Ποιοι θίγονται από το «φρένο» στον ρατσιστικό λόγο;

Μετά τον γνωστό «Στόχο», που κυκλοφόρησε με ένα εγκωμιαστικό πρωτοσέλιδο για τον μητροπολίτη Χίου Μάρκο, ήρθε η σειρά του «Πρώτου Θέματος» να υπερασπιστεί τις πρόσφατες δηλώσεις του ιεράρχη εναντίον των προσφύγων, του τεμένους, του συμφώνου συμβίωσης, του πολιτικού γάμου και της προδοσίας των πολιτικών.

efimerides_8-300x201

Τίποτα το περίεργο μέχρις εδώ.

Η εφημερίδα, που έχει κάνει σημαία της την ξενοφοβία και την εθνοκαπηλία, κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με τον ιεράρχη και είναι φυσικό να νιώθει την ανάγκη να τον υπερασπιστεί, υπερασπιζόμενη την ίδια στιγμή τον εαυτό της.

Είναι άλλωστε έκδηλη η ανησυχία της εφημερίδας πως αφορά και την ίδια η κίνηση του γενικού γραμματέα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης, Κωστή Παπαϊωάννου, να παραπέμψει τις δηλώσεις του ιεράρχη στη Δικαιοσύνη.

Επιχειρώντας να περάσει στην αντεπίθεση την περασμένη Κυριακή, η εφημερίδα έκανε λόγο για «προανάκρουσμα διώξεων» εναντίον ΜΜΕ και εκπροσώπων κομμάτων.

Αλλά το ενδιαφέρον του δημοσιεύματος βρίσκεται στη συνέχεια.

Θέλοντας να αποκαλύψει τάχα τις προθέσεις της κυβέρνησης σχετικά με την παραπομπή του ιεράρχη στη Δικαιοσύνη, το δημοσίευμα αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για την ίδια την εφημερίδα και τη στάση της σχετικά με τον ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία.

Προφανώς γραμμένο υπό τον αιφνιδιασμό της κίνησης της κυβέρνησης, που έγινε γνωστή την Παρασκευή, το δημοσίευμα εγκαταλείπει κάθε πρόσχημα και εμφανίζει απερίφραστα τον ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία ως θεμιτή πολιτική, ως νόμιμο και αποδεκτό επιχείρημα, ως δικαίωμα που απειλείται και πρέπει να διαφυλαχτεί.

Εξού και, σύμφωνα με την ερμηνεία που επιχειρεί η εφημερίδα, η κεντρική κυβερνητική απόφαση, όπως την ονομάζει, να υπάρξει «πλήρης εφαρμογή του αντιρατσιστικού νόμου του 2014» στοχεύει στη μείωση των αντιδράσεων εναντίον της πολιτικής της κυβέρνησης στο προσφυγικό, μπροστά σε ενδεχόμενη αύξηση της προσφυγικής ροής σε περίπτωση που ανασταλεί η ευρωτουρκική διακήρυξη, σενάριο που σχεδόν το προεξοφλεί η εφημερίδα.

Δευτερευόντως, η κυβέρνηση επιδιώκει, ισχυρίζεται το δημοσίευμα, να δημιουργήσει πρόβλημα στην αξιωματική αντιπολίτευση για μικροπολιτικούς λόγους: αν υπερασπιστεί η Ν.Δ. τις ρατσιστικές φωνές, θα «καταδειχτεί ότι άγεται και φέρεται από τη δεξιά της [σ.σ. διάβαζε: ακροδεξιά] πτέρυγα» αν δεν τις υπερασπιστεί, θα φανεί ότι «έχει γίνει υπερβολικά “κεντρώα” και “φιλελεύθερη”, με αποτέλεσμα», προσέξτε, «την ενίσχυση του δεξιού συγκυβερνώντος κόμματος των ΑΝ.ΕΛ. που φλερτάρει με την Ακροδεξιά».

Το σίγουρο είναι πως ο μόνος τρόπος που διαθέτει η εφημερίδα για να προσεγγίσει έννοιες που αφορούν τον πυρήνα του κράτους δικαίου είναι η εργαλειοποίησή τους.

Της διαφεύγει εντελώς πως δεν νοείται σε κράτος δικαίου να ανάγεται σε πολιτικό επιχείρημα ο απροκάλυπτα ρατσιστικός και μισαλλόδοξος λόγος, πως όσο σκληρή κι αν είναι η κριτική στην κυβέρνηση, οφείλει να σέβεται και να διασφαλίζει τον πυρήνα των δημοκρατικών αξιών, πως δεν μπορεί να εξαρτάται από τους συσχετισμούς στο εσωτερικό ενός κόμματος, πόσο μάλλον της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η δέσμευσή του υπέρ της ισονομίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Πρόκειται για κυνική ομολογία ότι αποτέλεσαν κεντρική πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης ο ρατσιστικός λόγος και ο θεσμικός ρατσισμός, πολιτική στην οποία στρατεύτηκε ένα λαλίστατο και ισχυρό τμήμα της ιεραρχίας.

