Γεώργιος Σουρής (2 Φεβρουαρίου 1853 – 26 Αυγούστου 1919)

Ο Γεώργιος Σουρής (2 Φεβρουαρίου 1853 – 26 Αυγούστου 1919) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας, έχοντας χαρακτηριστεί ως «σύγχρονος Αριστοφάνης».
Σ2
Γεννήθηκε το 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει παπά. Όταν η οικογένειά του χρεοκόπησε, ο πατέρας του τον έστειλε υπάλληλο στο κατάστημα ενός θείου του σιτέμπορου στη Ρωσία.

Ο Σουρής όμως, ξεκίνησε να γράφει κρυφά τους στίχους του στα κατάστιχα και μετά από δύο μήνες αποχώρησε. Όταν ήλθε στην Αθήνα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να πάρει πτυχίο μετά την απόρριψή του από τον καθηγητή του Σιμτέλο στο μάθημα της μετρικής, κατ΄ άλλους στα Λατινικά, γεγονός που του στοίχισε πολύ όπως διαπιστώνεται στους εκδικητικούς του στίχους. Για να βγάλει τον επιούσιο παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε.
Όπως σημείωνε τότε ο Σπύρος Μελάς, ο Σουρής είχε πλούσια πνευματικά προσόντα και πλούτο γνώσεων με συνέπεια να καταστεί εξαίρετος δημοσιογράφος της έμμετρης σάτιρας των γεγονότων της εποχής. Οι πρώτοι σατιρικοί του στίχοι δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά «Ασμοδαίος», «Μή χάνεσαι» του Βλάση Γαβριηλίδη και «Ραμπαγάς».

Στις 2 Απριλίου 1883, σε ηλικία 30 ετών έβγαλε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του,που ο Γεώργιος Δροσίνης τη βάφτισε «Ο Ρωμηός», που ήταν μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα. Τον Αύγουστο έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά κόπηκε «μετά πολλών επαίνων», όπως σατιρίζει, στη μετρική.
Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε ως τις 17 Νοεμβρίου 1918 (τελευταίο φύλλο), λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη και 2 παραρτήματα. Το 1900, στο Δημοτικό Θέατρο των Αθηνών, παρουσιάστηκαν με επιτυχία οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνους, σε έμμετρη απόδοσή του. Έγραψε και αρκετές έμμετρες κωμωδίες, οι οποίες καυτηρίαζαν τα κακώς κείμενα της εποχής.
Χαρακτηριστικά του έργου του
 
Το έργο του χαρακτηριζόταν από την ποιητική του γονιμότητα και την πληθώρα των στίχων του. Έγραφε πάντα καλοπροαίρετα σχολιάζοντας το λαό, τους άρχοντες, τους Βασιλείς, χωρίς ωστόσο να βρίζει. Συχνά αυτοσαρκαζόταν και έξοχο δείγμα αυτοσαρκασμού είναι το ποίημα «Η Ζωγραφιά μου». Η γλώσσα του είναι μικτή. Χρησιμοποιεί πολύ τη δημοτική, αλλά συχνά στα ποιήματά του υπάρχουν αρκετές λόγιες λέξεις και φράσεις, για λόγους είτε μετρικούς είτε σατιρικούς. Είχε άλλωστε συγκρουστεί εντονότατα με τον Γιάννη Ψυχάρη και τους μαχητικούς δημοτικιστές των αρχών του 20ού αιώνα. Βεβαίως, κάποιοι τον είπαν στιχοπλόκο και κατηγόρησαν το έργο του υποστηρίζοντας πως στερείται ποιητικής αξίας ή ότι είναι εντελώς επιφανειακό.
Ο Σουρής προτάθηκε 5 χρονιές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας:
To 1907, από 9 μέλη της Ένωσης Ελλήνων Καλλιτεχνών, τον καθηγητή Φιλολογίας και Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιο Χατζιδάκη, τον Πρόεδρο της Βουλής Νικόλαο Λεβίδη με άλλους 100 βουλευτές.
Το 1908 (η πρόταση του 1908 φέρει δυσανάγνωστη υπογραφή).
Το 1909, από τον Φιλολογικό Όμιλο Παρνασσό και τους Δημήτριο Πατσόπουλο και Παύλο Καρολίδη.
Το 1911, από την Ελληνική Φιλολογική Εταιρεία (με έδρα την Κωνσταντινούπολη)
Το 1912, ξανά από τον Γεώργιο Χατζιδάκη
Ο Γ. Σουρής παντρεύτηκε το 1881, σε ηλικία 28 ετών την Μαρή Κωνσταντινίδη, από τη Χίο, του γένους Αργέντη Ροδοκανάκη, με την οποία και πέρασε μια ευτυχισμένη ζωή αποκτώντας πέντε παιδιά. Η γυναίκα του επέμενε πως είχε έξι, συμπεριλαμβάνοντας και τον σύζυγό της που «καθώς ήταν αδέξιος και ανέμελος» είχε πραγματική ανάγκη μητρικής στοργής και φροντίδας.
Ο Γ. Σουρής πέθανε το 1919 στο Νέο Φάληρο και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού.
Από τα πέντε του παιδιά ο Κρίτων και η Αλεξάνδρα δεν απέκτησαν παιδιά. Η Έλλη (Μοσχονά) έζησε στην Αγγλία όπου απέκτησε τρία παιδιά, την Μαρί (άκληρη), τον Χαράλαμπο (άκληρος)και την Λητώ (Carathers) που απέκτησε μια κόρη (εν ζωή) την Jill που ζει στην Αγγλία.
Η Ηρώ (Χαλμούκου) απέκτησε δύο παιδιά την Ναυσικά και τον Τάκη που δεν απέκτησαν παιδιά. Η Μυρτώ παντρεύτηκε τον Νικόλαο Δουμπιώτη (της οικογένειας των αγωνιστών από τα Δουμπιά Χαλκιδικής),τον μετέπειτα γνωστό Μακεδονομάχο Καπετάν Αμύντα (και μετέπειτα στρατηγό). Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ιωάννη και την Ελισάβετ. Ο Ιωάννης κατετάγη εθελοντής στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και «χάθηκε» στο Αλβανικό μέτωπο. Η Ελισάβετ (Γιαννακοπούλου) απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτριο και τον Νικόλαο. Και οι δύο ζουν στην Αθήνα και έχουν ο μεν Δημήτριος τρία παιδιά (Αλέξης, Φίλιππος, Βεατρίκη), ο δε Νικόλαος τρία παιδιά (Ελισάβετ, Σμαράγδα, Γεώργιος) 
 
