Η αντιφασιστική εξέγερση στην Πάρμα τον Αύγουστο του 1922

Τον Αύγουστο του 1922, μόλις δέκα εβδομάδες πριν καταλάβει την εξουσία ο Μουσολίνι, έγινε μια από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις στην ιστορία ανάμεσα σε φασίστες και αντιφασίστες.

98a603e1940a8f9204f68a90703d47ea_L.jpg

Ένας από τους επικεφαλής αυτής της σύγκρουσης ήταν ο Γκουΐντο Πιτσέλι, βουλευτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος και μέλος του τοπικού τμήματος των Αρντίτι ντελ Πόπολο, μιας πανεθνικής αντιφασιστικής οργάνωσης που δημιουργήθηκε τον Ιούνιο του 1921 και είχε καταφέρει να συγκεντρώσει πολλές διαφορετικές πτέρυγες της ιταλικής αριστεράς.

Για έξι ημέρες 20.000 ένοπλοι μελανοχίτωνας επιτίθονταν ενάντια στην εργατική τάξη της Πάρμας, στην κεντρική Ιταλία. Αυτή ήταν η μόνη πόλη στην οποία μέχρι τότε δεν είχαν πραγματοποιηθεί φασιστικές επιθέσεις, κυρίως λόγω της ισχυρής τοπικής παραδόσεις ενότητας του εργατικού κινήματος.

Γκουΐντο Πιτσέλι

Η εξέγερση στην Πάρμα

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η Πάρμα ήταν ένα από τα κύρια κέντρα του ιταλικού αναρχοσυνδικαλισμού. Το τοπικό συμβούλιο των συνδικάτων είχε ως ηγέτες του μερικούς από τους πιο «απολίτικους» ηγέτες της περιόδου: τον Μικέλε Μπιάνκι, τον Φίλιπο Κοριντόνι και τον Αλτσέστε ντε Άμπρις1. Εκτός από λίγες πόλεις στην κάτω περιοχή της Πάρμας, επί σειρά ετών αγώνων, το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν είχε καταφέρει να επεκτείνει την επιρροή του σε όλη την περιοχή, ούτε να αποσπάσει τους εργάτες και τους αγρότες από την αναρχιστική προπαγάνδα των αναρχοσυνδικαλιστών ηγετών.

Η κατάσταση άλλαξε μόνο μετά τον Μεγάλο Πόλεμο. Μετά την προδοσία αυτών που είχαν υποστηρίξει την παρέμβαση, η πλειοψηφία της εργατικής τάξης της Πάρμας προσχώρησε στο επίσημο συνδικαλιστικό συμβούλιο και μετακινήθηκε προς το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Οι αναρχοσυνδικαλιστές, οι οποίοι ήταν πλέον χωρισμένοι σε δύο παρατάξεις (οι φιλοπολεμικοί παρεμβατιστές και η αναρχική USI2), ακολουθούνταν μόνο από ένα μικρό αριθμό οργανωμένων εργατών. Αμέσως μετά το συνέδριο του Λιβόρνο τον Ιανουάριο του 19213, ένας σημαντικός αριθμός εργατών και αγροτών προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Ένας μικρός αριθμός αγροτών στην άνω περιοχή της Πάρμας προσχώρησε στο Καθολικό Λαϊκό Κόμμα, το οποίο στην Πάρμα είχε ένα σημαντικό ηγέτη, τον Τζιουζέπε Μικέλι, τον τότε υπουργό γεωργίας.

Οι διαχωρισμοί αυτοί δεν αντανακλούν τη θέληση του λαού, ο οποίος είχε πάντα μια ισχυρή αίσθηση ενότητας. Είχαν τεχνητά δημιουργηθεί και συντηρηθεί από τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες και τους παλιούς ακτιβιστές αναρχοσυνδικαλιστές, οι οποίοι έβλεπαν στην ενότητα το τέλος της πολιτικής των συμμαχιών τους με ανοιχτούς και ορκισμένους εχθρούς της εργατικής τάξης. Οι προσπάθειές τους να σαμποτάρουν όλες τις προσπάθειες που γίνονταν από τα κάτω για να δημιουργηθεί μια ενιαία οργάνωση της εργατικής τάξης ήταν τέτοια ώστε ο Αμιλκάρε ντε Άμπρις (γραμματέας του αναρχοσυνδικαλιστικού συμβουλίου συνδικάτων και σήμερα ένας φασίστας) και ο Αλμπέρτο Σιμονίνι (ρεφορμιστικής σοσιαλιστής γραμματέας του επίσημου συνδικαλιστικού συμβουλίου) είχαν μερικές φορές ξυλοκοπηθεί από τους οργανωμένους εργάτες.

Η Πάρμα έχει πληθυσμό περίπου 70.000 και χωρίζεται στα δύο από τον ποταμό με το ίδιο όνομα: το μεγαλύτερο μισό ονομάζεται «νέα Πάρμα» και κατοικείται κυρίως από την αστική τάξη, ενώ στο άλλο μισό, την «παλιά Πάρμα» ή Ολτρετορέντε, ο πληθυσμός είναι κυρίως εργατική τάξη.

Η εργατική τάξη της Πάρμα έχει ιστορία στην κατασκευή οδοφραγμάτων που πηγαίνει πίσω στην εξέγερση του 1898 και ίσως ακόμη πιο πίσω. Η αγροτική απεργία του 1908, που διήρκεσε μήνες σε όλη την επαρχία, ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς αγώνες των αγροτών στην Ιταλία.

1 Πάρμα οδοφράγματα 1922

Η οικονομική δομή της επαρχίας της Πάρμας αποτελείται από μεγάλες, μικρές και μεσαίες ιδιοκτησίες γης, με εξαρτημένους κολίγους, επίμορτους και εργάτες. Η πόλη και τα προάστιά της κυριαρχούνταν από εργαστήρια τεχνιτών και ελαφρά βιομηχανία, εργοστάσια υποδημάτων, αρωμάτων, ζάχαρης, ζυμαρικών και κονσερβών.

Τοπικά ποτέ δεν κατάφερε ο φασισμός, είτε μέσω της προπαγάνδας είτε με αγκιτάτσια, να αναπτυχθεί και να κυριαρχήσει, όπως έχει γίνει και σε άλλες περιοχές. Οι Arditi del Popolo4, οι οποίοι σχηματίστηκαν το 1921, με πρωτοβουλία εργατών από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, σε αντίθεση με τις επιθυμίες πολλών από τους ηγέτες των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, κατάφεραν να κρατήσουν υπό έλεγχο τους μελανοχίτωνες για πάνω από ένα χρόνο, τόσο στην πόλη όσο και στην ύπαιθρο, μέσα από μια αδιάκοπη σειρά από αμυντικές και επιθετικές ενέργειες.