Γι’ αυτό άλλωστε δεν έγινε καμία ουσιαστική προσπάθεια να εφαρμοστεί ο αντιρατσιστικός νόμος, που ήδη κατά την επεξεργασία του είχε σημαδευτεί από παλινωδίες και μεθοδεύσεις με πρωταγωνιστή τον Τάκη Μπαλτάκο, τότε γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι πως παραμένει έκθετη η Ελλάδα στις αιτιάσεις των αρμόδιων διεθνών οργανισμών, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης, που ζητά να εξαλειφθεί το συστημικό φαινόμενο της ατιμωρησίας των ρατσιστικών εγκλημάτων και της ρητορικής μίσους.

Είναι ευνόητες αυτές οι αντιδράσεις εναντίον της ενέργειας της κυβέρνησης να στείλει στους αρμόδιους εισαγγελείς τα δημοσιεύματα με τις δηλώσεις του μητροπολίτη προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο τέλεσης αξιόποινων πράξεων.

Προέρχονται από όσους είχαν συνηθίσει να παραβιάζουν προκλητικά τον νόμο, επωφελούμενοι από την ατιμωρησία που εγγυόταν η κεντρική εξουσία.

Δίπλα τους, προστίθενται οι αντιδράσεις φιλελεύθερης προέλευσης, όπως αυτές που ανέπτυξε στο προχτεσινό άρθρο του στην «Εφ.Συν.» ο επίκουρος καθηγητής Νομικής του ΑΠΘ Ανδρέας Τάκης («Με λογοκρισία θα καταπολεμήσουμε τον ρατσισμό;»).

Κεντρικό επιχείρημα αυτής της οπτικής είναι πως τα όρια του τι επιτρέπεται και τι όχι στον δημόσιο λόγο προσδιορίζονται άνωθεν, από τον νομοθέτη και τη δικαστική εξουσία, και όχι από τα εκάστοτε υποκείμενα που συμμετέχουν στο δημόσιο διάλογο, τα οποία υποβιβάζονται «από πολίτες σε πρόσωπα μειωμένου καταλογισμού και χρήζοντα ηθικής κηδεμονίας».

Το επιχείρημα μοιάζει να παραβλέπει πως δεν βρίσκονται εκτός της κοινωνίας ο νομοθέτης και ο δικαστής και, πολύ περισσότερο, πως τα όρια αποφασίζονται στο πλαίσιο της δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, μέσα από δημόσια συζήτηση, όπως γίνεται με τα όρια ταχύτητας ή με τα όρια της ελευθερίας του Τύπου και με κάθε ρύθμιση χάρη στην οποία μετατρέπεται η συμβίωση σε κοινωνία.

Παραβλέπει επίσης πως δεν αποτελεί απλώς άσκηση ηθικής βελτίωσης η νομική ρύθμιση της ρητορικής μίσους αλλά στοχεύει στην ενίσχυση της προστασίας των δικαιωμάτων των κοινωνικών ομάδων των οποίων αμφισβητείται η ίδια η υπόσταση του πολίτη, που επιχειρείται δηλαδή να εμφανιστούν ακριβώς ως πρόσωπα μειωμένου καταλογισμού και χρήζοντα ηθικής κηδεμονίας.

Ως προς τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα της ρύθμισης, πώς είναι δυνατό να μετρηθεί για ένα ζήτημα τόσο ρευστό και πολύπλοκο;

Μήπως άλλωστε έχει να επιδείξει θετικά αποτελέσματα αποδυνάμωσης του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας η απουσία ποινικής ρύθμισης; 

Οπως και να έχει, τα πρώτα αποτελέσματα της ενέργειας της κυβέρνησης είναι ενθαρρυντικά.

Στο άκουσμα της είδησης της παραπομπής του στη Δικαιοσύνη, ο μητροπολίτης Χίου επιχείρησε να αναδιπλωθεί, σπεύδοντας να διευκρινίσει πως στο κήρυγμά του μίλησε με λόγια αγάπης και για τους πρόσφυγες και για τους μετανάστες και πως επιχείρησε απλώς μια φιλολογική προσέγγιση της λέξης «λαθρομετανάστης».

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κύκλοι της Μητρόπολης συνέχιζαν να κλείνουν το μάτι στον ρατσισμό, μιλώντας για κίνδυνο πληθυσμιακής αλλοίωσης των νησιών και χαρακτηρίζοντας ζήτημα στατιστικό την αναφορά σε «λαθρομετανάστες».

Δεν περιμένει βέβαια κανείς πως θα εξαλείψει τις ρατσιστικές εκδηλώσεις η εφαρμογή της αντιρατσιστικής νομοθεσίας, ακόμα και με τις μικρές βελτιώσεις που ετοιμάζει η κυβέρνηση.

Μπορεί να στείλει όμως το μήνυμα πως όχι μόνο δεν είναι δικαίωμα η εκδήλωση ρατσισμού στον δημόσιο λόγο, όπως θέλουν να την παρουσιάζουν ορισμένοι, αλλά απειλεί την υπόσταση του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή σε μια πολιτεία που βασίζεται στην αρχή πως κάθε άνθρωπος είναι φορέας ενός πυρήνα απαράγραπτων δικαιωμάτων.

Δημήτρης Αγγελίδης – ¨εφημερίδα των Συντακτών»