Σ2

Ο ΡΩΜΗΟΣ

Στον καφενέ απ’έξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
τού ήλιου τίς ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κυττάζω, κανέναν δεν ψηφώ.

Σε μιά καρέκλα τόνα ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μιαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
αφίνω το καπέλλο, και αρχινώ με τόνο
τούς υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί ουρανός! τί φύσις!
αχνίζει εμπροστά μου ο καϊμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τίς βρίσκω μεγάλες και σοφές.

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω
και στρίβω το μουστάκι μ’ αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαβόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νούν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι απάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω
απάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ…
Εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τίς πω.

Στον καφετζή ξεσπάνω…φωτιά και κείνος παίρνει.
Αμέσως άνω κάτω τού κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος δεν πληρώνω…δεκάρα τον καφέ!»

Ο Ρωμηός στον Παράδεισο

Θεούλη μου, τί σου ‘λθε νὰ μ’ ἁγιάσεις;
νομίζεις πῶς θὰ μ’ ἔμελλε καθόλου,
ἂν ἤθελες κι ἐμένα νὰ κολάσεις
καὶ μ’ ἔστελνες παρέα τοῦ διαβόλου;
Μ’ ἀρέσει ὁ Παράδεισος, ἀλήθεια,
χωρίς δουλειὰ σκοτώνω τὸ καιρὸ
βλέπω ἁγίους γύρω μου σωρό,
διαβάζω συναξάρια, παραμύθια,
κι ἀκούω καὶ τραγούδια θεϊκά,
μά, ἔλα ποῦ δεν ἔχετε συνήθεια,
νὰ λέτε κι ἕνα δυὸ πολιτικά!

Σὺ κυβερνᾷς γιὰ πάντα μὲ γαλήνη
κι ὥρα ἀπ’ τὸ θρόνο σου δὲ πέφτεις…
Ἂς ἦταν δυνατόν Θεός νὰ γίνει
καὶ ἄλλος σὰν ἐσένα, λίγο ψεύτης,
νὰ μοιρασθεῖ τῶν οὐρανῶν τ’ ἀσκέρι,
νὰ πᾶνε καὶ μ’ ἐκεῖνον οἱ μισοί,
νὰ ‘ρχεται αὐτός, νὰ πέφτεις σύ,
νὰ γίνεται λιγάκι νταραβέρι…
Μὰ ὅλα ἐδῶ εἶναι τακτικά,
ὁ ουρανός Θεὸ ἐσένα ξέρει,
καὶ δὲ μιλοῦν πολιτικά!

Ἐδῶ ποὺ μ’ ἡσυχία ὅλοι ζοῦνε,
γιὰ μένα εἶναι κόλαση μεγάλη,
πολιτικὰ τ’ αὐτιά μου ἂς ἀκοῦνε,
κι ἂς εἶμαι καὶ στὴ κόλαση, χαλάλι!
Ἂν εἶχες εἰς τὸ νοῦ νὰ μὲ κολάσεις,
καὶ μ’ ἔφερες κοντά σου γιὰ ποινή,
νά! κόλαση γιὰ ‘μὲ ἀληθινή…
Μά, φθάνει πιά, Θεέ μου, μὴ μὲ σκάσεις,
καὶ διῶξε μὲ στὸ λέω παστρικά,
γιατί ἀλλιῶς στιγμὴ δὲ θὰ ‘συχάσεις…
Μονάχος θὰ μιλῶ πολιτικά!


