Αύγουστος 1949-Το τέλος του εμφυλίου πολέμου

Ηταν 28 Αυγούστου του 1949, περί το μεσημέρι, όταν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας άρχισαν να συμπτύσσονται προς το κέντρο του μετώπου του Γράμμου και να οργανώνουν την υποχώρησή τους προς την Αλβανία.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Από το πρωί της ίδιας μέρας, η κύρια κορυφογραμμή του Γράμμου περνούσε στα χέρια του αστικού στρατού. Η αποφασιστική, όμως, μέρα της τελικής φάσης του εμφυλίου πολέμου, σύμφωνα με τον στρατηγό Δ. Ζαφειρόπουλο, ήταν η προηγούμενη, η 27η Αυγούστου.

«Χαρακτηριστική – γράφει – είναι η ενέργεια της IX Μεραρχίας, ήτις διά της συνεχίσεως της τολμηράς προσχωρήσεώς της καταλαμβάνει την 12.30 ώραν της 27ης Αυγούστου κατόπιν σκληρού αγώνος, την διάβασιν Πόρτα Οσμάν. Η τοποθεσία αύτη, πεισμόνως διεξεδικήθη υπό των συμμοριτών, διότι ήτο η μόνη υπολειφθείσα διάβασις προς διαφυγήν προς Αλβανίαν… Η 27η Αυγούστου ήτο η αποφασιστική ημέρα της μάχης του Γράμμου»1.

Στο «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Α΄ Τόμος, 1918 -1949», αναφέρεται επίσης ότι: «Η 9η Μεραρχία του κυβερνητικού στρατού υπερκέρασε στις 26 Αυγούστου τη γραμμή άμυνας του ΔΣΕ και εισχώρησε στα μετόπισθεν, κατά μήκος των ελληνοαλβανικών συνόρων. Ηταν άμεσος ο κίνδυνος να κλείσει κάθε διάβαση στα σύνορα»,2 (σελ. 618) επιβεβαιώνοντας τον στρατηγό Ζαφειρόπουλο.

Στις 29 με 30 του μηνός έπεσε το ύψωμα Κάμενικ οπότε τα πάντα είχαν φτάσει στο τέλος τους. «Τη νύχτα της 29ης Αυγούστου 1949 – γράφει ο Β. Μπαρτζιώτας3 – με τη βοήθεια όλων των στελεχών του ΔΣΕ και ιδιαίτερα των μελών της ΚΕ του ΚΚΕ, περάσαμε στην Αλβανία, οργανωμένα, χωρίς ο κυβερνητικός στρατός να εξοντώσει ή να συλλάβει αιχμαλώτους έστω και ένα μικρό τμήμα του ΔΣΕ. Επιασε μόνο μεμονωμένους μαχητές μας που ξεκόπηκαν από τις μονάδες τους κι έχασαν τον προσανατολισμό τους».

Συντεταγμένη υποχώρηση

Εκείνη την ημέρα, 30 Αυγούστου του 1949, οι αθηναϊκές εφημερίδες κυκλοφορούσαν, φιλοξενώντας στην πρώτη τους σελίδα την είδηση πως ο Γράμμος, το τελευταίο προπύργιο του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος, έπεσε στα χέρια του κυβερνητικού στρατού. «Κατά δημοσιογραφικάς πληροφορίας εκ του μετώπου του Γράμμου άπαντα τα κατεχόμενα υπό των συμμοριτών υψώματα περιήλθον εις τας χείρας των ημετέρων. Από της στιγμής ταύτης ουδεμία αντίστασης υφίσταται εις τον Γράμμον», έγραφε η «Καθημερινή». Και πρόσθετε: «Η απώλεια του Γράμμου αποτελεί σκληρότατον πλήγμα διά τον συμμοριτισμόν»4.

Την επομένη ο Τύπος ήταν ακόμη πιο σαφής αναφορικά με τη σημασία που είχαν τα πολεμικά γεγονότα. «Μετά τον Γράμμον – έγραφε η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ5 – δεν υπάρχει πλέον επί ελληνικού εδάφους οργανωμένος εχθρός. Υπάρχουν διάσπαρτοι ολιγομελείς και απέλπιδες ομάδες, καταδικασμέναι εις βεβαίαν εξόντωσιν».

Παρά τις προσδοκίες των αντιπάλων του, ο Δημοκρατικός Στρατός δε συντρίφτηκε τον Αύγουστο του 1949, αλλά υποχώρησε συντεταγμένα, αδυνατώντας να συνεχίσει τον πόλεμο. Το γεγονός αυτό είναι, πλέον, ευρέως αποδεχτό και αποδεικνύεται και από τα επίσημα στοιχεία του κυβερνητικού στρατού, τα οποία δόθηκαν στη δημοσιότητα τα τελευταία χρόνια.