Αυτό το κίνημα διέφερε ελαφρώς στην Πάρμα σε σύγκριση με άλλες περιοχές λόγω της μεγαλύτερης πειθαρχίας και των τεχνικών επίθεσης στις τακτικές των ένοπλων συγκρούσεων στο δρόμο. Η δομή διοίκησης των Arditi del Popolo είχε προβλέψει μια τεράστια «τιμωρητική εκστρατεία»5 εδώ και πολύ καιρό πριν, και εκτός από την ιδεολογική προετοιμασία των πολιτών, ανέπτυξε επίσης ένα αμυντικό σχέδιο και λάμβανε τα αναγκαία μέτρα για να αντιμετωπίσει και να αποκρούσει τον εχθρό. Η ηγετική ομάδα επιλέχθηκε μεταξύ των εργατών με στρατιωτική εμπειρία, και είχε ως αποστολή την εκπαίδευση των άλλων ανθρώπων, ενώ όσοι είχαν επιφορτιστεί με ειδικές υπηρεσίες κλήθηκαν να κρατήσουν επαφή με τους στρατιώτες που στάθμευαν στην Πάρμα για την απόκτηση όπλων και πυρομαχικών.

Η Εργατική Συμμαχία,6 που δημιουργήθηκε λόγω της πίεσης των μαζών, κάλεσε μια «νόμιμη» εθνική γενική απεργία για τις 31 Ιουλίου του 1922.7 Αλλά η κεντρική επιτροπή της συμμαχίας, κάτω από την επιρροή των σοσιαλδημοκρατών ηγετών, κάλεσε ανοικτά και διέταξε τους ανθρώπους να επιστρέψουν στην εργασία το συντομότερο καθώς ο Μουσολίνι απείλησε με αντίποινα. Τα γεγονότα στη συνέχεια εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα. Σε γενικές γραμμές, οιArditi del Popolo, χωρίς ένα κόμμα το οποίο να χαράξει μια πολιτική γραμμή και επαναστατικούς στόχους που θα έπρεπε να επιτευχθούν, είχαν εξαντλήσει τις δυνατότητές της επίθεσης σε απλές αντεπιθέσεις ενάντια στους φασίστες

. Στην Εμίλια, το Βένετο, τη Λιγουρία και την Τοσκάνη, όπου αντίσταση της εργατικής τάξης ήταν μεγαλύτερη, είχε δημιουργηθεί ένα κενό μεταξύ των εργατών που οφειλόταν στις πολυάριθμες απώλειες. Η σύνδεση των αμυντικών ενεργειών γινόταν δύσκολα και οι περιοχές βρίσκονταν υπό τη συνεχή τρομοκρατία των ένοπλων συμμοριών του εχθρού. Οι μάζες συχνά αναγκάζονταν να υποχωρήσουν. Αλλά η νίκη του φασισμού δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Υπήρχε ακόμα μια περιοχή στην Εμίλια που αντιστεκόταν – η Πάρμα.

Τα πρώτα αποσπάσματα από μελανοχίτωνες έφτασαν τη νύχτα 1 προς 2 Αυγούστου, με φορτηγά τα οποία είχαν έρθει από όλη την Εμίλια, το Βένετο, την Τοσκάνη και τις Μάρτσες. Ήταν οπλισμένοι με ολοκαίνουργια τουφέκια, πιστόλια και χειροβομβίδες, μαζί με μια τεράστια ποσότητα πυρομαχικών. Ήταν έμπειροι μαχητές, δοκιμασμένοι στην τακτική των «τιμωρητικών εκστρατειών».

2 Φασιστικά τάγματα Squadre στην επαρχία της Πάρμας Αύγουστος 1922

Θα συγκεντρώνονταν γύρω από το σταθμό και οι φάλαγγες τους είχαν επικεφαλής τους παρακάτω ρας8: Αριβαμπένε, Μπαρμπιελίνι, Φαρινάτσι, Μοσκίνι, Πόντσι και Ρανιέρι.

Ο αρχηγός διοικητής της αποστολής, η οποία γρήγορα αυξήθηκε σε συνολικά 20.000 άνδρες, ήταν ο Ίταλο Μπάλμπο. Ο Σινιορίλε, ο αρχηγός της αστυνομίας της Πάρμας, αφού είπε στην τοπική επιτροπή της Εργατικής Συμμαχίας ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να εμποδίσει τους μελανοχίτωνες να συγκεντρωθούν, απέσυρε τους άντρες του από τα δύο αστυνομικά τμήματα στην περιοχή Ολτρετορέντε, παρέχοντας έτσι στους μελανοχίτωνες ελευθερία κινήσεων.

Μόλις διαδόθηκε η είδηση για την άφιξη των φασιστών, η τοπική ηγεσία των Arditi del Popolo κάλεσε αμέσως μια συνάντηση με τους ηγέτες της ομάδας και τους έδωσε οδηγίες για την κατασκευή οδοφραγμάτων, τάφρων και αγκαθωτού συρματοπλέγματος άμυνας και για τη χρήση οποιουδήποτε διαθέσιμου υλικού. Την αυγή, όταν δόθηκε η εντολή για να πάρουν τα όπλα και να ξεκινήσουν την εξέγερση, η εργατική τάξη βγήκε στους δρόμους – όπως ξεχύνονται τα νερά ενός ποταμού που έχουν σπάσει τα αναχώματα του. Με φτυάρια, αξίνες, σιδερένιες ράβδους, και όλα τα είδη των εργαλείων, βοηθούσαν τους Arditi del Popolo να ξηλώσουν τα πλακόστρωτα και τις ράγες του τραμ, να σκάψουν χαρακώματα, να υψώσουν οδοφράγματα με καροτσάκια, πάγκους, ξυλεία, σιδερένια δοκάρια και οτιδήποτε άλλο έπεφτε στα χέρια τους. Οι άνδρες και οι γυναίκες, οι ηλικιωμένοι και οι νέοι από όλα τα κόμματα και από τους ακομμάτιστους, ήταν όλοι εκεί, ενωμένοι με μια ενιαία, σιδερένια θέληση – να αντισταθούν και να πολεμήσουν.

Σε λίγες ώρες οι περιοχές της εργατικής τάξης της πόλης άρχισαν να μοιάζουν με μια μεγάλη ζώνη μάχης.

Αυτή η περιοχή ήταν χωρισμένη σε τέσσερις τομείς: τις περιοχές Νίνο Μπίξιο και Μάσιμο ντ’ Ατζέλιο στην Ολτρετορέντε· τις περιοχές Ναβίλιο και Αουρέλιο Σάφι στην «νέα Πάρμα». Ο αριθμός των αποσπασμάτων σε κάθε τομέα, ήταν σε άμεση αναλογία με το μέγεθός του: 22 για ολόκληρη την Ολτρετορέντε, έξι για το Ναβίλιο και τέσσερα για το Αουρέλιο Σάφι. Κάθε απόσπασμα απαρτιζόταν από 8-10 άτομα και τα όπλα τους αποτελούνταν από τουφέκια, μοντέλα του 1891, μουσκέτα, πιστόλια του στρατού, αυτόματα πιστόλια και χειροβομβίδες SIPE. Μόνο οι μισοί από τους άνδρες αυτούς είχαν ένα όπλο ή τουφέκι. Όλες οι είσοδοι σε πλατείες, δρόμους και σοκάκια είχαν μπλοκαριστεί με αμυντικές κατασκευές, και τα σημεία που θεωρήθηκαν σημαντικά από τακτικής άποψης, ενισχύθηκαν με συρματοπλέγματα και ναρκοθετήθηκαν. Τα καμπαναριά μετατράπηκαν σε αριθμημένα παρατηρητήρια.