Εγκαίνια του Ισθμού της Κορίνθου


Ἐμπρός λοιπόν, Κορίνθιοι, στὸ πόδι σηκωθῆτε,

καὶ μὲ κλαδιὰ ἀγριελῃᾶς καταστεφανωμένοι
στὸ Καλαμάκι τρέξετε νὰ μᾶς ὑποδεχθῆτε
χαρούμενοι, ἀξένοιαστοι καὶ λίγο μεθυσμένοι.
Ἂς στρήψῃ μέσα στὴ χαρὰ ἡ βίδα τοῦ μυαλοῦ σας,
χαρῆτε, τὰ ἐγκαίνια θὰ γίνουν τοῦ Ἰσθμοῦ σας.

Τρομάξετε, μισέλληνες καὶ ἄλλοι περιδρόμοι,
ἂς πάψῃ πιὰ ἡ πέννα σας χολὴ γιὰ μᾶς νὰ χύνῃ,
ἐκεῖνο ὅπου ἄρχισε ἡ παντοκράτωρ Ρώμη,
θὰ τὸ τελειώσῃ σήμερα ἡ νέα Ρωμῃωσύνη.
Ἑλλὰς καὶ Ρώμη!… ρίξετε τὴν ἄδική σας πέννα…
μὲ τῆς Κορίνθου τον Ἰσθμὸ ἑνώνονται εἰς ἕνα.

Ἐμπρός, ἐμπρός, Κορίνθιοι, καὶ ὁ Ισθμός ἐκόπη,
ἡ Στερεὰ καὶ ὁ Μοριᾶς χωρίζονται μὲ λύπη,
μᾶς ἔρχεται κοντήτερα ἡ φίλη μας Εὐρώπη,
καὶ ἄλλο γιὰ τὸ μέλλον μας θαρρῶ πὼς δὲν μᾶς λείπει.
Τί τον φυλᾶτε; κόφτε τον, στον διάβολο νὰ πάγῃ,
ν’ ἀνοίξουν τὰ Ταμεῖα μας, ν’ ἀνοίξουν τὰ πελάγη.

Ἐμπρός, ἐμπρός, μὲ τὸν Ἰσθμὸ τὸ ἔθνος μας πλουτίζει,
κι’ ὁ τρισκατάρατος Μαλιᾶς – ἀλλ’ ὄχι ὁ τῆς μπύρας –
θὰ πάψῃ τὰ καράβια μας ν’ ἀναποδογυρίζῃ,
καὶ δὲν θ’ ἀφίνῃ ὀρφανά, καὶ δὲν θ’ ἀφίνει χήρας.
Κάτω τὸ σκιάχτρο κι’ ὁ φονιᾶς τῆς ναυτιλίας ὅλης,
καὶ ζήτω ὁ συνώνυμος τοῦ Κάβου ζυθοπώλης…

Ἐμπρός, ἐμπρός, χαράξετε παντοῦ συγκοινωνίας,
γιὰ νὰ συγκοινωνήσωμε γυναῖκες, ἄνδρες, ὅλοι,
ἐμπρὸς κι’ ἡ σιδηρόδρομοι καὶ ἡ ὁδοποιΐαις,
νὰ γίνῃ τὸ Ρωμαίϊκο μιὰ μέρα περιβόλι.
Μὰ κἄτι θέλει νὰ εὑρῇ καὶ τ’ ἄδειο μου κεφάλι,
καὶ ἴσως τὸ Πηδάλιον τ’ Ἀεροστάτου βγάλῃ.

Κάτω η μόδα


Οἱ οἰκονομολόγοι τῆς Δύσεως φωνάζουν

τῶν κυριῶν τὰ λοῦσα νὰ πᾶνε νὰ χαθοῦν,
γιατὶ μ’ αὐτὴ τὴ μόδα οἱ κύριοι τρομάζουν,
καὶ δὲν ἀποφασίζουν ν’ ἀπογυναικωθοῦν.
Κι’ ἅμα κανείς στὰ βρόχια τοῦ γάμου δὲν μπερδεύῃ,
μαραίνεται κι’ ἡ φύσις κι’ ὁ κόσμος λιγοστεύει.