Σύμφωνα με την έκθεση που συνέταξε και παρέδωσε στους ανωτέρους του ο στρατηγός Θρ. Τσακαλώτος στις 14/9/1949, στη διάρκεια της τρίτης φάσης της Επιχείρησης «ΠΥΡΣΟΣ» («ΠΥΡΣΟΣ Γ’» 24- 30/8/1949), ο κυβερνητικός στρατός, τόσο κατά τις παραπλανητικές όσο και κατά τις κύριες ενέργειες, είχε τις παρακάτω απώλειες: Νεκροί αξιωματικοί 24. Τραυματίες αξιωματικοί 154 και αγνοούμενοι αξιωματικοί 2. Νεκροί οπλίτες 358. Τραυματίες οπλίτες 2.054 και αγνοούμενοι οπλίτες 31. Για τον ΔΣΕ, τα αντίστοιχα στοιχεία που δίνει ο Τσακαλώτος είναι: Νεκροί 1.074, συλληφθέντες 765 και παραδοθέντες 228 6. Είναι πολύ πιθανό ο Τσακαλώτος να υπερβάλλει σχετικά με τις απώλειες του Δημοκρατικού Στρατού – κάτι που συνηθίζεται, γενικά, στις πολεμικές αναμετρήσεις κι απ’ τις δύο πλευρές των αντιπάλων.

Ομως ακόμη κι αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των συλληφθέντων και παραδοθέντων ανταρτών κάθε άλλο παρά μαρτυράει συντριβή ή και κατάρρευση του ΔΣΕ και δικαιώνει τη μαρτυρία του Β. Μπαρτζιώτα που προαναφέραμε. Στα χέρια του κυβερνητικού στρατού έπεσαν αντάρτες που αποκόπηκαν από τα τμήματά τους, πιθανόν τραυματίες που έμειναν πίσω και φυσικά πολιτικό προσωπικό που δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τα υποχωρούντα στο αλβανικό έδαφος τμήματα.

Ετσι έχει απόλυτα δίκαιο ο Γ. Μαργαρίτης, ο οποίος γράφει7:

«Η πρόκληση τέτοιας έκτασης απωλειών στους επιτιθέμενους, σε συνδυασμό με τη συγκροτημένη υποχώρηση των μονάδων του ΔΣΕ και τον μικρό αριθμό παραδοθέντων υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η τελευταία μάχη του ΔΣΕ δεν πιστοποίησε την καταστροφή του. Πιστοποίησε μόνο την αδυναμία συνέχισης του πολέμου με τέτοιο συσχετισμό δυνάμεων».

Χωρίς αμφιβολία, ο εμφύλιος πόλεμος είχε φτάσει στο τέλος του, ο Δημοκρατικός Στρατός είχε νικηθεί στο πεδίο της μάχης και το επαναστατικό – προοδευτικό λαϊκό κίνημα υποχρεωνόταν να αλλάξει τακτική και μέσα πάλης για την επίτευξη των στόχων του. Ομως για ποιους στόχους αγωνίστηκε τρία ολόκληρα χρόνια, με το όπλο στο χέρι ο ΔΣΕ; Για ποιο λόγο μάτωσαν οι μαχητές του, που όσοι γλίτωσαν το θάνατο υποχρεώνονταν τώρα να ακολουθήσουν το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς;

Ποιος ήταν ο χαρακτήρας του αγώνα του ΔΣΕ;

Οταν τον Οκτώβρη του 1946 οι ανταρτικές ομάδες που δρούσαν στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία, στην Ηπειρο και στη Ρούμελη αποφάσισαν το συντονισμό της δράσης τους και δημιούργησαν το Γενικό Αρχηγείο Ανταρτών εξέδωσαν ιδρυτική διαταγή, με ημερομηνία «28 Οκτώβρη 1946», όπου μεταξύ άλλων αναφερόταν ότι «η στυγνή δίωξη των αγωνιστών και του Δημοκρατικού λαού από τον αγγλόδουλο μοναρχοφασισμό και τα όργανά του που ανάγκασε χιλιάδες Δημοκράτες να βγούνε στα βουνά για να υπερασπίσουν τη ζωή τους οδήγησε στη σημερινή ανάπτυξη του αντάρτικου κινήματος»8.