Κατά τη διάρκεια της δημιουργίας αυτών των ζωνών οχύρωσης, η διοίκηση πέρασε στα χέρια των Arditi del Popolo, οι οποίοι αποτελούνταν από ένα μικρό αριθμό εργατών που είχαν επιλεγεί νωρίτερα από τα τάγματα. Οι εργάτες αυτοί ανέλαβαν διάφορες αρμοδιότητες: την άμυνα και την οργάνωση, την παροχή τροφής και πρώτων βοηθειών. Οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων και η μεσαία τάξη συμπαραστάθηκε στους εξεγερμένους και τους έδωσαν τρόφιμα και διάφορα άλλα προϊόντα.

Οι φασίστες άνοιξαν πυρ λίγο πριν απ’ τις εννιά. Οι επιθέσεις και οι αντεπιθέσεις συνεχίστηκαν κατά μήκος της πρώτης γραμμής στη διάρκεια της ημέρας, χωρίς να επιφέρουν ουσιαστικές αλλαγές στην κατάσταση. Κατά τη διάρκεια της νύχτας υπήρξαν κάποιοι πυροβολισμοί και μικρές εξορμήσεις από αποσπάσματα του εχθρού, οι οποίες εντοπίστηκαν στο Ναβίλιο με τη χρήση φωτοβολίδων.

Το επόμενο πρωί ο Μπάλμπο επικεφαλής ενός αποσπάσματος μελανοχιτώνων επιτέθηκε από την Πιατσάλε ντέλα Πιλότα. Περνώντας τη γέφυρα Βέρντι επιχείρησαν να σπάσουν τις γραμμές των Arditi del Popolo. Αλλά μπροστά στη θέα των πρώτων οδοφραγμάτων κατάλαβαν τον πολύ σοβαρό κίνδυνο που θα αντιμετώπιζαν αν έκαναν άλλο ένα βήμα, έτσι σταμάτησαν και υποχώρησαν. Αμέσως μετά οι φασίστες άνοιξαν πυρ και πάλι από τη δεξιά πλευρά του ποταμού και από τις ανοικτές θέσεις δοκίμαζαν με ένα άγριο τουφεκίδι να σπάσουν τις γραμμές μας. Αλλά οι υπερασπιστές της «εργατικής ακρόπολης», οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί στην αριστερή όχθη και πάντα κάτω από κάποιο είδος κάλυψης, ανταπέδωσαν ήρεμα τα πυρά και σημάδευαν προσεκτικά – καταφέρνοντας συχνά να χτυπήσουν έναν πολύ ορατό εχθρό.

Ταυτόχρονα, στην «νέα Πάρμα» τα γραφεία των συνδικάτων τα οποία ήταν γνωστό ότι ήταν σοσιαλιστικά λεηλατήθηκαν.

Αλλά οι σφοδρότερες επιθέσεις έλαβαν χώρα στην περιοχή Ναβίλιο, της οποίας η υπεράσπιση ήταν πιο δύσκολη λόγω της θέσης της. Μετά από αρκετές ώρες μάχης ολόκληρος αυτός ο τομέας ήταν σχεδόν περικυκλωμένος – οι μελανοχίτωνες προχώρησαν σε στενούς σχηματισμούς από τη Βία Βέντι Σετέμπρε, αποφασισμένοι να πετύχουν μια καθοριστική νίκη. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή μόνο μία απάντηση ήταν δυνατή: έξοδος και αντεπίθεση. Πράγματι, οι Arditi del Popolo πήδηξαν πάνω από τις θέσεις τους τραγουδώντας την Bandiera Rossa, και όρμησαν προς τον εχθρό.

Ήταν αρκετά λιγότεροι και ένας από αυτούς, ο Τζιουζέπε Μουσίνι, ένας εργάτης, έπεσε νεκρός. Αλλά δεν σταματούν. Το τραγούδι τους δυνάμωσε και οι σφαίρες έβγαιναν από τα όπλα που έκαιγαν στα χέρια τους. Οι φασίστες ήταν συγκλονισμένοι βλέποντας αυτούς τους ελάχιστους ήρωες και φαντάζονταν ότι υπήρχαν ποιος ξέρει πόσοι μαχητές και όπλα που περίμεναν πίσω από τα οδοφράγματα, στα χαρακώματα και μέσα στα σπίτια, έτσι οπισθοχώρησαν πιο πίσω ακόμα και από την Μπαριέρα Γκαριμπάλντι.

3 Πάρμα οδοφράγματα στη strada del Quartiere 1922

Την τρίτη ημέρα τα πράγματα επιδεινώθηκαν και πάλι στην περιοχή του Ναβίλιο.

Οι φασίστες μπλόκαραν όλους τους δρόμους μέσα στην Ολτρετορέντε, όλες οι συνδέσεις είχαν αποκοπεί. Όλα τα ταχυδρομικά περιστέρια γρήγορα εξαντλήθηκαν. Τέλος, μετά από πολλή δυσκολία, μια εργάτρια κατάφερε να περάσει στη διοίκηση των Arditi del Popolo στην «παλιά Πάρμα» και να παραδώσει ένα μήνυμα που είχε κρυμμένο στα μαλλιά της:

«Δύο ακόμη θάνατοι: Ούγκο Αβαντσίνι και Νίνο Γκατσόλα. Ο οδηγός της αποστολή μας έχει τραυματιστεί. Δεν υπάρχουν τρόφιμα και τα πυρομαχικά έχουν σχεδόν εξαντληθεί. Χρειαζόμαστε επειγόντως σφαίρες για τουφέκια και περίστροφα, διαφορετικά θα αναγκαστούμε να υποχωρήσουμε στο Ολτρετορέντε απόψε. Περιμένουμε οδηγίες: διοικητής Τομέα.»

Η γυναίκα επέστρεψε με όσο πυρομαχικά μπόρεσε να κρύψει η ίδια στα ρούχα της, μαζί με την ακόλουθη απάντηση: «Οι διαταγές μας είναι να κρατήσετε την περιοχή σας, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι θα πεθάνετε. Έχουμε εμπιστοσύνη σε σας. Θα βρούμε έναν τρόπο να πάρετε τρόφιμα και πυρομαχικά, το συντομότερο δυνατό. Διοίκηση εργατικής άμυνας.»