Καλά σας ξυπνητούρια, ὦ οἱκονομολόγοι,
τόσον καιρὸ φωνάζω μονάχος μου γι’ αὐτά,
μὰ πᾶνε στὰ χαμένα οἱ σοβαροί μου λόγοι
κι’ ἡ μόδα ὅλο τρέχει ἀντὶ νὰ σταματᾷ.
Τώρα ξυπνᾶτε μόλις, σοφώτατοί μου ξένοι…
τόσον καιρὸ σᾶς εἶχαν τὴ γλῶσσα σας δεμένη;

Τὸ εἶπα καὶ τὸ λέγω! Σὰν θέλετε στὸ γάμο
γλυκειὰ νὰ βασιλεύῃ εἰρήνη καὶ μπουνάτσα,
αὐταῖς ἡ παλῃομόδαις νὰ κυλισθοῦνε χάμω,
κι’ ἡ κάθε μιὰ κυρία νὰ βάλῃ κανναβάτσα.
Πρῶτος ἐγὼ τὸ εἶπα, μὰ δὲν μ’ ἀκοῦν καθόλου·
γι’ αὐτὸ κι’ ὁ κόσμος πάει στραβός κατὰ διαβόλου.

Δεν φθάνουν κάθε λίγο ἡ τόσαις συμφοραῖς μας,
θέ νἄχωμε καὶ τούτη;… ὦ! ποιὸς θὰ μᾶς γλυτώσῃ;
Τὶ λύσσα γιὰ τὴ μόδα πρὸ πάντων στῇς δικαῖς μας!
Εὑρίσκονται στοὺς δρόμους προτοῦ νὰ ξημερώσῃ.
Φαίνεται στὄνειρό τους δὲν βλέπουν τίποτ’ ἄλλο,
παρὰ καμμιὰ κορδέλλα ἢ ντεκολτὲ γιὰ μπάλο.

Καὶ βλέπετε ἐμπρός σας τῶν γυναικῶν τ’ ἀσκέρι
μ’ ὀνείρατα καὶ μάτια ἀκόμη νυσταγμένα
πρωΐ πρωΐ νὰ στήνῃ στὰ μαγαζιὰ καρτέρι,
καὶ νὰ ξυπνᾷ τὸν κόσμο γιὰ τὰ νεοφερμένα.
Γυρνοῦν καὶ σαν δεν εἶναι ἡ τσέπη των γεμάτη,
γιὰ νὰ χορτάσουν μόδα καὶ μόνο μὲ τὸ μάτι.

Κυττάξετε τριγύρω τί λούσων ποικιλία!
κυττάξετε λουλούδια, κορδέλαις, τραχηλιαῖς!
μὰ πόσαις δὲν κυλιοῦνται γι’ αὐτὰ στὴν ἀτιμία,
καὶ πόσαις γιὰ τὴν μόδα δὲν γουργουροῦν κοιλιαῖς!
Μὴ βλέπετε τὰ τόσα φτερὰ στὰ καπελῖνα!
ἂν μᾶς κτυποῦν στὰ μάτια, μὰ πέρνονται μὲ πεῖνα.

Εἰς τον βωμὸ τῆς μόδας καὶ τί καὶ τί δὲν καῖνε!
πόσαις γιὰ νἄχουν ἕνα μεταξωτὸ φουστάνι
τον ἄνδρα των στολίζουν μ’ ἐκεῖνα, πῶς τὰ λένε…
Τιμὴ χωρίς στολίδα καμμιὰ τιμὴ δὲν κάνει.
Καλὰ στολίσετέ μας γιὰ νὰ καμαρωθοῦμε,
κι’ ἂν ἄλλο δὲν μᾶς μένῃ, τὰ κάλλη μας πουλοῦμε.

Τῆς μόδας ἡ ἀρρώστεια κάθε ἀγάπη σβύνει,
γι’ αὐτὴ πολλαῖς ξεχάνουν κι’ αὐτά των τὰ παιδιά,
αὐτὴ τῆς ξεντροπιάζει καὶ κούκλαις τῇς ἀφίνει,
μὲ ἄδειο τὸ κεφάλι καὶ ἄδεια τὴν καρδιά.
Πατρίς, σεμνότης, ἔρως καὶ νυμφικὸ στεφάνι,
ποδοπατοῦνται ὅλα, γιὰ τί;… γιὰ τὸ φουστάνι.

Ἄ! τί φρικτὴ ἀρρώστεια, τί μαρασμός καὶ φθίσις!
Τόσοι καρποὶ ἱδρώτων ἐντίμου ἐργασίας
σκορπίζονται στῆς μόδας τας νέας ἀπαιτήσεις,
ἀντὶ ζωὴ ν’ ἀνοίξουν χαρᾶς καὶ ἁρμονίας.
Ἡ μόδα, ἄ! ἡ μόδα! τί τσέπαις ξεροστίβει
καὶ πῶς ἀπογυμνόνει καὶ ξέσκεπο καλύβι!

