαίωση των εκτελέσεων. Μπροστά σε αυτή την απόφαση η Αριστερά δείχνει ενωμένη. Εκτός όμως από τα διαβήματα προσπαθούν να πείσουν τον Αρχιεπίσκοπο Σπυρίδωνα να πάρει θέση για τα γεγονότα, συναντώντας όμως την έντονη αντίρρησή του.

Η κυβέρνηση με τη σειρά της βρίσκεται σε κατάσταση αυτοδιάλυσης, αφού μέλη της ΕΠΕΚ απειλούν να παραιτηθούν από τις υπουργικές τους θέσεις αν γίνουν οι εκτελέσεις και μέλη των Φιλελευθέρων αν δεν γίνουν οι εκτελέσεις.

Ο Πλαστήρας, αν και δημόσια τάσσεται υπέρ των εκτελέσεων, γνωρίζει ότι ενδεχόμενη εκτέλεση της απόφασης θα οδηγήσει αφ’ ενός στη διάλυση του κόμματός του και της κυβέρνησης γενικότερα και αφ’ ετέρου θα συνδέσει το όνομά του για άλλη μια φορά, και μάλιστα στο τέλος της ζωής του, με μια εκτέλεση για πολιτικούς λόγους. Ασχέτως όμως αυτού του διλήμματος θα συνεχίσει να είναι υπέρ των εκτελέσεων, θεωρώντας ότι θα μπορέσει να συνεχίσει το ειρηνευτικό του πρόγραμμα όταν θα έχει εξομαλυνθεί η κατάσταση.

 Αυτή η στάση του Πλαστήρα δείχνει την τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Γνωρίζει ότι αν γίνουν οι εκτελέσεις θα χάσει το λαϊκό του έρεισμα και πιθανόν την εξουσία, αν δεν γίνουν όμως θα βρεθεί αντιμέτωπος με την έντονη κριτική και την ενδεχόμενη απόρριψη από πλευράς Αμερικανών.

Αυτή η αναποφασιστικότητά του και η έλλειψη μιας σταθερής πολιτικής θα φανούν και στη συνέχεια της υπόθεσης Μπελογιάννη. Από την άλλη πλευρά ο Συναγερμός προσπαθεί να επωφεληθεί από τον σάλο που έχει ξεσπάσει, χωρίς όμως να πάρει επίσημα θέση υπέρ των εκτελέσεων. Αυτό θα αναλάβει να το κάνει ο φιλικά προσκείμενος στον Παπάγο Τύπος.

Οι αντιδράσεις όμως δεν περιορίζονται εντός των συνόρων. Το θέμα των εκτελέσεων έχει πάρει παγκόσμιες διαστάσεις αγκαλιάζοντας όλα τα κοινωνικά και πολιτικά στρώματα (δεξιοί, αριστεροί, ριζοσπάστες, χριστιανοί, εργάτες κ.λπ.).
Μια σειρά από τηλεγραφήματα επωνύμων και μη στέλνονται προς τον βασιλιά και την κυβέρνηση για ματαίωση των εκτελέσεων. Ανάμεσα σε αυτούς ο Ντε Γκωλ, ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο Πωλ Ελυάρ κ.ά.
Σε μεγάλες πόλεις της Ευρώπης οργανώνονται εκδηλώσεις διαμαρτυρίας ενώ το σκίτσο του Μπελογιάννη που ζωγράφισε ο Πάμπλο Πικάσο κυκλοφορεί σε χιλιάδες αντίγραφα.24

Μέσα σε όλη αυτή την ένταση και τον αναβρασμό η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με αφόρητες πιέσεις, ενώ οι Αμερικανοί με τον Παπάγο πιέζουν τον Πλαστήρα για την ψήφιση του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος που φυσικά θα επιφέρει την πτώση της κυβέρνησης. Το πλειοψηφικό σύστημα που υιοθέτησε η κυβέρνηση έπειτα από παρέμβαση των Αμερικανών και του Παπάγου ευνοούσε την παραταξιακή σύγκρουση και συγκεκριμένα τον Συναγερμό, ο οποίος είχε καταφέρει να συμπεριλάβει στις τάξεις του όλα τα πολιτικά κόμματα της παλαιάς Δεξιάς καθώς και μέλη του Κέντρου (π.χ. τον Ε. Παπανδρέου).25 Ο Πλαστήρας, όντας όλη αυτή την περίοδο σε συνθήκες έντασης, έπειτα από ένα ισχυρό καρδιακό επεισόδιο θα μείνει ημιπαράλυτος και πρωθυπουργός θα αναλάβει ο Σοφοκλής Βενιζέλος.

Η επιστολή Πλουμπίδη, η αίτηση στο Συμβούλιο Χαρίτων και η εκτέλεση

Μέσα σε αυτό το σκηνικό εκμετάλλευσης της υπόθεσης Μπελογιάννη για πολιτικούς σκοπούς, ο Πλουμπίδης, γνωρίζοντας την αντιμετώπιση που θα του επεφύλασσαν τόσο οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας όσο και το ΚΚΕ, αλλά όντας ιδιαίτερα φορτισμένος συναισθηματικά, συντάσσει μία επιστολή και αφού την υπογράφει μαζί με το αποτύπωμά του την αποστέλλει στους δικηγόρους των κατηγορουμένων.