Μ’ άλλα λόγια, ο ΔΣΕ στο ξεκίνημά του ήταν η ένοπλη αντίδραση του λαού στο μοναρχοφασιστικό καθεστώς των Αθηνών που από κοινού με Αγγλους συμμάχους τους είχαν επιδοθεί σε ένα δολοφονικό όργιο τρομοκρατίας, προκειμένου να εδραιώσουν την εξουσία της άρχουσας τάξης. Αντικειμενικά, όμως, η ένοπλη αντίσταση στη δολοφονική τρομοκρατία του ταξικού αντιπάλου συνδεόταν με το κεντρικό κοινωνικοπολιτικό πρόβλημα της χώρας, στην κατεύθυνση της επίλυσής του από τη σκοπιά των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων. Ετσι πολύ σύντομα – κι όταν πλέον δεν υπήρχε καμία ελπίδα για ειρηνική διευθέτηση του ελληνικού εσωτερικού ζητήματος – ο ΔΣΕ ως λαϊκός στρατός σήκωσε το κύριο βάρος της ταξικής πάλης δεδομένου ότι ο ένοπλος αγώνας αποτέλεσε την κύρια μορφή αυτής της πάλης για τη δημοκρατία, την εθνική ανεξαρτησία, αλλά και την κοινωνική πρόοδο στην Ελλάδα, για τη λαϊκή εξουσία.

Ηγέτης και καθοδηγητής του αγώνα του ΔΣΕ αλλά και του αγώνα που ποικιλοτρόπως έδινε ολόκληρο το λαϊκό κίνημα στην τριετία 1946 – 1949 ήταν το ΚΚΕ.

Ο αγώνας αυτός – ως προς τις μορφές – είχε φτάσει στο ανώτατο επίπεδο, ήταν δηλαδή ένοπλος και ήταν αγώνας για την εξουσία. Από την πλευρά των καθεστωτικών και των ξένων δυνάμεων ήταν αγώνας για την εδραίωση και διατήρηση της εξουσίας και την υπεράσπιση του καπιταλιστικού συστήματος και από την πλευρά του ΚΚΕ, του ΔΣΕ και των λαϊκών τάξεων ήταν αγώνας, για την κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας, αγώνας που αντικειμενικά οδηγούσε στην υπέρβαση του καπιταλισμού και την οικοδόμηση μιας νέας, σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ο Δημοκρατικός Στρατός αγωνίστηκε μέχρις εσχάτων, επί τρία ολόκληρα χρόνια, δίνοντας όλες του τις δυνάμεις, το αίμα των καλύτερων μαχητριών, μαχητών και στελεχών του, για να εκπληρώσει την αποστολή του. Κι αυτός του ο αγώνας διατηρεί ακέραιη την αξία του παρ’ όλο που, τον Αύγουστο του 1949, κατέληξε σε ήττα, κάτω από το βάρος των υπέρμετρων αντίπαλων δυνάμεων. Ομως, ας επανέλθουμε στις τελευταίες μέρες εκείνου του αγώνα και στο πώς φτάσαμε στην ήττα.

Η άνιση αναμέτρηση

Για την τελική σύγκρουση με το ΔΣΕ στο Γράμμο και στο Βίτσι, ο κυβερνητικός στρατός εφάρμοσε το σχέδιο με την κωδική ονομασία «ΠΥΡΣΟΣ», η εκτέλεση του οποίου προβλεπόταν να γίνει σε τρεις φάσεις. Κατά την πρώτη φάση («ΠΥΡΣΟΣ Α΄» 2- 8/8/1949) προβλέπονταν μέτριες παραπλανητικές επιθέσεις στο Γράμμο, με σκοπό να δημιουργηθεί η αίσθηση στον ΔΣΕ ότι εκεί θα ξεδιπλωνόταν η κύρια επίθεση του αντιπάλου του, ώστε να καθηλωθούν οι δυνάμεις του9. Κατά τη δεύτερη φάση («ΠΥΡΣΟΣ Β΄» 10 – 16/8/1949) το σχέδιο προέβλεπε ότι η κύρια ενέργεια του κυβερνητικού στρατού, μετά την εφαρμογή του «ΠΥΡΣΟΣ Α΄», θα εξελισσόταν στην περιοχή του Βίτσι με σκοπό την κατάληψή της και την εξόντωση των ανταρτών10.

Τέλος, η τρίτη φάση («ΠΥΡΣΟΣ Γ΄» 24 – 30/8/1949) προέβλεπε αποφασιστική ενέργεια, στην περιοχή του Γράμμου, με σκοπό την κατάληψή της και την καταστροφή των ανταρτικών δυνάμεων, καθώς και φράξιμο των αλβανικών συνόρων, για να μην υπάρχει καμιά διέξοδος στις δυνάμεις του ΔΣΕ11.