Ἂν θέτε Παυσανίου κι’ Οὐάσιγκτων μητέρας,
ἂν ἔρωτας ζητῆτε σεμνοὺς καὶ παρθενιά,
ἂν θέλετε ἀγάπης καὶ μουσικῆς ἡμέρας,
τὴν ἄνοιξι τ’ Ἀπρίλη καὶ ὄχι παγωνιά,
θυμώσετε, γενῆτε Φελλάψοι, Ἀραμπῆδες,
κι’ ἔξω ἡ μόδα, πῆτε, κι’ ἀπὸ τῇς Ἑλληνίδες.

Κάτω λοιπόν, γιὰ μόδαις καμμιὰ ἂς μὴ ξοδεύῃ,
ἂς γίνουν πυραμίδες μὲ γυναικῶν φουστάνια,
καὶ δώσετέ τους φόκο, ποὺ ὁ καπνὸς ν’ ἀνέβῃ
ὡς μάρτυς μετανοίας ἐπάνω στὰ οὐράνια.
Νὰ παύσουν πιὰ νὰ λένε παντοῦ γιὰ φιγουρίνια,
γιὰ τρίχαπτα, γιὰ φιόγκους, γιὰ φούνταις, γιὰ σκαρπίνια.

Ἂς βάλουν κανναβάτσα καὶ πέδιλα ἀρχαῖα,
ἂν θέλουν, ἂς φορέσουν κι’ ἐκείναις ἀνδρικά,
ἂς ἔρχωνται μαζί μας στὸν καφενὲ παρέα,
γιὰ νὰ μιλοῦμε λίγο γιὰ τὰ πολιτικά.
Ἂς παίζουνε μπιλιάρδο, ἂν θέλουν, κι’ ἂς καπνίζουν,
ἂς γράφουν ἄρθρα, στίχους, ἀκόμη κι’ ἂς ψηφίζουν.

Ἂς γίνουν, ἂν μπορέσουν, κι’ αὐταῖς Πρωθυπουργίναις,
μὲς στὴ Βουλὴ ἂς φέρουν σωροὺς Νομοσχεδίων,
φθάνει νὰ λείψουν μόνο ἡ μόδαις των ἐκείναις,
καὶ ὅλα τὰ ἀχρεῖα Ζουρνὰλ τῶν Παρισίων.
Ἁπλῆ κι’ ἀθῷα πάντα ἡ ὠμορφιὰ νὰ στέκῃ,
καὶ ἔτσι τῇς καρδιαῖς μας στὸ δίκτυ της νὰ μπλέκῃ.

Ἀλλοιῶς ἂν ἐπιμένῃ τῶν κυριῶν τὸ φῦλο
τὸ κάλλος ν’ ἀσχημίζῃ μὲ λοῦσα δανεικά,
καλό, νομίζω, εἶναι ν’ ἀρχίσωμε τὸ ξύλο,
ἴσως καὶ φρονιμέψουν μ’ αὐτὸ τὰ θηλυκά.
Ξύλο, ἀφοῦ τ’ αὐτιά των ἀπὸ φωναῖς δὲν πέρνουν,
πρὶν βγάλουν κι’ ἄλλη μόδα ν’ ἀρχίσουν νὰ μᾶς δέρνουν

Σημεία των καιρών


Βαρύς χειμῶνας πλάκωσε,

ὁ κόσμος ξεπαγόνει!…
Δὲν βγαίνει ὁ ἥλιος πουθενά,
ἀσπρίζουν δάση καὶ βουνὰ
ἀπ’ τὸ πυκνὸ τὸ χιόνι.

Ἀντάρα δῶ, φουρτοῦνα κεῖ,
καὶ σίφουνας πιὸ πέρα,
παντοῦ φωτιές, κατακλυσμοί,
ἀστροπελέκια καὶ σεισμοί…
στριφογυρνᾷ ἡ σφαῖρα.

Ἡ φύσις ξελογιάστηκε,
τῆς ἔστρηψαν ἡ βίδες
μπῆκαν στοὺς τόπους τὰ θεριά,
καὶ βγῆκαν ἔξω στὴ στεριὰ
ἡ γύπες κι’ ἡ μαρίδες.

Βάζουν φτερὰ κι’ ὑψόνονται
ὣς στ’ ἄστρα κι’ οἱ γαϊδάροι.
Παίρνουνε τ’ ἄφωνα φωνή,
γεννοῦν αὐγὰ οὶ πετεινοί,
καὶ κελαϊδοῦν οἱ γλάροι.

Οἱ ποντικοὶ ξετρύπωσαν
καὶ κυνηγοῦν τῇς γάτες,
καὶ μὲ τὴ νίκη τους αὐτὴ
μᾶς ξεφυτρώνουν δυνατοὶ
καὶ ποῦροι δημοκράτες.