Στην επιστολή δηλώνει υπεύθυνος του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και ζητεί την απελευθέρωση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του με αντάλλαγμα την παράδοσή του στις Αρχές. Όπως δήλωσε στον σύντροφό του και φίλο του Κούλη Ζαμπαθά, ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για τον φίλο του Νίκο, αντιλαμβανόμενος ότι η ζωή του Μπελογιάννη και της Ιωαννίδου είχε μεγαλύτερη αξία για το κόμμα.26

Δυστυχώς η επιστολή του δεν άλλαξε κάτι, αντίθετα έφερε την άμεση απάντηση από την ηγεσία του ΚΚΕ, η οποία τη χαρακτήρισε πλαστή με την αιτιολογία ότι ο Πλουμπίδης βρίσκεται στο εξωτερικό. Παράλληλα γίνεται αίτηση από τους κατηγορούμενους στο Συμβούλιο Χαρίτων, το οποίο όμως αποφασίζει την εκτέλεση των τεσσάρων, Μπελογιάννη, Μπάτση, Αργυριάδη και Καλούμενου.

Η τελευταία κίνηση που θα κάνει η κυβέρνηση Πλαστήρα και ο ίδιος ο πρωθυπουργός ήταν να ζητήσει βασιλική χάρη. Η επιστολή με την αίτηση για βασιλική χάρη στους μελλοθάνατους δίνεται κατ’ ιδίαν στον βασιλιά από τον Παπασπύρου. Η απάντηση δεν έφτασε ποτέ στην κυβέρνηση και η εκτέλεση δεν αποφεύχθηκε. Η εκτέλεση έγινε υπό το φως προβολέων στις 4 τα ξημερώματα, έπειτα
από απαίτηση του βασιλικού επιτρόπου. Ο τόπος της εκτέλεσης ήταν το γνωστό μέρος στο Γουδί, πίσω από το νοσοκομείο Σωτηρία.27

Ο Τύπος της εποχής σχετικά με την υπόθεση Μπελογιάννη

Από τα στοιχεία που ήδη αναφέρθηκαν προκύπτει η σπουδαιότητα της υπόθεσης Μπελογιάννη. Μια υπόθεση που ο Τύπος της εποχής παρακολουθούσε στενά και ανάλογα με την πολιτική του γραμμή έδινε βαρύτητα σε συγκεκριμένα σημεία. Οι κυριότερες εφημερίδες που θα αναλυθούν σε μια προσπάθεια να συμπεριληφθεί τουλάχιστον ο φιλοκυβερνητικός και ο αντιπολιτευτικός κόσμος της περιόδου (Δεξιά – Κέντρο) είναι η «Ακρόπολις» και η «Ελευθερία». Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι αριστερές εφημερίδες της περιόδου απουσιάζουν αφού η μία μετά την άλλη κλείνουν («Δημοκρατικός», «Δημοκρατική», «Μάχη») στο πλαίσιο του κυνηγητού που υφίσταντο οι αριστεροί εκείνη την εποχή και με την υπόθεση Μπελογιάννη να είναι σε εξέλιξη.

Η πρώτη δημοσιογραφική έκφραση της Αριστεράς που λειτούργησε ανεπηρέαστη από αυτό το κυνηγητό είναι η «Αυγή», η οποία όμως κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1952, δηλαδή τέσσερις μήνες μετά την εκτέλεση. Όπως γίνεται αντιληπτό ο αριστερός Τύπος δεν είναι σε θέση να βοηθήσει τον ερευνητή της υπόθεσης Μπελογιάννη. Η προσπάθεια θα ξεκινήσει με την ανάλυση της «Ελευθερίας», μιας καθαρά κεντρώας εφημερίδας, που στη συγκεκριμένη περίοδο τυχαίνει να εκπροσωπεί την κυβερνητική γραμμή (ΕΠΕΚ – Φιλελεύθεροι).

«Ελευθερία»

Η «Ελευθερία» θα αρχίσει τη σχεδόν καθημερινή της πληροφόρηση σχετικά με την υπόθεση Μπελογιάννη από τις 7 Ιανουαρίου, κάνοντας μια μικρή αναφορά στη σύλληψή του, σε σχέση πάντα με την οργάνωση και τη δυναμική που επιδεικνύει η κομμουνιστική ηγεσία όσον αφορά την προετοιμασία της για τον δεύτερο γύρο.

Για μια περίοδο οι αναφορές στον Μπελογιάννη ελαττώνονται, μέχρι φυσικά να ξεκινήσει η πρώτη δίκη, η οποία, όπως και η δεύτερη, αν μη τι άλλο είχαν την αμέριστη προσοχή όλου του πολιτικού αλλά και του απλού κόσμου.
Ιδιαίτερη βαρύτητα, αντιθέτως, δίνεται στις συνεννοήσεις κυβέρνησης και Αμερικανών καθώς και στον εν εξελίξει πόλεμο στην Κορέα. Αυτός ο μικρός αριθμός των αναφορών στην αρχή της υπόθεσης με τη σύλληψη και τις ανακρίσεις μπορεί να αιτιολογηθεί από τη στάση που κρατούσε η Γενική Ασφάλεια, της αναμονής και των προσεκτικών κινήσεων.