Στην τελική σύγκρουση, ο κυβερνητικός στρατός έριξε στη μάχη 8 μεραρχίες (VIII, I, X, II, III καταδρομών, IX, XV, XI), δύο ανεξάρτητες ταξιαρχίες, 14 ελαφρά τάγματα πεζικού, 150 περίπου πεδινά και ορειβατικά πυροβόλα, πλήθος αεροπλάνων, 200 άρματα μάχης και πολλά τεθωρακισμένα. Το σύνολο δύναμης υπολογίζεται πολύ πάνω από 100.000 άνδρες. Ορισμένοι, μάλιστα, ερευνητές παρουσιάζουν εντυπωσιακά υψηλότερα νούμερα. Ο Σ. Γρηγοριάδης12 κάνει λόγο για 180.000 άνδρες, ο Τ. Βουρνάς13 για τουλάχιστον 150.000, ενώ ο Γ. Μαργαρίτης σημειώνει πως το Στρατηγείο Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας, στο οποίο είχε πέσει το κύριο βάρος της επίθεσης κατά του ΔΣΕ είχε στη διάθεσή του συνολικό αριθμό ανδρών που «πιθανότατα άγγιζε τους 200.000»14.

Απέναντι σ’ αυτή τη δύναμη του αντιπάλου, ο ΔΣΕ είχε να αντιπαρατάξει 8.800 περίπου μαχητές παραταχτή δύναμη στο Βίτσι και 6.500 περίπου μαχητές στο Γράμμο15. Επίσης, διέθετε 45 ορειβατικά πυροβόλα, 15 αντιαεροπορικά και 27 αντιαρματικά. Το πολεμικό του υλικό δεν ήταν αρκετό και οι εφεδρείες του ήταν μηδενικές16.

Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, επρόκειτο για μια άνιση αναμέτρηση που το αποτέλεσμά της δεν μπορούσε παρά να είναι αναμενόμενο.

Ο δραματικά αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού τον Αύγουστο του ’49 εξηγεί την έκβαση εκείνης της μάχης. Γιατί όμως χάθηκε ο πόλεμος για το ΔΣΕ;

Στο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ ως μια από τις βασικότερες αιτίες αναφέρεται: «Δεν ξεκίνησαν αποφασιστικά το νέο ένοπλο αγώνα γιατί η ηγεσία του ΚΚΕ πίστευε, πως προχωρώντας σιγά – σιγά στην ένοπλη πάλη θα φόβιζε τον αντίπαλο, θα ασκούσε όλο και μεγαλύτερη πίεση και θα τον ανάγκαζε να υποχωρήσει και να συνθηκολογήσει. Δεν είχε ξεκαθαρίσει για αρκετό διάστημα την κύρια μορφή του αγώνα αν θα ήταν ένοπλη ή ειρηνική…. Χάθηκε έτσι ο πιο πολύτιμος και κατάλληλος χρόνος για να λυθεί το πρόβλημα της δύναμης του ΔΣΕ καθώς και το πρόβλημα των εφεδρειών, που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην ήττα του ΔΣΕ και για να καταφερθεί αποφασιστικό χτύπημα στον αντίπαλο προτού ακόμα προφτάσει να οργανωθεί, να ενισχυθεί και να βοηθηθεί από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό»17. Η αντίπαλη πλευρά είχε τη βρετανική και την αμερικανική υποστήριξη.

Ταυτόχρονα, σημαντικό ρόλο στην ήττα πρέπει να έπαιξε και ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, μετά την επέμβαση των Αγγλων το Δεκέμβρη του 1944, αλλά και η απαράδεχτη Συμφωνία της Βάρκιζας. 18

Η αλήθεια αυτών των επισημάνσεων έχει ομολογηθεί και από την αντίπαλη πλευρά. Ο Ευάγγ. Αβέρωφ, για παράδειγμα, σημειώνει πως «αν το 1946 και 1947 όσοι πίστευαν στο ΚΚΕ είχαν καταταγή στον Δημοκρατικό Στρατό, οι μαχητές του θα είχαν ταχύτατα υπερβή τις 50.000». Και «εάν κατά το 1947 ο Μάρκος διέθετε 50.000 μαχητάς, το τέλος του αγώνος θα ήταν διαφορετικό. Ενας συμβιβασμός ευνοϊκός για το ΚΚΕ θα ήταν πολύ πιθανός. Το τέλος θα ήταν ενδεχομένως διαφορετικό, αν είχε φθάσει αυτόν τον αριθμό έστω και πριν ακόμη χρησιμοποιηθεί πλήρως το αμερικανικό πολεμικό υλικό, δηλαδή προ του τέλους του 1948»19.