Ἐμάθανε νὰ τρέχουνε
ἐμπρὸς καὶ τὰ καβούρια·
στὴ λάσπη ψύλλοι ξεπετοῦν,
κι’ οἱ χοῖροι τ’ ἄχυρα ζητοῦν
καὶ κρύβονται στ’ ἀχούρια.

Τῆς προβατίνας τὰ μαλλιὰ
πουλιοῦνται γιὰ μετάξια,
καὶ τὰ μυρμήκια τὰ μωρὰ
ἔγιναν ἄλογα μ’ οὐρά,
καὶ σέρνουνε τ’ ἁμάξια.

Καὶ ἡ γλυκειαῖς Χανούμισσες
τὸν φ ε ρ ε τ ζ ὲ ἀφίνουν,
καὶ στὸ χαρέμι μυστικὰ
ζητήματα Ελληνικὰ
ἀρχίζουνε νὰ λύνουν.

Φιλοσοφία

Νὰ ζῇ κανείς ἢ νὰ μὴ ζῇ; ὁ Σαίξπηρ ἐρωτᾷ.
Λοιπόν TO BE OR NOT TO BE; κι’ ἐγὼ τον ἐρωτῶ·
δεν μοῦ ἀρέσει τίποτε κι’ ἀπὸ τὰ δυὸ αὐτά,
κακὸ ψυχρὸ μοῦ φαίνεται κι’ ἐκεῖνο καὶ αὐτό.
Εἶναι, μὴ εἶναι; σᾶς ρωτῶ… ἤγουν ἐν ἄλλοις λόγοις,
νὰ ὁμιλῇς, νὰ μὴ μιλῇς; νὰ τρώγῃς, νὰ μην τρώγῃς;

Νὰ ζῇς; τουτέστι νὰ γελᾷς, νὰ κλαῖς, νὰ φλυαρῇς,
νὰ εἶσαι λόγιος, κλητήρ, κτηνίατρος, παππᾶς,
γιὰ μιὰ δραχμὴ νὰ κόβεσαι καὶ νὰ δικηγορῇς,
καὶ νηστικός τῶν ὑπουργῶν τῇς πόρτες νὰ κτυπᾷς.
Νὰ κάνῃς καὶ συνδυασμὸ μὲ τὸν Κατσικαπῆ,
καὶ γιὰ τοῦ ἔθνους νὰ μιλῇς τὴν τόση προκοπή!

Τί κόσμος ἀποτρόπαιος!… κανείς καλὰ δεν ξέρει
γιατί κοιμᾶται καὶ ξυπνᾷ, γιατὶ γελᾷ καὶ χαίρει
σὲ κάθε ἀλλαγὴ καιροῦ…
ψέμμα και πλάνη τὰ καλά, καθώς καὶ τὰ καλά,
ὁ ἄνθρωπος τον ἄνθρωπον αἰώνια γελᾷ,
καὶ ζοῦμε ἔτσι κουτουροῦ.

Ὤ! νά· μιὰ μυῖγα κάθεται εἰς τὴ χυτή μου μύτη…
σὲ τίνων μύτες ἆρα γε ὡς τώρα νὰ ἐπῆγες;
λοιπὸν κι’ ἡ μυῖγα τοῦ Θεοῦ τὸ πάνσοφον κηρύττει;
δὲν φθάνει ὅπου ζῶ ἐγῶ, ἀλλὰ νὰ ζοῦν κι’ ἡ μυῖγες;
Ποιός ξέρει τούτη τὴ στιγμή, ποὺ τόσας σκέψεις κάνω,
ἂν καὶ αὐτὴ φιλοσοφῇ στὴ μύτη μου ἐπάνω!

Αὐτός μετρᾷ στὰ δάκτυλα τ’ ἀστέρια τοὐρανοῦ,
ἐκεῖνος μὲ τὰ ἔντερα λεπτολογεῖ τῶν ψύλλων,
κι’ ἄλλος σκοτίζει καὶ χαλᾷ τον ἔξοχό του νοῦ,
νὰ μᾶς εἰπῇ οἱ ἄγγελοι σὲ ποιὸ ἀνήκουν φῦλον.
Πλὴν δὲν μᾶς εἶπε ὁ σοφὸς ἀκόμη πῶς τοὺς θέλει·
μὰ κι’ ἀρσενοθήλυκοι ἂν εἶναι τί μᾶς μέλλει;

Τί κόσμος ἀκατάστατος, ἀνούσιος, μωρός!
ὡς πότε ὁ ἀθάνατος μὲ τοὺς θνητοὺς θὰ παίζῃ;
ἀλλὰ ἐνῷ φιλοσοφῶ γιὰ ὅλα σοβαρός,
φωνάζει ἡ κυρία μου: «Ὁρίστε στὸ τραπέζι».
Λοιπὸν καὶ πάλι την κοιλιὰ ἀνάγκη νὰ γεμίσω;
Ὤ! βάστα με, γυναῖκα μου, νὰ μὴν αὐτοκτονήσω.