Μόνο όταν ανακαλύφθηκε η ταυτότητα του Μπελογιάννη και συνελήφθησαν και οι υπόλοιποι 92 άρχισε και η «Ελευθερία» να βλέπει με περισσότερο ενδιαφέρον την υπόθεση Μπελογιάννη. Με την πρώτη δίκη, λοιπόν, αρχίζει ουσιαστικά και σε καθημερινή βάση, η αναφορά στον Μπελογιάννη. Παρ’ όλα αυτά, οι αναφορές στη διάρκεια της πρώτης δίκης παίρνουν θέση στο τελευταίο φύλλο της σελίδας και χωρίς κάποιο ιδιαίτερο μέγεθος.

Το ύφος τους είναι καθαρά δημοσιογραφικό και σε συνάρτηση με το μέγεθος των ειδήσεων φαίνεται η διεκπεραιωτική διάθεση που δείχνει η εφημερίδα. Αυτό που προσπαθεί να επιτύχει σε αυτή τη φάση της υπόθεσης Μπελογιάννη είναι αφ’ ενός να παρουσιάζει την πορεία της δίκης καθαρά με δημοσιογραφικό επαγγελματισμό αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος (έξαρση παθών, αντικομμουνιστικός λόγος κ.λπ.) και αφ’ ετέρου να κάνει συχνές αναφορές για τις προσπάθειες που καταβάλλει η κυβέρνηση για τη θέσπιση ειρηνευτικών μέτρων. Είναι μια καθαρά πολιτική γραμμή, η οποία εναρμονίζεται με τις ανάγκες του αναγνωστικού κοινού. Ακόμη, για τις εφημερίδες η υπόθεση Μπελογιάννη δεν αποτελεί ό,τι πιο «εμπορεύσιμο».

Η μεγάλη αλλαγή θα γίνει με την ανακάλυψη των ασυρμάτων στη Γλυφάδα και στην Καλλιθέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αφιέρωση δύο σελίδων, εκ των οποίων η μία ήταν το πρωτοσέλιδο σχετικά με την ανακάλυψη των ασυρμάτων: «Ανεκαλύφθη παράνομος μηχανισμός επικοινωνίας του ΚΚΕ με το εξωτερικόν», «οι συλληφθέντες θα παραπεμφθούν ως κατάσκοποι
εις το τακτικόν στρατοδικείον»,«Ανεκαλύφθη και νέος ασύρματος»,«Εξαρθρούται το κομμουνιστικόν δίκτυον κατασκοπείας».

Όπως γίνεται φανερό η ανακάλυψη των ασυρμάτων μετατρέπει την υπόθεση Μπελογιάννη στην πιο σημαντική υπόθεση για τη χώρα τόσο για τον πολιτικό όσο και για τον απλό κόσμο. Η κυβέρνηση μέσα από την εφημερίδα περνάει το μήνυμα ότι από τη μια πλευρά θα επιληφθεί του θέματος με κάθε κόστος (ικανοποιώντας την αμερικανική θέση) και από την άλλη ότι θα διατηρήσει την πολιτική της (αυτή των μέτρων ειρηνεύσεως). Η φράση που συμπεριλαμβάνει τα σχέδια της κυβέρνησης μέσω της εφημερίδας είναι: «Ειρήνευσις και Ασφάλεια». Από εδώ και στο εξής η υπόθεση καταλαμβάνει τον «χώρο» που της αναλογεί στην καθημερινή έκδοση ενώ το ύφος φαίνεται να σκληραίνει στοχοποιώντας τον εχθρό: Ζαχαριάδης, ΚΚΕ, Πλουμπίδης, ΕΣΣΔ.

Φτάνοντας στη δεύτερη δίκη, στις 15 Φεβρουάριου 1952, αρχίζει παράλληλα και η δισέλιδη αναφορά στην πορεία της δίκης, γεγονός που συνέβη μόνο στη διήμερη έκδοση σχετικά με την ανακάλυψη των ασυρμάτων. Αυτή η χαρακτηριστική για τη σημασία της υπόθεσης κίνηση θα συνεχιστεί μέχρι και την ημέρα αίτησης χάριτος από τους μελλοθανάτους από το Συμβούλιο Χαρίτων (11/3/1952).

Είναι πολύ σημαντικό στο σημείο αυτό να καταδειχθεί η μεταστροφή (όχι πλήρης αλλά σε σημαντικό βαθμό) που συντελείται από την «Ελευθερία» όσον αφορά τη στάση της απέναντι στην καταδικαστική απόφαση. Μέχρι τότε, εκτός από τη φιλοκυβερνητική πολιτική η εφημερίδα παρουσίαζε μια σταθερή θέση με ορισμένες μόνο παρεκκλίσεις (κυρίως με τη ανακάλυψη των ασυρμάτων) ως προς το ζήτημα. Με την απόφαση όμως του Στρατοδικείου άρχισε να βλέπει με περισσότερο ανθρωπισμό και συγκίνηση την υπόθεση Μπελογιάννη, ακολουθώντας τη διάθεση για ματαίωση των εκτελέσεων που επιδείκνυαν κυρίως μέλη της ΕΠΕΚ.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα το πρωτοσέλιδο και η τελευταία σελίδα της «Ελευθερίας» στις 5 Μαρτίου 1952: «Δεν Θα γίνουν εκτελέσεις πριν συνέλθη το Συμβούλιο Χαρίτων», «η πιθανότης πάντως να εξαιρεθούν και οι οκτώ κατάδικοι από την εκτέλεσιν ήτο χθες μικρά», «το θέμα των θανατικών εκτελέσεων απασχολεί τους αρμόδιους παράγοντας, γίνεται δε αφορμή ζωηρών ζυμώσεων εις τα κυβερνητικά κόμματα και ιδίως εις την ΕΠΕΚ», «ο κύριος Πλαστήρας ήκουσεν μετά προσοχής τας απόψεις των συνηγόρων, ακολούθως δε συνέστησεν εις αυτούς να θέσουν υπ’ όψιν του όλα τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζουν τας απόψεις των».