Έπρεπε να αρνηθούμε τον αντίπαλό μας, ακόμη και τη μικρότερη νίκη, δεδομένου ότι είχαν αρχίσει να εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα της αποθάρρυνσης. Υπακούσαμε στη διαταγή της επιστολής και διατηρήσαμε τις θέσεις μας. Αργότερα αποκαταστάθηκε η επικοινωνία με το Ναβίλιο, το πήρε πυρομαχικά και σιτάρι από τον τοπικό ανεμόμυλο. Οι λειτουργίες άρχισαν να βελτιώνεται στην Ολτρετορέντε – επίταξη και διανομή των τροφίμων, χώροι πρώτων βοηθειών, κουζίνες, περιπολίες, αναμετάδοση πληροφοριών, καθώς και ενίσχυση των αμυντικών θέσεων. Οι γυναίκες έπαιξαν ένα πολύ ενεργό ρόλο σε όλα αυτά, καθώς βρίσκονταν παντού για να βοηθήσουν και να δώσουν θάρρος.

Εν τω μεταξύ, οι αρχές είχαν παραδώσει την εξουσία στο στρατό, ο οποίος επικοινώνησε με την τοπική επιτροπή της Εργατικής Συμμαχίας, δηλαδή τους ηγέτες του Σοσιαλιστικού Κόμματος και τους υποστηρικτές του πολέμου και επίσημους συνδικαλιστές. Δεδομένου ότι αυτά τα άτομα δεν ήταν σε θέση να μπλοκάρουν ανοιχτά την απόφαση των μαζών να κατέβουν στα οδοφράγματα, χωρίς να εκτεθούν οι ίδιοι, ένιωθαν ότι είχαν χάσει την εξουσία και είχαν βρεθεί στο παρασκήνιο, και ως εκ τούτου συμφώνησαν να διαπραγματευτούν ένα συμβιβασμό, αναλαμβάνοντας τη δέσμευση να πείσουν τους εργάτες να σταματήσουν την αντίστασή τους. Ένας σοσιαλιστής δικηγόρος που ονομαζόταν Πανκράτσι και ο εντεταλμένος της αστυνομίας Ντι Σέρο, ήταν οι σύνδεσμοι μεταξύ αυτών των ατόμων και του διοικητή του στρατού, στρατηγού Λοντόμες.

9 Πάρμα οδοφράγματα στη via della Salute 1922

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των ελιγμών φάνηκε την πέμπτη ημέρα, όταν ο στρατός, πιστεύοντας ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τα συνδικάτα εκπροσωπούσαν τις μάζες, ή τουλάχιστον ήταν σε θέση να τις επηρεάσουν, έστειλε ένα τάγμα στρατιωτών στην Ολτρετορέντε για να διαλύσει τα οδοφράγματα και τα χαρακώματα, και είπε στους ανθρώπους ότι οι φασίστες θα αποσυρθούν αν αφοπλιστεί ο λαός. Αλλά εδώ βρήκαν ένα διαφορετικό είδος εξουσίας, την οποία ασκούσαν ουσιαστικά οι μάζες, υπό τη μορφή της διοίκησης των Arditi del Popolo. Κανείς δεν είχε σκεφτεί ότι είναι απαραίτητο να μιλήσουν μαζί τους, αλλά δεν μπορούσαν να τους αγνοήσουν.

Η απάντησή τους ήταν αυτή: «Τα χαρακώματα δεν πρόκειται να πειραχτούν, γιατί είναι ένα νόμιμο μέσο για την άμυνα των εργατών και των κοινοτήτων τους απέναντι σε 20.000 μελανοχίτωνες που έχουν έρθει εδώ από παντού.»

Οι αξιωματικοί διαμαρτυρήθηκαν, λέγοντας ότι είχαν εντολές, αλλά οι εργάτες δεν υποχώρησαν – καθώς είχαν κι αυτοί τις εντολές τους! Η διάθεση των στρατιωτών ήταν τέτοια ώστε να αποθαρρύνει τους αστυνομικούς να κάνουν μεγάλη φασαρία. Μετά από δύο ώρες το τάγμα αποσύρθηκε. Οι προσπάθειες συμβιβασμού απέτυχαν, όπως και η προσπάθεια να αφοπλίσουν τους εργάτες.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της έκτης μέρας ενημερωθήκαμε από έγκυρες πηγές ότι η φασιστική ηγεσία είχε αποφασίσει να ξεκινήσει μια μεγάλη επίθεση εναντίον της Ολτρετορέντε στις 3μμ. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορέσαμε να ανακαλύψουμε τις λεπτομέρειες των σχεδίων τους, σε κάθε περίπτωση, η διοίκηση πίστευε ότι ο εχθρός θα επικεντρώσει τις προσπάθειές του για να παραβιάσει από τα αριστερά τις γραμμές μας. Ήταν εδώ που αντιμετωπίζαμε τον μεγαλύτερο κίνδυνο να υπερφαλαγγιστούμε – μέσα από το πάρκο που εκτείνεται κατά μήκος της κατοικημένης περιοχής της Ολτρετορέντε, στην οποία θα μπορούσε να υπάρξει πρόσβαση από τον περιφερειακό δρόμο, στα βόρεια της πόλης.

4 Πάρμα οδοφράγματα 1922

Ένας από τους γενικούς κανόνες του πολέμου, και ως εκ τούτου και των οδομαχιών, είναι να μην αφήνεις ποτέ την πρωτοβουλία στον εχθρό σου. Και σε περίπτωση που μπορείς να ανακαλύψεις τις προθέσεις του και το σχέδιο της επίθεσης, θα πρέπει να αποτρέψεις την επίθεση νωρίτερα, αναγκάζοντάς τον να αλλάξει ολόκληρη την στρατηγική του, με από μια αποφασιστική και απροσδόκητη ενέργεια.

Δυστυχώς δεν ήμασταν σε θέση να κάνουμε την επίθεση, καθώς δεν είχαμε αρκετά όπλα και πυρομαχικά, τα οποία είχαν μειωθεί σοβαρά στις περισσότερες από τρεις ημέρες αντίστασης. Ήταν αδύνατο να πάρουμε οποιαδήποτε βοήθεια το τελευταίο λεπτό από τη γύρω περιοχή, καθώς οι φασίστες είχαν στείλει τις περιπολίες τους στις πιο γνωστές περιοχές, προκειμένου να αποκόψουν κάθε σύνδεσμο με την πόλη.

Ωστόσο, εγκρίθηκε ένα μαζικό σχέδιο άμυνας με τη χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων, το οποίο θα ενέπλεκε το σύνολο των εχθρών σε όλες τις μορφές πάλης μέχρι τέλους.

Αφού κάλεσε συνάντηση των ηγετών της ομάδας, η διοίκηση των Arditi del Popolo έκανε μια γρήγορη επιθεώρηση ολόκληρης της περιοχής. Το ηθικό των μαζών ήταν πολύ υψηλό – σχεδόν φάνηκε σαν η είδηση της επικείμενης επίθεσης των μελανοχιτώνων να προκάλεσε ακόμη περισσότερο θάρρος και ενθουσιασμό. Στην ένοπλη μάχη, ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της επιτυχίας είναι η πίστη στη νίκη. Και είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι όλοι είχαν απόλυτη πίστη – κανείς δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία. Βόμβες ετοιμάστηκαν στα σπίτια, αλλά και ρόπαλα, στα οποία μπήγονταν λεπίδες ξυραφιών, μαχαίρια και καρφιά, καθώς και βόμβες με οξύ. Μια δεκαεφτάχρονη κοπέλα κράδαινε ένα τσεκούρι από τα παράθυρα του χαμόσπιτού της και φώναζε στους συντρόφους της στο δρόμο, «Αν έρθουν είμαι έτοιμη γι’ αυτούς!» Δοχεία γεμάτα βενζίνη διανεμήθηκαν στις γυναίκες, διότι, σύμφωνα με το σχέδιο άμυνα μας, αν φασίστες κατάφερναν να μπουν στην Ολτρετορέντε, η αντιμετώπισή τους θα γινόταν από σπίτι σε σπίτι, από σοκάκι σε σοκάκι, από δρόμο σε δρόμο. Χωρίς να δείξουμε έλεος – εύφλεκτα υλικά θα έπρεπε να ρίχνονται στους φασίστες, και οι θέσεις μας θα καίγονταν και θα καταστρέφονταν ολοσχερώς.