Θὰ φάγω πάλι, θὰ μασῶ, θὰ ξεροκαταπίνω…
Οὔτε μιὰ μέρα νηστικὸς νὰ μὴ μπορῶ νὰ μείνω;;
Τί σιχαμένα φαγητά!
Νὰ σπάσω ὅλα μ’ ἔρχεται τοῦ τραπεζιοῦ τὰ πιάτα,
μὰ πάλι λέγω μόνος μου. «Ὤ χέρι μου, σταμάτα,
κι’ ἂς λείψουν τέτοια χωρατά».

Ἔφαγα, δόξᾳ τῷ Θεῷ, καὶ τώρα ἂς φουμάρω,
κι’ ἅς ἔβγω τὸν ἀέρα μου στὸ Σύνταγμα νὰ πάρω…
Ὤ! Ὤ! τί κόσμος σοβαρός!
Ὁ ἕνας κι’ ἄλλος μὲ γελᾷ, κι’ ἐγὼ μ’ αὐτούς γελῶ,
ψέμματα ὅλοι μοῦ πουλοῦν καὶ ψέμματα πουλῶ,
κι’ ἔτσι διαβαίνει ὁ καιρός.

Πάλι στὸ σπίτι μου γυρνῶ, ζεσταίνομαι, κρυόνω,
καὶ πάλι μὲ χασμήματα στὸ στρῶμα μου ξαπλόνω,
κι’ ἀρχίζω τὸ ρουχαλητό…
Ὤ! ἡ ζωὴ κατήντησε μαρτύριο γιὰ μένα,
ἔγινα Χάμλετ, ὅλα πιὰ τὰ βρίσκω σιχαμένα,
καὶ μόνον θὰνατον ζητῶ.

Μὰ πάλι νὰ μὴ ζῇ κανείς, ποτὲ νὰ μην πεινᾷ,
καὶ ἄσπλαχνα νὰ τρώγεται ὑπὸ τὴν κρύα πλάκα,
νὰ μὴ γνωρίζῃ τίς καὶ πῶς τὸ ἔθνος κυβερνᾷ,
καὶ ποιὸς θὰ ἔλθῇ βουλευτής ἀπὸ τὴν Καλαμπάκα;
Ἐν ὅσῳ εἶσαι ζωντανός, ναὶ μεν θὰ ὑποφέρῃς,
μὰ τῆς ζωῆς τὴν ἀνοστιὰ τοὐλάχιστον την ξέρεις,

Ἀλλ’ ὅταν πέσῃς μιὰ φορὰ ἀναίσθητος στὸ χῶμα
καὶ ἀπομείνῃς σκέλεθρο, ὤ! τότε θ’ ἀγνοῇς
τὸ τί ἀξίζει ἡ ζωὴ κι’ ὁ θάνατος ἀκόμα,
κι’ ἂν εἶναι προτιμότερος ὁ τάφος τῆς ζωῆς.
Ὤ! τί φρικώδης ὕπαρξις! τί χάρος σκοτεινός!
κι’ ἀποθαμένος μαρτυρεῖς καθὼς καὶ ζωντανός.

Νὰ ζῇ κανείς ἢ νὰ μὴ ζῇ; ὁ Σαίξπηρ ἐρωτᾷ,
λοιπόν TO BE OR NOT TO BE κι’ ἐγὼ τον ἐρωτῶ.
Δεν μοῦ ἀρέσει τίποτε κι’ ἀπὸ τὰ δυὸ αὐτά,
κακὸ ψυχρὸ μοῦ φαίνεται κι’ ἐκεῖνο καὶ αὐτό.
Μὰ ἡ φιλοσοφία μου κατήφορο ἐπῆρε
καί… γαῖαν ἔχοις ἐλαφράν, συνάδελφε Σαιξπῆρε.

Ο δάσκαλος

Ἑνός σοφοῦ δασκάλου ἡ κυρά,
ποὺ ἦτο κι’ ἀπὸ κόρη μαθημένη
εἰς ἔρωτας καὶ χάδια τρυφερά,
τὰ ἤθελε καὶ τώρα παντρεμμένη…
ἡ καϋμένη!

Καὶ τοῦ δασκάλου ζάλιζε τ’ αὐτιά·
γιὰ τὰ παιχνίδια, τοὔλεγε, πεθαίνω…
ὅμως αὐτὸς δὲν ἔνοιωθε φωτιά,
τὰ λεξικὰ τὸν εἶχαν κρυωμένο…
τὸν καϋμένο!

Δὲν ἔβγαζ’ ἕνα λόγο τρυφερό,
τὰ ρήματα, αἱ πτώσεις καὶ τὰ γένη
δὲν τἄφιναν γιὰ ἔρωτα καιρό,
κι’ ἐκείνη σπαρταροῦσε λιγωμένη…
ἡ καϋμένη!