Εχουν εκφραστεί, επίσης, εκτιμήσεις ότι επηρέασε η ρήξη ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, με αποτέλεσμα ο ΔΣΕ να χάσει το μηχανισμό στήριξης και ενότητας των δυνάμεών του, αλλά και η εγκατάλειψη από το ΔΣΕ μερικώς της αντάρτικης τακτικής.

Το μετεμφυλιοπολεμικό καθεστώς

Μετά την ήττα στο Γράμμο, στο έδαφος της Αλβανίας και των άλλων Λαϊκών Δημοκρατιών δεν υποχώρησαν μόνο τμήματα του ΔΣΕ, αλλά και χιλιάδες πολίτες που υποστήριζαν τον αγώνα των ανταρτών και υποχρεώνονταν, από το να δοκιμάσουν το μαχαίρι του νικητή, να πάρουν το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς. Τα επίσημα στοιχεία του ΚΚΕ, που κατατέθηκαν στην Τρίτη Συνδιάσκεψή του (10 – 14/10/1950) κάνουν λόγο για 55.881 πολιτικούς πρόσφυγες (αντάρτες και πολίτες), οι οποίοι σε αρχική φάση κατανεμήθηκαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες ως εξής20: Ρουμανία: 9.100, Τσεχοσλοβακία: 11.941, Πολωνία: 11.458, Ουγγαρία: 7.253, Βουλγαρία: 3.021, Γερμανία: 1.128 και Σοβιετική Ενωση: 11.980.

Ολοι αυτοί οι άνθρωποι ξεκίνησαν μια καινούρια ζωή. Πήγαν σε σχολεία και πανεπιστήμια, ειδικεύτηκαν σε διάφορες εργασίες, αγωνίστηκαν για να διευρύνουν τους πνευματικούς τους ορίζοντες και να πολλαπλασιάσουν τις δυνατότητές τους με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα γύριζαν, για να προσφέρουν στον τόπο τους. Τι γινόταν όμως με τους συντρόφους τους που είχαν μείνει πίσω;

Σε ό,τι αφορά τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού που εγκλωβίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας και δεν κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα, η τύχη που τους περίμενε ήταν συνήθως εκτέλεση με συνοπτικές διαδικασίες. Ακριβή στοιχεία για το μακελειό που συνέβηκε τότε, αν κι έχει περάσει περισσότερο από μισός αιώνας, δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί – αν υποθέσουμε ότι καταγράφηκαν ποτέ. Φαίνεται, πάντως, πως λίγοι από τους άτυχους εκείνους αντάρτες κατάφερναν να γλιτώσουν από τα αιμοβόρα ένστικτα των νικητών.

Επίσημα στοιχεία δεν υπάρχουν, επίσης, και για τις εκτελέσεις αγωνιστών που έγιναν, ύστερα από δικαστικές αποφάσεις. Σύμφωνα, πάντως, με ανεπίσημα στοιχεία από τον Ιούλιο του 1946 έως τον Οκτώβριο του 1951 επιβλήθηκαν συνολικά 7.500 θανατικές καταδίκες με το Γ΄ Ψήφισμα και τον Α.Ν. 509/1947, από τις οποίες 4.000 με 5.000 εκτελέστηκαν21.

Σκοτάδι καλύπτει και το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων.

Στις 12/10/1951 το κράτος των Αθηνών αναγνώριζε επίσημα ότι μέχρι την 1η Οκτωβρίου του ιδίου έτους, ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων ανερχόταν στις 14.069. Απ’ αυτούς οι 3.103 ήταν στη δικαιοδοσία των κακουργιοδικείων για «αδικήματα», συνδεόμενα με τη δράση του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ στην κατοχή και οι 10.966 ήταν στη δικαιοδοσία των εκτάκτων στρατοδικείων για «αδικήματα» συνδεόμενα με τον εμφύλιο πόλεμο22. Χωρίς αμφιβολία, τα στοιχεία αυτά είναι ελλιπή. Δεν καταγράφουν τους έγκλειστους στρατιώτες στο κάτεργο της Μακρονήσου, διότι δε θεωρούνταν πολιτικοί κρατούμενοι αλλά φαντάροι που υπηρετούσαν τη θητεία τους. Επίσης, δεν καταγράφονται και οι χιλιάδες των πολιτών που ούτε είχαν δικαστεί, ούτε δίκη περίμεναν αλλά κρατούνταν γενικώς και ανακρίνονταν επί πολλά έτη23.