Τα τάγματα των Arditi del Popolo χωρίστηκαν σε ομάδες των τριών ή τεσσάρων ανδρών και αναπτύσσονταν με τον ακόλουθο τρόπο: δέκα κατά μήκος της όχθης του ποταμού θα κάλυπταν τις γέφυρες Καπρατζούτζα, Μέτζο και Βέρντι. Δώδεκα κατά μήκος της βόρειας πλευράς, θα έπαιρναν θέση σε στέγες και σοφίτες, έτσι ώστε να μπορούν να πυροβολούν στο πάρκο. Κάθε εργάτης, ο οποίος είχε ένα πυροβόλο όπλο ή οποιοδήποτε είδος επιθετικού όπλου τοποθετήθηκε σε ομάδες σε διάφορα σημεία, έτοιμος να τρέξει εκεί που χρειάζεται. Οι επιφυλακές μας ακολουθούσαν όλες τις κινήσεις του εχθρού πολύ προσεκτικά.

Οι πρώτοι πυροβολισμοί έπεσαν περίπου στις 2 το μεσημέρι, στη δεξιά πλευρά του ποταμού, και είχαν ως στόχο το Νίνο Μπίξιο χτυπώντας στην ίδια ευθεία και δύο άλλες περιοχές. Λίγες ώρες νωρίτερα ο Ουλίσε Κοράτζα, ένας τεχνίτης και δημοφιλής σύμβουλος του Καθολικού Κόμματος, παρουσιάστηκε ο ίδιος με το μουσκέτο του επικεφαλής μιας ομάδας και ζήτησε να λάβουν μέρος στις μάχες μαζί με τους Arditi del Popolo. Υπέστη ένα σοβαρό τραύμα στο κεφάλι από μια τουφεκιά, και πέθανε λίγα λεπτά αργότερα. Ωστόσο, αυτοί οι πυροβολισμοί αποσκοπούσαν στο να παραπλανήσουν τους υπερασπιστές ως προς τους πραγματικούς στόχους του σχεδίου της επίθεση, καθώς αποσπάσματα από μελανοχίτωνες είχαν ταυτόχρονα μετακινηθεί στα αριστερά της Ολτρετορέντε και είχαν προχωρήσει στο πάρκο, κατευθυνόμενα προς το τείχος της πόλης. Αυτό δεν ήταν έκπληξη, καθώς οι Arditi del Popolo περίμεναν μια τέτοια κίνηση.

Έτσι οι πυροβολισμοί ξεκίνησαν αμέσως, όπως είχε προβλεφθεί, με αποτέλεσμα να είναι δυνατός ο μεγαλύτερος αριθμός απωλειών του εχθρού με την ελάχιστη χρήση των πυρομαχικών. Αν και η πίεση και η επιθετικότητα τους ήταν αρχικά πολύ ισχυρή, σιγά-σιγά αποδυναμώθηκε και λίγες ώρες αργότερα σταμάτησε εντελώς. Οι παραινέσεις από τους διοικητές τους δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα – ήταν αδύνατο να προχωρήσουν κάτω από τα πυρά των ελεύθερων σκοπευτών της εργατικής τάξης. Σιγά-σιγά, χρησιμοποιώντας θάμνους για κάλυψη, οι μελανοχίτωνες οπισθοχώρησαν στις αρχικές τους θέσεις. Κατά τη διάρκεια της νύχτας οι φασίστες περιορίστηκαν σε μερικές παρενοχλητικές βολές που δεν είχαν καμία επίδραση σε τίποτα.

Το πρωί της 7ης Αυγούστου οι παρατηρητές μας πρόσεξαν φάλαγγες να μετακινούνται από το ένα σημείο των προαστίων στο άλλο με συγκεχυμένο και άτακτο τρόπο.

Αυτό ήταν κάτι νέο. Αλλά δεν ήταν δυνατό να αντιληφθούν αμέσως τι επρόκειτο να συμβεί. Στην Ολτρετορέντε έφτασαν οι εξής πληροφορίες: «Οι μελανοχίτωνες είναι πολύ δυσαρεστημένοι με τις απώλειές τους. Δεν υπακούν πάντα στις διαταγές που δίνονται από τους ηγέτες τους. Ο πανικός εξαπλώνεται». Η αναταραχή αυτή άρχισε να αυξάνεται σταθερά, έως ότου γενικεύτηκε. Οι φασίστες σ’ αυτό το στάδιο δεν βρίσκονταν πλέον σε στρατιωτικό σχηματισμό, περιφέρονταν σε όλες τις κατευθύνσεις με μεγάλη βιασύνη – χωρίς διοικητική δομή – πηδούσαν σε τρένα που έφευγαν, σε φορτηγά, σε ποδήλατα, ή έφευγαν με τα πόδια. Αυτό δεν ήταν υποχώρηση, αλλά διάλυση μεγάλων ομάδων ανδρών οι οποίοι έφευγαν σκαρφαλωμένοι πάνω σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο βρήκαν, ή τρέχοντας στους δρόμους και την εξοχή, φοβισμένοι σαν να τους κυνηγούσαν.

Μόλις εξαπλώθηκε η είδηση για τη φυγή των φασιστών, ο πληθυσμός της εργατικής τάξης και στις δύο πλευρές του ποταμού έτρεξε στους δρόμους, μερικοί κρατώντας όπλα, σε αυθόρμητες τεράστιες πορείες σε μια απερίγραπτη έκρηξη ενθουσιασμού – κόκκινες σημαίες κρεμάστηκαν από τα παράθυρα στην «παλιά Πάρμα». Η είδηση της νίκης της εργατικής τάξης εξαπλώθηκε γρήγορα στην γύρω περιοχή, όπου τρομοκρατημένοι οι τοπικοί γαιοκτήμονες εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και τράπηκαν σε φυγή προς την Κρεμόνα, καθώς είχαν ακούσει ότι έρχονταν οι Arditi del Popolo.

5 Πάρμα οδοφράγματα περιοχή Bernabei 1922

Οι στρατιωτικές αρχές ανησύχησαν.