Ακόμη «αναβιώνει» μια εχθρικότητα απέναντι στην ηγεσία του ΚΚΕ όταν στις 16 Μαρτίου δημοσιεύθηκε η επιστολή του Πλουμπίδη προς τους συνηγόρους των μελλοθανάτων. Η συγκεκριμένη επιστολή χαρακτηρίστηκε ως «νέος ελιγμός του ΚΚΕ προς δημιουργίαν εντυπώσεων».

Έπειτα από αυτή την παρέμβαση, την οποία χαρακτήρισε πλαστή, όπως και το ΚΚΕ, συνέχισε με την ίδια προσοχή την έκδοσή της και καταλήγει στις 30 Μαρτίου να αφιερώνει την τελευταία σελίδα της στην εκτέλεση των τεσσάρων κατηγορουμένων μέσα σε μια κατάσταση απρόσμενη τόσο για την ίδια όσο και για τις υπόλοιπες εφημερίδες. Αυτή η έκτακτη έκδοση καθώς και το πρωτοσέλιδο της επόμενης ημέρας με τίτλο «Αι εκτελέσεις δεν κλόνισαν την κυβέρνησιν» αποκαλύπτουν αφ’ ενός την αλληλένδετη σχέση ΕΠΕΚ – Φιλελευθέρων με την «Ελευθερία» και αφ’ ετέρου την πέρα από πρόσκαιρους συναισθηματισμούς ψυχρή δημοσιογραφία που ασκούσε η εφημερίδα. Με μια απλή «αλλαγή σελίδας» η υπόθεση για την «Ελευθερία» πέρασε στο αρχείο και συνέχισε το καθαρά αυστηρό πολιτικό της έργο, αυτό της διατήρησης της κυβέρνησης στην εξουσία.

Η εικόνα που πρόβαλλε η «Ελευθερία» για τον Μπελογιάννη, σε όλο το διάστημα της υπόθέσης, ήταν καθαρά διεκπεραιωτική και σε μερικές περιπτώσεις την παρουσίαζε ως ένα «αγκάθι» για την κυβερνητική πολιτική. Ήταν δηλαδή μια υπόθεση που έκανε την «Ελευθερία» να την παρουσιάζει στο κοινό συνεχώς υπό διαφορετική οπτική. Από τη μια η εικόνα της επιτυχούς σύλληψης και της δίκης του Μπελογιάννη και από την άλλη η επικινδυνότητα που προκύπτει για την κυβέρνηση από την εκτέλεσή του. Αυτές είναι οι δύο βασικές εικόνες.

«Ακρόπολις»

Η «Ακρόπολις» ήταν από τις πιο παλιές εφημερίδες στην Αθήνα και διακατεχόταν από μια δεξιά οπτική και ένα αντικομμουνιστικό μένος στα χρόνια του Εμφυλίου και μετά, οπότε αποτελεί μια πολύ καλή περίπτωση για να παρουσιαστεί και η δεξιά/εθνικόφρονη πλευρά του Τύπου στην υπόθεση Μπελογιάννη.

Η «Ακρόπολις» ξεκινάει να ασχολείται με την υπόθεση από την πρώτη ημέρα που ανακοινώθηκε από τη Γενική Ασφάλεια η σύλληψη του Μπελογιάννη. Χαρακτηριστικό ήταν άλλωστε και το πρωτοσέλιδο στις 4 Ιανουάριου 1951: «Ο συλληψθείς εις τας Αθήνας Ν. Μπελογιάννης ήλθεν ενταύθα κατ’ εντολήν της Κομινφόρμ».

Από την πρώτη στιγμή η «Ακρόπολις» δίνει στην υπόθεση Μπελογιάννη την αξία και τον «χώρο» που αρμόζει σε μια υπόθεση που αφορά τόσο τον πολιτικό όσο και τον απλό κόσμο και αντικατοπτρίζει τις εντάσεις και τα πάθη που λάμβαναν χώρα καθημερινά. Βέβαια, η αιτία γι’ αυτή την κίνηση, εν αντιθέσει με την «Ελευθερία», είναι το γεγονός ότι διακατεχόταν από έναν έντονο αντικομμουνισμό. Δεν χρειαζόταν δηλαδή να αποκτήσει μεγάλη κοινωνικοπολιτική σημασία και υπόσταση για να γίνει η υπόθεση πρωτοσέλιδο. Την ικανοποιούσε που «πιάστηκε» ένας άκρως επικίνδυνος κομμουνιστής. Άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι αν και δεξιά εφημερίδα, τον πρώτο καιρό της σύλληψης και πριν από την απόφαση του Παπάγου να πολιτευθεί, διατηρούσε μια φιλοκυβερνητική στάση. Δεν ήταν φυσικά στα ίδια πλαίσια με την «Ελευθερία», υποστήριζε όμως την κυβέρνηση όσο αυτή ικανοποιούσε τις αντικομμουνιστικές της διαθέσεις.