Μὰ εἶδε δὰ κι’ αὐτὴ πὼς χωρατὰ
σὲ δάσκαλα δὲν πᾶνε σαστισμένο,
κι’ ἔπαυσε χάδια πιὰ νὰ τοῦ ζητᾷ,
καὶ μόνο του τὸν ἄφινε κλεισμένο…
τὸν καϋμένο!

Μὲ τον καιρὸ φρονίμεψε πολύ,
καὶ ἥσυχος ὁ δάσκαλός της μένει,
γιὰ ἔρωτας ποτὲ δεν τοῦ μιλεῖ,
καὶ μόνη στὸν περίπατο πηγαίνει…
ἡ καϋμένη!

Ἀλλὰ κανείς τὰ γέλοια δεν κρατεῖ
σαν φαίνεται αὐτός ὁ παντρεμμένος
κι’ αὐτός, χωρὶς νὰ ξέρῃ τὸ γιατί,
γελᾷ μὲ τους πολλοὺς καμαρωμένος…
ὁ καϋμένος!

Η διαθήκη μου

Α’
Ἂν καὶ δὲν πιστεύω πως θὲ νὰ πεθάνω,
ἂν καὶ μες στὸ ἄνθος εἶμαι τῆς ζωῆς μου,
διαθήκη ὅμως σκέπτομαι νὰ κάνω,
γιὰ νὰ μὴ μὲ τύπτῃ ἡ συνείδησίς μου.

Ποιός γνωρίζει τάχα τί τοῦ ξημερόνει!
ἐνῷ πᾷς στὸ δρόμο ξένοιστος… τί φρίκη!
ἅμαξα ἢ κάρρο σὲ καταπλακόνει,
κι’ ἔτσι ξεμπερδεύεις δίχως διαθήκη.

Β’
Πένα στὴ θανή μου ὕμνους νὰ μὴ γράψῃ,
οὔτε δάκρυ θέλω νὰ χυθῇ κανένα,
κι’ οὔτε αὐτὸς ἀκόμη θέλω νὰ μὲ κλάψῃ,
ποὺ ἐλπίζει ψῆφο νἄχῃ κι’ ἀπὸ μένα.

Εἰς τὸ Οὐεστμίνστερ θέλω νὰ μὲ θάψουν,
ἀλλ’ ἀφοῦ βεβαίως τοῦτο δὲν θὰ γίνῃ,
ὅπου σᾶς ἀρέσει, τάφο ἂς μοῦ σκάψουν,
κι’ ὅλη μου ἡ δόξα κτῆμα σας ἂς μείνῃ.

Γύρω μου νὰ στέκουν μοῦτρα χαρωπά,
ὄχι σκέπαις, μαῦρα καὶ κραυγαὶ ὀδύνης,
νὰ μὴν ἔλθῃ ράσο καὶ γιὰ μὲ παππᾶ,
κι’ οὔτ’ ὁ Ἀναγνωστάκης τῆς Ἁγιᾶς Εἰρήνης.

Νὰ μὲ πᾷν οἱ φίλοι ἔξω στὰ θυμάρια
μὲ κρασὶ καὶ μπύρα ὅλοι των κουροῦνα
καὶ ἀντὶ παππάδων θλιβερὰ τροπάρια
τὴν Μασκὸτ νὰ ψάλλουν καὶ τὴν Παπαρούνα.

Κανεις φίλος λόγο νὰ μην ἀπαγγείλῃ,
κι’ ἂν στὸ νοῦ του τέτοιο ἔγκλημα περάσῃ,
νὰ τὸν σακατέψουν στῇς σβερκιαῖς οἱ φίλοι,
κι’ εἴθε τὴ μιλιά του στὴ στιγμὴ νὰ χάσῃ.

Γ’
Καὶ τ’ ἀκίνητά μου καὶ τὰ κινητὰ
τὰ χαρίζω ὅλα στην καλὴ πατρίδα,
ὄχι γιὰ νὰ κὰμῃ πόλεμο μ’ αὐτά,
ἀλλὰ ν’ ἀγοράσῃ λίγη δαμαλίδα.

Τούτη μου τὴν κόμη τὴν ποιητικὴ
ἀπὸ τώρα δίνω γιὰ κληρονομιὰ
εἰς τὸν Λεονάρδο κι’ εἰς τὸν Ψιακῆ…
δὲν θὰ βροῦν βαμμένη οὔτε τρία μιά.

Τέλος τὸ κεφάλι τὸ ποιητικὸ
στοὺς κρανιοσκόπους μποναμᾶς ἂς μένῃ,
νὰ τὸ ψάχνουν μέσα κι’ ἔξω μὲ φακό,
γιὰ νὰ βροῦν ποιὰ βίδα εἶναι χαλασμένη.