Την εικόνα συμπληρώνουν οι καθημερινές διώξεις που βίωναν οι «ελεύθεροι» κομμουνιστές, αριστεροί και δημοκρατικοί πολίτες με τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, τη συνεχή αστυνομική επιτήρηση, το φακέλωμα, τη δράση του λεγόμενου παρακράτους και τις συνεχείς ψυχολογικές και άλλου χαρακτήρα πιέσεις να αποκηρύξουν τις ιδέες τους και να υπογράψουν δηλώσεις μετανοίας. Επρόκειτο για μια επιχείρηση καταστολής, σε αδιάκοπη συνέχεια με τη λευκή τρομοκρατία της μεταβαρκιζιανής περιόδου και της περιόδου του Εμφυλίου, που, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Ν. Αλιβιζάτος,24 «πήρε διαστάσεις χωρίς προηγούμενο στην πολιτική ιστορία της χώρας». Για να γίνει περισσότερο αντιληπτή η εικόνα της εποχής εκείνης θα σταθούμε λίγο στο ζήτημα της νομικής θωράκισης του αστικού καθεστώτος.

Η νομική θωράκιση του καθεστώτος

Μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση η αστική τάξη και οι Αμερικανοί επικυρίαρχοι είχαν ήδη πάρει από τον καιρό που διαρκούσε ο εμφύλιος πόλεμος, τα οποία, όμως, καθόλου δεν ανέστειλαν όταν αυτός ο πόλεμος έληξε. Ετσι, για παράδειγμα θυμίζουμε το περιβόητο «Γ΄ ψήφισμα», με το οποίο συγκροτήθηκαν τα έκτακτα στρατοδικεία, το Νόμο 511, βάσει του οποίου ιδρύθηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (Μακρόνησος, Γυάρος κλπ.), αλλά και τον περιβόητο Α.Ν. 509/1947- που ήταν σε ισχύ μέχρι τη μεταπολίτευση – βάσει του οποίου τέθηκαν εκτός νόμου το ΚΚΕ και οι ΕΑΜικές οργανώσεις. Προς ενίσχυση αυτού του νομικού καθεστώτος, το 1948 θεσπίστηκε ο Α.Ν. 516 που θεμελίωνε ένα φασιστικό καθεστώς «ελέγχου νομιμοφροσύνης των δημοσίων υπαλλήλων και υπηρεσιών».

Ο νόμος αυτός επικυρώθηκε με το ψήφισμα ΜΘ΄/1948 και οι διατάξεις του αφορούσαν όλους τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και στα ασφαλιστικά ιδρύματα. Βάσει αυτών των διατάξεων οι κρινόμενοι ως «μη εθνικόφρονες – νομιμόφρονες» έχαναν το δικαίωμα εργασίας στο Δημόσιο. Στην ίδια λογική κινούνταν και ο Α.Ν. 512/1948 «περί ασφαλείας των εταιριών κοινής ωφελείας» που απαγόρευε το δικαίωμα εργασίας σ’ αυτές τις εταιρίες όσων κρίνονταν ότι είχαν «αντεθνικές» αντιλήψεις. Επίσης:

Με το Νομοδιάταγμα 616/1948 καθιερώθηκε ο χαφιεδισμός μέσα στο Σώμα των Ελλήνων δικαστών καθώς και η δουλοπρέπεια και ο ραγιαδισμός του κατωτέρου προς τον ανώτερο.

Με το ψήφισμα ΜΑ/1948 έχαναν το βαθμό, τις διακρίσεις και τη σύνταξή τους όσοι στρατιωτικοί θεωρούνταν ότι δρούσαν «αντεθνικώς».

Με τα ψηφίσματα Ν/48 και Μ/48 δημεύονταν οι κλήροι των αγροτών που συμμετείχαν στο ΔΣΕ ή θεωρούνταν ως συμπαθούντες των ανταρτών.

Με τα ψηφίσματα ΙΣΤ΄, ΙΖ΄, ΙΗ΄ κ.ά. τελειοποιήθηκαν ακόμη περισσότερο τα μέσα και οι μέθοδοι αστυνόμευσης και κατατρεγμού των εργαζομένων στο Δημόσιο.

Από το καθεστώς της αστυνόμευσης και της τρομοκράτησης δε γλίτωσαν ούτε οι Ελληνες του εξωτερικού. Ετσι με το ΛΖ΄ ψήφισμα έχανε την ελληνική ιθαγένεια κάθε Ελληνας πολίτης του εξωτερικού που θεωρούνταν από τις αστυνομικές αρχές ότι έδρασε ή δρούσε «αντεθνικώς».

Τέλος, με την αστυνομική διάταξη 1081/1948 καθιερώθηκε επίσημα ο χαφιεδισμός ως υποχρέωση του πολίτη προς τα όργανα του κράτους. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή οι αρχηγοί των ελληνικών οικογενειών «υποχρεούνται να παρέχουν εις το Αστυνομικό Τμήμα πάσαν παρ’ αυτού ζητηθησομένην πληροφορίαν».

Τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων

Μετά τον εμφύλιο, το προαναφερόμενο νομικό καθεστώς ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, γεγονός που αποδεικνύεται περίτρανα και μόνο αν διαβάσει κανείς τι προέβλεπε η 153/1954 εγκύκλιος του υπουργείου Εσωτερικών για τα περιβόητα «πιστοποιητικά – βεβαιώσεις κοινωνικών φρονημάτων». Βάσει αυτής της εγκυκλίου όποιος δεν είχε πιστοποιητικό που να βεβαιώνει ότι ήταν «εθνικόφρων – νομιμόφρων» δεν μπορούσε:

– Να εργαστεί σαν ναυτικός (Ν. 2689/1953).

– Να δουλέψει στο Δημόσιο (Α.Ν. 516/1948).

– Να σπουδάσει στις ανώτερες και ανώτατες σχολές (Β. Δ. 28/4/1951).

– Να εργαστεί σαν υπάλληλος ή εργάτης στη ΔΕΗ, στον ΟΤΕ, στον ΟΛΠ, στις μεταφορές, στην Επιχείρηση Υδάτων και γενικά στις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας (Α.Ν. 512/1948).

– Να εργαστεί στα χωράφια του, αν βρισκόταν στις παραμεθόριες περιοχές (απόφαση 10188/2/36α της 6/12/1951 του Υπουργείου εθνικής αμύνης).

– Να εργαστεί σαν φορτοεκφορτωτής, δηλαδή χαμάλης (Ν.Δ. 1254/29-31/10/1949).

– Να πάρει άδεια κυκλοφορίας και άδεια οδήγησης αυτοκινήτου (Ν. 1478/1950.

– Να γίνει παπάς.

– Να πάρει διαβατήριο για να ταξιδέψει προσωρινά ή να μεταναστεύσει στο εξωτερικό.

– Να πάρει δίπλωμα μηχανικού (διάταγμα υπουργείου βιομηχανίας 7.4.1954).

– Να δουλέψει στα αστικά και υπεραστικά λεωφορεία (Β. Δ. 11/6/1954).

– Να αποκατασταθεί ως ανάπηρος πολέμου (απόφαση 159066/0/380- 15/3/1950 του υπουργείου Εθνικής Αμύνης και του υπουργείου εσωτερικών).

– Να εργαστεί σε επιχειρήσεις που θεωρούνταν πως έχουν σημασία για την εθνική άμυνα κ.ο.κ.

Η εδραίωση του καθεστώτος

Το μετεμφυλιακό καθεστώς στην Ελλάδα έχει τη σφραγίδα τής πιο σφικτής διαπλοκής με τις ΗΠΑ. Που άρχισε να θεμελιώνεται ουσιαστικά την επομένη της απελευθέρωσης της χώρας από τη φασιστική κατοχή. Αρχικά μέσω της ΟΥΝΡΑ και στη συνέχεια μέσω του Δόγματος Τρούμαν και του Σχεδίου Μάρσαλ, οι ΗΠΑ έγιναν το αφεντικό στις ελληνικές υποθέσεις. Τοποτηρητής τους, όπως άλλωστε προβλεπόταν και από την ελληνοαμερικανική συμφωνία του 1947- ήταν η περιβόητη αμερικανική Αποστολή είτε ονομαζόταν AMAG (American Mission for Aid to Grecee – Αμερικανική Αποστολή Βοηθείας για την Ελλάδα), είτε ονομαζόταν ΔΟΣ (Διοίκησις Οικονομικής Συνεργασίας) είτε ΟΚΑ (Οργανισμός Κοινής Ασφαλείας) κλπ. Ολα τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, ακόμη και πολιτιστικά θέματα ρυθμίζονταν ύστερα από τη συνεννόηση και τη συγκατάθεση του συμμαχικού παράγοντα. Τίποτα δεν μπορούσε να γίνει εν αγνοία, πολύ περισσότερο παρά και ενάντια στη θέληση της αμερικανικής αποστολής. Ετσι ο συμμαχικός παράγοντας, μέσω της περιβόητης αμερικανικής «βοήθειας» και των άλλων πιστώσεων που έδιναν στο ελληνικό κράτος οι αμερικανικές εταιρίες, έγινε η ατμομηχανή που τράβηξε τον ελληνικό καπιταλισμό στις ράγες του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος, που τον σταθεροποίησε, τον ενίσχυσε και του προσέδωσε το γνωστό συμπληρωματικό χαρακτήρα του στο πλαίσιο της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας.