Στη συνέχεια της υπόθεσης, όπως και η «Ελευθερία», μικραίνει τον αριθμό των αναφορών της για τον Μπελογιάννη και προβάλλει τον πόλεμο στην Κορέα και τον πατριωτισμό που επιδεικνύουν οι ελληνικές δυνάμεις. Παράλληλα, διακατέχεται από μια φιλοπαπαγική διάθεση εκθειάζοντας συνεχώς τον αρχιστράτηγο και μετά την απόφασή του να πολιτευθεί τάσσεται ανοιχτά υπέρ του.

Εκτός όμως από αυτές τις τάσεις, η «Ακρόπολις» συνεχίζει τον αντικομμουνιστικό αγώνα της κατά του Ζαχαριάδη και των προσπαθειών του να αποσπάσει τη Μακεδονία, αλλά και εναντίον της ΕΔΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως όταν στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1951 (μετά τις εκλογές) κλήθηκαν οι πολιτικοί αρχηγοί από το Παλάτι για να συζητηθεί η συγκρότηση της κυβέρνησης, η ΕΔΑ πήρε θέση και το αποτέλεσμα ήταν η άμεση αντίδραση της εφημερίδας στη θέση που πήρε η ΕΔΑ με τον τίτλο: «Το ΚΚΕ απέκτησεν λόγον διά το πώς θα κυβερνηθώμεν».

Η αναφορά της εφημερίδας για την πρώτη δίκη είναι σύντομη αλλά πολύ περιεκτική σε αντικομμουνιστικό λόγο και με καταγγελτική διάθεση: «Κατ’ εξακολούθησιν επεδίωξαν την διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντας κοινωνικού καθεστώτος. Προέβαινον εις προσηλυτισμόν και κατασκοπίαν κατόπιν εντολών του ΚΚΕ και διά της εκδόσεως κομμουνιστικών παράνομων εντύπων, διήγειρον τον λαόν εις στάσεις».

Προχωρώντας προς το τέλος της πρώτης δίκης και ενώ η «Ακρόπολις» έχει βρει έναν εγχώριο εχθρό που πρέπει να εξολοθρευθεί, ανακαλύπτεται η συνομιλία του υπουργού Εθνικής Αμύνης Σακελλαρίου με τον προεδρεύοντα στρατοδίκη Σταυρόπουλο σχετικά με τη διακοπή της δίκης. Η υπόθεση δίνει έναν πολύ καλό λόγο για να αρχίσει η εφημερίδα έναν πόλεμο στην κυβέρνηση ενώ παράλληλα συνεχίζει να αποδίδει χαρακτηρισμούς στον Μπελογιάννη: «0 Μπελογιάννης αποθρασυνθείς υβρίζει τους δικηγόρους και μετανοήσαντας κατηγορουμένους».

Πλέον, από τον αντικομμουνιστικό λόγο της εφημερίδας δεν θα ξεφύγει ούτε η κυβέρνηση. Όπως και ο Παπάγος έτσι και η εφημερίδα εκμεταλλεύεται σε μεγάλο βαθμό αυτή την ανικανότητα που επιδεικνύει η κυβέρνηση ως προς το ζήτημα και περνάει σε μια καθημερινή πολεμική στάση απέναντι στην κυβέρνηση: «Κλονίζεται η κυβερνητική συνοχή λόγω ενδοκομματικών διαφωνιών, κατόπιν των προσπαθειών προς διακοπήν της δίκης του Μπελογιάννη. Δεν πρόκειται να παραταθεί επί πολύ ο βίος της διμερούς κυβερνήσεως».

Όταν έφθασε η ώρα να απολογηθεί ο Μπελογιάννης, η «Ακρόπολις» έβγαλε όλο το αντικομμουνιστικό της μένος ξεκινώντας από τον τίτλο της απολογίας: « Απελογήθη αργά την νύκτα ο Μπελογιάννης υπεραμυνθείς προκλητικότατα του ΚΚΕ», «Το δικαστήριον έμεινεν κατάπληκτον προ της θρασύτητος του Μπελογιάννη, ο οποίος ύβριζε τους πάντας». Και με αυτές τις δηλώσεις και την απόφαση του δικαστηρίου, η υπόθεση φτάνει στο κομβικό της σημείο, αυτό της ανακάλυψης των ασυρμάτων.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα γεγονότα στη Βίλα Αύρα, αλλά κυρίως αυτά στην Καλλιθέα, παρουσιάστηκαν από τον Τύπο της εποχής με μυθιστορηματικό τρόπο. Η «Ακρόπολις» όμως πέρασε το θέμα σε μια άλλη διάσταση προβάλλοντας αφ’ ενός τις εικόνες των σπιτιών όπου ανακαλύφθηκαν οι ασύρματοι και αφ’ ετέρου την ικανότητα των Αμερικανών για την ανακάλυψή τους. Παράλληλα, αναφέρει ότι ο Στρατός βρίσκεται σε ετοιμότητα για ενδεχόμενη εμπλοκή του στα γεγονότα: «Κατόπιν σννδεδυασμένων ενεργειών στρατού, σωμάτων ασφαλείας και αμερικανικού ελικοπτέρου, ανεκαλύφθη εις Γλυφάδαν είς από τους λειτουργούντας μυστικούς ασυρμάτους του ΚΚΕ». Στο σημείο αυτό θα αναρωτιόταν κανείς πώς μια αντιπολιτευτική εφημερίδα αφιερώνει τόσο πολύ χώρο και υλικό σε μια κυβερνητική επιτυχία. Οι λόγοι είναι δύο: από τη μια ο αντικομμουνισμός που διακατέχει την εφημερίδα και από την άλλη το ότι δεν θεώρησε την ανακάλυψη των ασυρμάτων ως κυβερνητική Επιτυχία. Σε όλες τις ανακοινώσεις που εξέδωσε η εφημερίδα κυρίαρχο ρόλο στην ανακάλυψη αυτή έπαιξαν ο Στρατός και οι Αμερικανοί.