Εξέφρασαν την ανησυχία ότι, ως αποτέλεσμα της ήττας των μελανοχίτωνων το κίνημα θα μπορούσε να εξαπλωθεί έξω από την πόλη στις γύρω περιοχές. Αυτός ακριβώς ήταν ο σκοπός της διοίκησης των Arditi del Popolo και εστάλησαν αμέσως αγγελιοφόροι με μια έκκληση προς τις οργανώσεις της εργατικής τάξης του Μιλάνου και της Λα Σπέτσια. Γι’ αυτό και κηρύχθηκε κατάσταση πολιορκίας – και διατάχθηκε να ολοκληρωθεί διάλυση των τάφρων και των οδοφραγμάτων μέχρι τις 3 το απόγευμα. Η διοίκηση εξέτασε την νέα κατάσταση που είχαν δημιουργήσει οι αρχές και συνειδητοποίησε ότι ήταν ουσιαστικά αδύνατο να εμποδίσουν το στρατό – που αποτελούνταν από δύο τοπικά συντάγματα πεζικού με πολυβόλο και θωρακισμένα αποσπάσματα, μαζί με ένα σύνταγμα ιππικού και σημαντικό πυροβολικό – από το να αποκτήσει τον έλεγχο της Ολτρετορέντε, του Ναβίλιο και του Αουρέλιο Σάφι.

Στις 3 και 10 ο συνταγματάρχης Σιμοντέτι, μετά από μία βολή στο κενό ενός από δύο κανόνια στη γέφυρα Μέτζο, προχώρησε με θωρακισμένα αυτοκίνητα, πολυβόλα και στρατιώτες, καταλαμβάνοντας όλες τις περιοχές της εργατικής τάξης με τη διαταγή να καθαρίσουν τα στρατεύματά του τους δρόμους.

Οι δυνάμεις του Μπάλμπο είχαν διαλυθεί – δεν βρίσκονταν πουθενά. Την πέμπτη ημέρα μια μεγάλης κλίμακας «τιμωρητική εκστρατεία» ενάντια στην εργατική τάξη της Πάρμα εξελίχθηκε σε καταστροφή. Οι μελανοχίτωνες είχαν 39 νεκρούς και 150 τραυματίες, ενώ οι υπερασπιστές είχαν πέντε νεκρούς και αρκετοί τραυματίστηκαν.

Δυόμισι μήνες αργότερα, λίγο πριν από την Πορεία στη Ρώμη, οι φασίστες συζήτησαν εκ νέου την κατάσταση στην Πάρμα. Στο βιβλίο Diario 1922, που δημοσιεύθηκε πριν από δύο χρόνια [1932], ο Μπάλμπο μιλάει για μια συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη με τον Μουσολίνι, και όλους τους υπόλοιπους φασίστες ηγέτες του κόμματος:

«Ένα από τα ζητήματα που πρέπει ακόμα να διευθετηθεί είναι η Πάρμα. Αυτό είναι το τελευταίο προπύργιο των αντεθνικών δυνάμεων, και λειτουργεί τόσο ως άδυτο, όσο και ως ηθικό στήριγμα για τους Ιταλούς ανατροπείς. Ο Μουσολίνι συμφωνεί με το σχέδιο δράσης που περιέγραψα στον … Κάθε δράση εναντίον της Πάρμας πρέπει να προηγηθεί οποιασδήποτε κίνησης προς την κατεύθυνση μιας εξέγερσης

Οι φασίστες ηγέτες πίστευαν ότι η κινητοποίηση για την Πορεία στη Ρώμη θα μπορούσε να αντιμετωπίσει κάποιες δυσκολίες αν πιο πριν δεν εκκαθαρίζονταν η εργατική αντίσταση στο στρατηγικό σημείο της Εμίλια Ρομάνια. Ωστόσο, δεν επιχειρήθηκε δεύτερη επίθεση εναντίον της Πάρμας. Νέες εξελίξεις οδήγησαν σε ξαφνικές αλλαγές – ο φασισμός, η βαριά βιομηχανία και η μοναρχία είχαν έρθει σε συμφωνία κατά τη διάρκεια της λεγόμενης Πορείας στη Ρώμη9.

6 Πάρμα οδοφράγματα περιοχή Marodolo 1922

Εκ των υστέρων, μπορεί κανείς να κάνει τις εξής παρατηρήσεις όσον αφορά τα γεγονότα που εξιστορούνται παραπάνω:

1) Μέχρι τότε, τα πολιτικά και στρατιωτικά προβλήματα και η θεωρία του εμφυλίου πολέμου είτε είχαν υποτιμηθεί είτε ακόμη και αγνοηθεί εντελώς. Αλλά σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να τα αντιμετωπίσουμε ως μια απόλυτη αναγκαιότητα.

2) Όσον αφορά την έκβαση αυτής της ένοπλης εξέγερσης, η ιταλική εργατική τάξη γνώρισε τεράστια επιτυχία με την εξέγερση στην Πάρμα – κέρδισε πολεμώντας μέσα στην πόλη, σε συνθήκες μεγάλης αριθμητικής και στρατιωτικής υπεροχής του εχθρού.

3) Ακόμη και αν οι Arditi del Popolo είχαν καταφέρει να τραβήξουν την μάζα του λαού της εργατικής τάξης σε ένοπλη αντίσταση, αυτό που έλειπε ήταν η προπαρασκευαστική δουλειά μεταξύ των στρατιωτών οι οποίοι, δεδομένης της διάθεσης τους και των ιδιαίτερων συνθηκών, θα μπορούσαν να είχαν πειστεί να δείξουν ενεργή αλληλεγγύη στο προλεταριάτο. Το ίδιο ανεπαρκής και αρνητική ήταν η σύνδεση με τις γύρω επαρχίες, η οποία έσπασε στις πιο δύσκολες στιγμές του αγώνα: ένα συντονισμένο αγροτικό κίνημα θα μας επέτρεπε να ξεκινήσουμε αμέσως μια επίθεση.

4) Οι τοπικοί συνδικαλιστές και σοσιαλδημοκράτες ηγέτες ξεσκεπάστηκαν εντελώς. Χρησιμοποιώντας μια δημαγωγική γλώσσα, απέκρυψαν τους πραγματικούς στόχος τους υπηρετώντας τις ανάγκες της αστικής τάξης. Ενώ υποκριτικά μιλούσαν για αντιφασισμό και για τα συμφέροντα των μαζών, στην πράξη πρόδωσαν αυτά τα συμφέροντα βάζοντας φραγμό και εμποδίζοντας την αυθόρμητη δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου από τα κάτω – παίζοντας έτσι το παιχνίδι των φασιστών. Εκτός από τις τεχνικές προετοιμασίες μας, ο λόγος πίσω από την επιτυχία μας ήταν πάνω απ’ όλα το γεγονός ότι η εργατική τάξη της Πάρμας είχε τη δυνατότητα να απαλλαγεί και να παραμερίσει τους ψεύτικους ηγέτες της – τον «εσωτερικό εχθρό» της εργατικής τάξης, έτσι ώστε να αντιμετωπίσει τον φασισμό με τις δικές της ισχυρά ενωμένες δυνάμεις.