Το καθεστώς αυτό ενισχύεται ολοκληρωτικά με την είσοδο της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, το 1952, και με την ελληνοαμερικανική συμφωνία στις 12/10/1953 για την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων των Ηνωμένων Πολιτειών στο ελληνικό έδαφος. Είναι, μάλιστα, γεγονός ότι το πιο ισχυρό πλοκάμι της αμερικανικής επικυριαρχίας στη χώρα μας αφορά στο στρατιωτικό τομέα.

Θα αναρωτιέται, βέβαια, κανείς τι έχει αλλάξει 55 χρόνια από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου; Στην πραγματικότητα τίποτα προς το καλύτερο. Η ολοένα και πιο βαθιά διαπλοκή με τον αμερικανοΝΑΤΟικό ιμπεριαλισμό ενισχύθηκε στο έπακρο και δίπλα σ’ αυτήν προστέθηκε και η ενσωμάτωση στη λεγόμενη ενωμένη Ευρώπη, τη γνωστή ΕΟΚ κατά το παρελθόν, και σημερινή Ευρωπαϊκή Ενωση.

Αυτός είναι ο παράδεισος των νικητών του εμφυλίου πολέμου. Κι ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που ο αγώνας του ΔΣΕ παραμένει επίκαιρος όσο ποτέ. Ο,τι ο ΔΣΕ έπραξε, ό,τι δημιούργησε, ό,τι άφησε ανολοκλήρωτο κι ό,τι ακόμη μας παρέδωσε στο χαρτί ως σκέψη και προβληματισμό, είναι πολυτιμότατη παρακαταθήκη για το παρόν και το μέλλον του λαϊκού- εργατικού, του επαναστατικού κινήματος του τόπου μας. Ξεχωριστή αξία βέβαια έχει η προσπάθεια που έκανε ο Δημοκρατικός Στρατός να θεμελιώσει στις περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχό του τη λαϊκή εξουσία.

1. Δ. Ζαφειρόπουλου: «Αντισυμμοριακός Αγών 1945 – 1949», Αθήναι 1956, σελ. 632

2. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Α’ Τόμος, 1918 -1949», εκδόσεις Σ.Ε., σελ 618.

3. Β. Μπαρτζιώτα: «Εξήντα χρόνια Κομμουνιστής», εκδόσεις Σ.Ε. σελ. 311

4. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 30/8/1949

5. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 31/8/1949

6. Γενικό Επιτελείο Στρατού/ Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού: «Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου», σελ. 552

7. Γιώργος Μαργαρίτης, στο ίδιο σελ. 552

8. «Η τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ 1946 – 1949», Εκδόσεις «Ριζοσπάστης – Σύγχρονη Εποχή», σελ. 201

9. Δ. Ζαφειρόπουλου: «Αντισυμμοριακός Αγών 1945 – 1949», Αθήναι 1956, σελ. 599 – 600

10. Στο ίδιο, σελ. 602

11. Στο ίδιο, σελ. 625

12. Σ. Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941 – 1974», εκδόσεις Κ. Καπόπουλος, τόμος 3ος, σελ. 372

13. Τ. Βουρνάς: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας – Ο εμφύλιος», εκδόσεις Τολίδη, σελ. 354

14. Γιώργος Μαργαρίτης: «Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949», εκδόσεις «Βιβλιόραμα», τόμος 2ος, σελ. 498

15. Δ. Βλαντά: «Εμφύλιος πόλεμος 1945 – 1949», εκδόσεις ΓΡΑΜΜΗ, β’ ημίτομος, σελ. 254 και 258

16. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», εκδόσεις Σ.Ε., σελ. 617

17. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», εκδόσεις Σ.Ε., σελ. 621

18. «Η Τρίχρονη Εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας 1946 – 1949, εκδόσεις «Ριζοσπάστης – Σύγχρονη Εποχή», σελ. 568

19. Ευάγγ. Αβέρωφ – Τοσίτσα: «Φωτιά και Τσεκούρι», εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, σελ. 478

20. «III Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ – Εισηγήσεις, Λόγοι, αποφάσεις», Αύγουστος 1951, Μόνο για εσωκομματική χρήση, σελ. 266 – 267

21. Ν. Αλιβιζάτου: «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922 – 1974», εκδόσεις «Θεμέλιο», σελ. 520

22. Εισηγητική έκθεση στο Νόμο 2058/1952 «περί μέτρων ειρηνεύσεως» και Ρούσος Κούνδουρος: «Η Ασφάλεια του καθεστώτος», εκδόσεις «Καστανιώτη», σελ. 133

23. Ρ. Κούνδουρος, στο ίδιο, σελ. 143.

24. Ν. Αλιβιζάτου, στο ίδιο, σελ. 519

 

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ-rizospastis.gr
******************