Κατά την παρουσίαση των γεγονότων έγινε αναφορά στην άρνηση της ΕΔΑ να συμπεριλάβει στους εκλογικούς της καταλόγους τόσο τον Μπελογιάννη όσο και τον Πλουμπίδη. Αυτή η κίνηση, αν και χαρακτηρίστηκε προδοτική από το ΚΚΕ, εν τελεί αποδείχθηκε σωτήρια για την ΕΔΑ αφού δεν μπόρεσε με την ανακάλυψη των ασυρμάτων να συνδεθεί το κόμμα με τις κατηγορίες. Παρ’ όλα αυτά όμως η «Ακρόπολις» με πρωτοσέλιδο στις 21 Δεκεμβρίου 1951 κατηγορεί ανοιχτά την ΕΔΑ ότι συνδέεται με τους ασύρματους: «Εκ των αποκρυπτογραφηθέντων τηλεγραφημάτων του κομμουνιστικού κατασκόπου Βαβούδη προκύπτει ότι ενέχονται εις την κατασκοπίαν μερικοί των βουλευτών της ΕΔΑ».

Αυτή η στάση της εφημερίδας συνδέεται με την αντίρρησή της στο γεγονός ότι έγιναν βουλευτές πρώην εξόριστοι όπως ο Γλέζος και ο Σαράφης, αναφέροντας μάλιστα ότι τους απελευθέρωσε ο ίδιος ο Πλαστήρας. Από εκεί πηγάζει η συνέχιση του πολέμου απέναντι στην ΕΔΑ και προσπαθεί να την εξοντώσει συνδέοντάς την με τους ασύρματους. Η έννομη πολιτική συμμετοχή αριστερών είναι για την «Ακρόπολι» μη αποδεκτή. Παρά την αντίδραση αυτή, η εκλογή των εξόριστων θα ακυρωθεί από το Εκλογοδικείο Αθηνών τον Δεκέμβριο του 1951 με την αιτιολογία ότι «δεν είχαν τα προσόντα του εκλόγιμου ως διατελούντες εν εκτοπίσει και φυλακίσει».

Και με αυτά τα ενδιάμεσα στις δύο δίκες στοιχεία φτάνουμε στη δεύτερη δίκη, στις 15 Φεβρουαρίου 1952. Το πρωτοσέλιδο ήταν: «Εις την αρχομένην σήμερον δίκην των κατασκόπων του ΚΚΕ κύριος κατήγορος είνε ο αυτοκτονήσας εις Καλλιθέαν Βαβούδης», «διά πρώτην φοράν θα αποκαλυφθή, κατ’ αυτήν, εις άλας τας σκοτεινάς πτυχάς του και τας παραμικράς λεπτομέρειας του, επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων και αδιαμφισβήτητων υλικών αποδείξεων, ο τρόπος λειτουργίας του παράνομου μηχανισμού ενός κομμουνιστικού κόμματος».

Από αυτές τις δύο αναφορές προκύπτουν δύο ειδών συμπεράσματα. Αφ’ ενός η δεύτερη δίκη θα είναι πιο καλά προετοιμασμένη από την πρώτη όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία για την κατηγορία της ομάδας Μπελογιάννη και αφ’ ετέρου η «Ακρόπολις» προβάλλει μια διαφορετική πτυχή του θέματος. Αυτή η πτυχή είναι ότι η συγκεκριμένη δίκη θα αποτελέσει το παγκόσμιο παράδειγμα για τον τρόπο λειτουργίας ενός παράνομου κομμουνιστικού μηχανισμού. Είναι φυσικά διάχυτη η αντικομμουνιστική της διάθεση και η ικανοποίησή της σχετικά με την έκβαση της υπόθεσης.