5) Το κόμμα μας, το οποίο στη συνέχεια επηρεάστηκε από τον εξτρεμισμό, απέτυχε να κατανοήσει τη φύση των Arditi del Popolo και προσπάθησε να εμποδίσει τα μέλη μας να προσχωρούν ατομικά στις τάξεις τους. Κατά την περίοδο αυτή οι μάζες είτε συμμετείχαν στουςArditi del Popolo είτε ήταν συμπαθούντες τους. Οι θεωρίες του Μπορντίγκα10, ένα τυπικό παράδειγμα μιας μικροαστικής νοοτροπίας, οδήγησαν το κόμμα στην απομόνωση και τον οπορτουνισμό. Μέσα από την ατομική συμμετοχή των κομμουνιστών στις ομάδες των Arditi del Popolo, το κόμμα θα ήταν σε θέση να επηρεάσει το σύνολο της οργάνωσης και να κερδίσει την ηγεσία. Με συστηματική προπαρασκευαστική δουλειά με τα μέλη των ρεφορμιστικών συνδικάτων και τον στρατό, το κόμμα θα ήταν σε θέση να κατευθύνει το κίνημα προς μια σειρά από συγκεκριμένους στόχους, τραβώντας τις υπόλοιπες μάζες προς την ένοπλη εξέγερση μέσω των Arditi del Popolo, σταματώντας την ανάπτυξη της αντίδρασης στην Ιταλία και αλλάζοντας το ρου της ιστορίας.

8 Πάρμα οδοφράγματα στη via Bixio 1922

Picelli Guido, «La rivolta di Parma», Lo Stato Operaio, VIII χρόνος, ν. 10, Οκτώβριος 1934, Παρίσι. Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τα αγγλικά: Picelli Guido, «The revolt in Parma», International Socialism,Καλοκαίρι 2003, (μετάφραση: Tom Behan) και την ηλεκτρονική έκδοση, στην ιστοσελίδα: Marxists’ Internet Archive

Πηγή: Σπάρτακος, τεύχος, 112, Ιούνιος 2013. Τεύχος – αφιέρωμα, «Η μαρξιστική κριτική του φασισμού».

Βιογραφικά στοιχεία για τον Guido Picelli

Ο Γκουΐντο Πιτσέλι (1889-1937) ήταν αρχικά μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος (της αριστερής του πτέρυγας) και από το 1923 μέλος του Κομουνιστικού Κόμματος. Είχε εκλεγεί βουλευτής τόσο με το ΣΚΙ όσο και με το ΚΚΙ. Έπαιξε βασικό ρόλο στην εξέγερση της Πάρμας το 1922 (μαζί με τον αδερφό του Βιτόριο) και αργότερα, μετά την κατάκτηση της εξουσίας από τους φασίστες, ανέλαβε τη συγκρότηση μυστικών αντιφασιστικών ομάδων. Συνελήφθη αρκετές φορές από την φασιστική κυβέρνηση και στο τέλος, το 1926, του αφαιρέθηκε η βουλευτική ασυλία και καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε χρόνων.

Μετά την αποφυλάκισή του το 1931 διέφυγε στη Γαλλία, όπου προσπάθησε να αναπτύξει αντιφασιστική δράση μαζί με τους πολιτικούς πρόσφυγες από την Ιταλία. Το γαλλικό κράτος τον συνέλαβε το 1932 για την πολιτική του δράση και τον απέλασε. Κατέφυγε αρχικά στο Βέλγιο και ύστερα στη Σοβιετική Ένωση.

Εκεί, για ένα διάστημα του ανατέθηκε η διδασκαλία μαθημάτων «τακτικής» στη «Διεθνή Λενινιστική Σχολή», καθώς και οι επαφές της Κομιντέρν με τους Ιταλούς πολιτικούς πρόσφυγες. Αυτή την περίοδο έγραψε τρία θεατρικά έργα: Τα οδοφράγματα της Πάρμας, Ο Γκράμσι στη φυλακή και Τα φαντάσματα των Αστουριών. Όμως ήταν η εποχή που ξεκινούσε στην ΕΣΣΔ η μεγάλη σφαγή όχι μόνο των Ρώσων κομουνιστών αλλά και των κομουνιστών από τις άλλες χώρες που είχαν καταφύγει εκεί. Ο Γκουΐντο Πιτσέλι, ο οποίος διέθετε πάντα μια ανεξάρτητη και κριτική πολιτική σκέψη βρέθηκε και ο ίδιος στο στόχαστρο της σταλινικής καταστολής. Απολύθηκε από τη «Διεθνή Λενινιστική Σχολή», χάνοντας έτσι τους χρηματικούς πόρους για την επιβίωσή του. Στάλθηκε να δουλέψει σε εργοστάσιο, όπου ο κρατικός μηχανισμός δημιούργησε ανάμεσα στους συναδέρφους του ένα κλίμα απομόνωσης εναντίον του. Ταυτόχρονα, η NKVD αρχίζει να συλλαμβάνει τους συντρόφους του, τους Ιταλούς κομουνιστές που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ.

Συλλαμβάνεται ο Ντάντε Κορνέλι, γνωστός για την αντιφασιστική του δράση και συγγραφέας, ο οποίος τη δεκαετία του ’20 είχε υποστηρίξει τον Τρότσκι. Ο Κορνέλι θα μείνει στα Γκούλαγκ και στην εξορία μέχρι το 1960, αλλά θα επιβιώσει. Ο νεαρός Εμίλιο Γκουαρνασκέλι όμως, ο οποίος είχε καταφύγει κι αυτός στην ΕΣΣΔ το 1933 συνελήθφη το 1935 και τουφεκίστηκε το 1938 σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και δεν ήταν οι μόνοι. Αυτός ο αφανισμός των συντρόφων του περιβάλλοντος του Πιτσέλι, σημαίνει ότι κι αυτόν τον περιμένει ανάλογη τύχη. Ήδη η NKVD τον είχε ανακρίνει για «φραξιονισμό». Μέσα σ’ αυτό το κλίμα όμως, ο Πιτσέλι είχε το θάρρος να αντιδράσει και να διαμαρτυρηθεί για τις επιθέσεις που δέχεται, με γράμματα που στέλνει στον Τολιάτι, ηγέτη του ΚΚΙ και βασικό εκφραστή του σταλινισμού μέσα στην Κομιντέρν εκείνη την εποχή.

Αυτό όμως που πιθανόν τον βοήθησε περισσότερο να σωθεί ήταν το άρθρο που έγραψε αρκετά έγκαιρα, πριν προλάβει η τρομοκρατική μηχανή του σταλινισμού να τον εξοντώσει. Το άρθρο αυτό, για την εξέγερση στην Πάρμα το 1922, κατάφερε να το στείλει για δημοσίευση στους Ιταλούς αντιφασίστες που ζούσαν εξόριστοι στο Παρίσι. Η δημοσίευση αυτού του άρθρου έκανε γνωστό το όνομά του αλλά και τη δράση του στο αντιφασιστικό κίνημα της Ιταλίας και ως εκ τούτου, προσωρινά, λειτούργησε ως ασπίδα προστασίας.