Έπειτα από ένα διάστημα με συνεχείς αναφορές στη δράση των κομμουνιστών και στην ενδεχόμενη απόφαση του Στρατοδικείου φθάνει η ημέρα της απολογίας Μπελογιάννη, με την εφημερίδα να έχει την ίδια στάση απέναντι του και απέναντι στους υπόλοιπους κατηγορούμενους σχετικά με την υποστήριξη της ιδεολογίας και του κόμματός τους. Με συνεχείς αναφορές σε ειδήσεις που αφορούν τη δίκη τις παραμονές της απόφασης του Στρατοδικείου φθάνει τελικά η’πολυπόθητη στιγμή για την εφημερίδα. Σε ένα πρωτοσέλιδο-αφίσα συμπεριέλαβε τόσο την απόφαση: «Εις θάνατον δις Μπελογιάννης και Ηλίας Αργυριάδης. Εις θάνατον άπαξ Μπάτσης, Έλλη Ιωαννίδου κ.τ.λ.» όσο και τις φωτογραφίες των στρατοδικών και των μελλοθανάτων.

Διατηρώντας εχθρική στάση απέναντι στις ύστατες προσπάθειες της κυβέρνησης για απόδοση χάριτος τόσο από το Συμβούλιο όσο και από τον βασιλιά φθάνει η ανακοίνωση της εκτέλεσης. Το πρωτοσέλιδο γεμάτο για άλλη μια φορά και με μεγάλα γράμματα: «Έκτακτος έκδοσις. Εξετελέσθησαν την πρωίαν 4 κομμουνισταί κατάσκοποι». Παράλληλα όμως και εν αναμονή της επίσημης ανακοίνωσης συνεχίζει τον πόλεμο εναντίον της κυβέρνησης και πιο συγκεκριμένα απέναντι στον ναύαρχο Σακελλαρίου. Η ικανοποίηση της εφημερίδας είναι έκδηλη και αυτό της δίνει τη δυνατότητα να συνεχίσει με έναν άλλο στόχο, αυτόν της «εξολόθρευσης» και της κυβέρνησης.

Από την ανάλυση της εφημερίδας καθ’ όλη τη διάρκεια της υπόθεσης Μπελογιάννη προκύπτουν τα εξής στοιχεία: αποτελεί εκτός από ένα πρόσκαιρο διάστημα την έκφραση στον Τύπο της πολιτικής του Παπάγου, είναι το πλέον αντικομμουνιστικό έντυπο, καθ’ όλη τη διάρκεια της υπόθεσης θέλησε και τα κατάφερε να τη χρησιμοποιήσει για δικούς της αλλά και για συγκεκριμένους πολιτικούς σκοπούς. Οι δικοί της σκοποί ήταν η εξολόθρευση αυτού του επικίνδυνου κομμουνιστή και η αναζωπύρωση των παθών στους αναγνώστες της ενώ από την άλλη πλευρά οι πολιτικοί σκοποί είχαν ως στόχο την πτώση της κυβέρνησης και την ανάδειξη του κύρους και του ήθους του στρατάρχη Παπάγου.

Βέβαια η ενασχόληση της εφημερίδας με την υπόθεση Μπελογιάννη έφτασε και σε τέτοιο σημείο εμπάθειας και εμμονής όταν ακόμα και μετά την εκτέλεση των τεσσάρων η εφημερίδα συνέχιζε να παρέχει πληροφορίες και εικόνες από την εκτέλεση. Αυτή και μόνο η στάση μαρτυρεί την ακραιφνώς αντικομμουνιστική ιδεολογία της εφημερίδας.

Συμπεράσματα

Με το πέρας αυτής της προσπάθειας παρουσίασης της υπόθεσης Μπελογιάννη προκύπτουν ορισμένα συμπεράσματα.

Αρχικά, γίνεται φανερό ότι η Ελλάδα με το τέλος της στρατιωτικής πλευράς του Εμφυλίου συνεχίζει να βρίσκεται διαιρεμένη κοινωνικά και πολιτικά, ενώ παράλληλα συνεχίζουν να εφαρμόζονται οι πρακτικές του Εμφυλίου (π.χ. Ν.509).

Ένα από τα θύματα αυτής της κατάστασης ήταν και ο Νίκος Μπελογιάννης. Στο πρόσωπό του η πολιτική εξουσία βρήκε από τη μια πλευρά τον αποδιοπομπαίο τράγο για την εξόντωση του κομμουνιστικού κινδύνου και από την άλλη για την εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων.

Η προώθηση των ειρηνευτικών μέτρων από την κυβέρνηση Πλαστήρα δεν εφαρμόστηκε ποτέ μπροστά στις ανάγκες που προέκυψαν. Οι ανάγκες αυτές ήταν να διατηρήσει την εξουσία και την αμερικανική βοήθεια. Ο Μπελογιάννης όμως απέδειξε και με τη στάση του απέναντι στους στρατοδίκες ότι διακατεχόταν από έντονο πατριωτισμό και μια σταθερή στάση απέναντι στο κόμμα που τον άφησε εκτεθειμένο.

Μπορεί η εκτέλεσή του να ικανοποίησε την αμερικανική κυβέρνηση και τις πολιτικές και αντικομμουνιστικές διαθέσεις του στρατάρχη Παπάγου, έκανε όμως ολόκληρη την υφήλιο, κομμουνιστική και μη, να στρέψει το ενδιαφέρον της και να διαμαρτυρηθεί γι’ αυτή την αποτρόπαιη και καθ’ όλα άδικη πράξη.

Από την άλλη πλευρά ο Τύπος της εποχής απέδειξε ότι η ονομασία του ως «τέταρτη εξουσία» είχε βάση. Τόσο ο κυβερνητικός όσο και ο αντιπολιτευτικός Τύπος απέδειξαν ότι εξυπηρετούσαν σκοπιμότητες αγνοώντας επιδεικτικά το συντελούμενο έγκλημα. Η τόσο αδιάλλακτη στάση τους όμως αντικατοπτρίζει και ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, το οποίο τρία χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου έδειχνε ότι διακατεχόταν ακόμη από τα ίδια έντονα αντικομμουνιστικά πάθη.

Μέσα σε όλο αυτό το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα η δολοφονία του Μπελογιάννη «πέρασε» ως κάτι φυσιολογικό και αναγκαίο από τις «εθνικόφρονες» κυβερνήσεις για τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, της εξολόθρευσης δηλαδή του κομμουνιστικού κινδύνου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Παρασκευόπουλος Πότης, Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλο, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 1980, σ. 29.

2 Ο.π., σ. 30.

3 ‘Ο.π., σ. 31.

4 ‘Ο.π., σ. 15.

5 Υπήρξε ένας αστυνομικός που γνώριζε τον αληθινό πολιτικό μηχανικό. Μάλιστα ήρθε και η ίδια η μητέρα του πολιτικού μηχανικού για αναγνώριση. Οι παράνομοι κομμουνιστές τότε χρησι-
μοποιούσαν αληθινές ταυτότητες, ανθρώπων με «εθνικόφρονα» φρονήματα και χωρίς φάκελο.

6 Κουλής Ζαμπαθάς, Νίκος Μπελογιάννης – Νίκος Πλουμπίδης, Δύο λαϊκοί εθνικοί αγωνιστές, εκδ. Δωρικός, Αθήνα, 1988, σσ. 78-80.

7 Παρασκευόπουλος Πότης, Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλο, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 1980, σ. 35.

8 Ό.π., σ. 39.

9 Ό.π., σ. 57.

10 Λιναρδάτος Σπύρος, Από τον Εμφύλιο στην Χούντα, τ.Α., Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1977, σσ. 317-318.

11 Ό.π., σ. 320.

12 Ό.π., σσ. 325-326.

13 Ό:’π., σ. 328.

14 Με την παραίτηση του Παπάγου από την αρχιστρατηγία εκδηλώθηκε κίνημα από μέλη του ΙΔΕΑ, τα οποία κατέλαβαν τα γραφεία του ΓΕΣ και του ΓΕ-ΕΘΑ και του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών. Η κρίση αποσοβήθηκε με παρέμβαση του Παπάγου. Στο: Νικολακό-πουλος, Η καχεκτική δημοκρατία, Πατά-κης, Αθήνα, σελ. 130-131.

15 Παρασκευόπουλος Πότης, Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλο, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 1980, σελ. 77.

16 Ό.π., σσ. 104-105.

17 Ό.π., σ. 110.

18 Λιναρδάτος Σπύρος, Από τον Εμφύλιο στην Χούντα, τ. Α., Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1977, σ. 387.

19  Παρασκευόπουλος Πότης, 0 Άνθρωπος με το Γαρίφαλο, εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1980, σσ.155-159.

20  Νίκος Μπελογιάννης, Εθνικός-Λαϊκός ήρωας της Ελλάδας, Εκδόσεις Γ. Παπακωσταντίνου, Αθήνα, χ.χ., σελ. 58-61.

21 Λιναρδάτος Σπύρος, Από τον Εμφύλιο στην Χούντα, τ.Α., Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1977, σσ. 391.

22 Κούλης Ζαμπαθάς, Νίκος Μπελογιάννης

22 Νίκος Πλουμπίδης, Δύο λαϊκοί εθνικοί αγωνιστές, εκδ. Δωρικός, Αθήνα, 1988, σ. 95.

23 Λιναρδάτος Σπύρος, Από τον Εμφύλιο στην Χούντα, τ.Α., Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1977, σσ. 392-393.

24 Ό.π., σ. 395.

25 Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία, 1946-1967, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2001, σσ. 160-161.

26 Κούλης Ζαμπαθάς, Νίκος Μπελογιάννης – Νίκος Πλουμπίδης, Δύο λαϊκοί εθνικοί αγωνιστές, εκδ. Δωρικός, Αθήνα, 1988, σ. 108.

27 Λιναρδάτος Σπύρος, Απο τον Εμφύλιο στην Χούντα, τ. Α., εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1977, σ. 432.

 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κούλης Ζαμπαθάς, Νίκος Μπελογιάννης -Νίκος Πλουμπίδης, Δύο λαϊκοί εθνικοί αγωνιστές, Εκδ. Δωρικός, Αθήνα, 1988.

Λιναρδάτος Σπύρος, Από τον Εμφύλιο στην Χούντα, τ. Α., Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1977.

Νίκος Μπελογιάννης, Εθνικός – Λαϊκός ήρωας της Ελλάδας, Εκδ. Γ. Παπακωσταντίνου, Αθήνα, χ.χ.

Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία, 1946-1967, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2001.

Παρασκευόπουλος Πότης, 0 Άνθρωπος με το Γαρύφαλο, Εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1980.

εφ.Ακρόπολις (20.12.1950-1.4.1952)

εφ. Ελευθερία (7.1.1951-1.4.1952

Πηγή: Κωνσταντίνος Αλεξίου – «Αγορά»

istorika-ntokoumenta

 

 

Advertisements