Επιπλέον, μόλις ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος ο Γκουΐντο Πιτσέλι απαίτησε να σταλεί ως εθελοντής στην Ισπανία και το κατάφερε. Πριν πάει στην Ισπανία όμως, πέρασε από τη Γαλλία όπου συναντήθηκε με τον Χουλιάν Γκορκίν, στέλεχος του POUM ο οποίος του ζήτησε να αναλάβει τη διοίκηση ενός τάγματος πολιτοφυλακών του POUM. Το ίδιο του πρότεινε αργότερα στην Ισπανία και ο ηγέτης του POUM, Αντρές Νιν. Τελικά, ο Πιτσέλι κατέληξε να αποδεχτεί την πρόταση του ισπανικού Κομουνιστικού Κόμματος, να αναλάβει τη διοίκηση ενός σώματος 500 ανδρών των Διεθνών Τξιαρχιών (ονομάστηκε «Colonna Picelli»), το οποίο όμως αργότερα ενσωματώθηκε στο Τάγμα Γκαριμπάλντι.

Ο Γκουΐντο Πιτσέλι σκοτώθηκε ενώ πολεμούσε στη Γκουανταλαχάρα στις 5 Ιανουαρίου του 1937. Στην κηδεία του που έγινε στη Μαδρίτη παραβρέθηκαν 100.000 άτομα.

Για τον θάνατό του διατυπώθηκαν υποψίες ότι επρόκειτο για δολοφονία από σταλινικούς πράκτορες. Οι υποψίες όμως αυτές προκύπτουν μάλλον από τη στοχοποίηση του Πιτσέλι στην ΕΣΣΔ και από τις καλές σχέσεις που είχε με το POUM, χωρίς να υπάρχουν αποδείξεις. Εξάλλου, δεν είχε ξεκινήσει ακόμα το όργιο μαζικών εξοντώσεων των Ισπανών αντιφασιστών και των διεθνών εθελοντών από τις σταλινικές μυστικές υπηρεσίες και το Ισπανικό Κομουνιστικό Κόμμα.

10 Guido Picelli

Σημειώσεις [από e la libertà]

1 Michele Bianchi (1882-1930): αρχικά μέλος της Σοσιαλιστικής Νεολαίας και του Σοσιαλιστικού ΚόμματοςΙταλίας (Partito Socialista Italiano – PSI), αργότερα κινήθηκε προς τον επαναστατικό συνδικαλισμό (βλ. υποσημείωση

2). Με το ξέσπασμα του Α΄Π.Π. συντάχθηκε με τους παρεμβατιστές, οι οποίοι απαιτούσαν την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο φασισιτκό κόμμα και υπήρξε μάλιστα και ο πρώτος του γραμματέας, το 1921. Filippo Corridoni (1887-1915): αρχικά μέλος του ΣΚΙ και στη συνέχεια ένας από τους ηγέτες του επαναστατικού συνδικαλιστικού κινήματος στο Μιλάνο. Κι αυτός τάχθηκε υπέρ της συμμετοχής της Ιταλίας στον πόλεμο.

Πέθανε το 1915. Alceste De Ambris (1874-1934): ήταν κι αυτός ένας από τους ηγέτες τηςUnione Sindacale Italiana, ο οποίος ανέπτυξε έντονη παρεμβατική δράση και είχε στενή συνεργασία με τον Gabriele D’Annunzio και το κίνημά του (μια πρώιμη εκδοχή του φασισμού).

2 Unione Sindacale Italiana: συνδικαλιστική οργάνωση η οποία κινούνταν στα πλαίσια του επαναστατικού συνδικαλισμού ή αναρχοσυνδικαλισμού που είχε κληροδοτηθεί σε αρκετές χώρες από την Α΄ Διεθνή. Ιδρύθηκε το 1912, αλλά κατά την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ένα μέρος της υποστήριξε την παρέμβαση της Ιταλίας στον πόλεμο και αποχώρησε.

Μετά τον πόλεμο η Unione Sindacale Italiana απέκτησε για ένα διάστημα σχέσεις με την Συνδικαλιστική Διεθνή (ή Κόκκινη Διεθνή της Κομιντέρν), αλλά το 1922 μαζί με άλλες αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις ίδρυσαν την Διεθνή Ένωση Εργατών (AIT, όπως έγινε γνωστή από την ισπανική εκδοχή του ονόματός της: Asociación Internacional de los Trabajadores).

 

3 Το ιδρυτικό συνέδριο του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Partito Comunista d’Italia – PCI) έγινε στο Λιβόρνο τον Ιανουάριο του 1921, ύστερα από διάσπαση από το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

 

4 Οι Arditi del Popolo (οι Γενναίοι του Λαού) ιδρύθηκαν το 1921 από πρώην στρατιώτες και κατώτερους αξιωματικούς του Πρώπου Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα από τις άλλες οργανώσεις Arditi, οι οποίες ήταν εθνικιστικές (και εντάχθηκαν αργότερα στο φασιστικό κίνημα), οι Arditi del Popolo ήταν μια αντιμιλιταριστική, αντικαπιταλιστική και αντιφασιστική, μαχητική οργάνωση. Αποτέλεσε τον χώρο πολιτικής δράσης και έκφρασης για δεκάδες χιλιάδες νέους της εργατικής τάξης, οι οποίοι δεν ελκύονταν ούτε από την συμβιβαστική και ηττοπαθή πολιτική του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ούτε από την απομονωτική και αναποτελεσματική δράση του Κομουνιστικού Κόμματος, αλλά ούτε και από την απολίτικη δράση του αναρχοσυνδικαλισμού.

Αν και συμμετείχε μάλλον ένα πολύ μεγάλο μέρος της βάσης του Σοσιαλιστικού Κόμματος, καθώς επίσης και πολλά μέλη του Κομουνιστικού Κόμματος (ατομικά και παρά την κοματική γραμμή), οι Arditi del Popolo αποτέλεσαν σε μεγαλύτερο βαθμό πεδίο πολιτικής παρέμβασης των αναρχοσυνδιαλιστών. Παρ’ όλο που έδωσαν τις πιο σημαντικές μάχες εναντίον του φασισμού και αποτέλεσαν τον πιο επικίνδυνο αντίπαλό του στο επίπεδο του δρόμου, οι Arditi del Popolo, καθώς δεν είχαν καταφέρει να αναπτύξουν οργανικές σχέσεις με το οργανωμένο εργατικό κίνημα (με κύρια και βασική ευθύνη της γραφειοκρατικής ηγεσίας που έλεγχε τα συνδικάτα και των οργανώσεων της αριστεράς), δεν μπορούσαν να εντάξουν στην ριζοσπαστική τους δράση την κρίσημη μάζα της εργατικής τάξης.

Επίσης, πολύ γρήγορα βρέθηκαν απομονωμένοι και ευάλωτοι απέναντι στις σκληρές επιθέσεις του συνόλου του κρατικού μηχανισμού. Ένας από τους πιο σημαντικούς και γνωστούς αγωνιστές των Arditi del Popolo ήταν ο Argo Secondari, ο οποίος δέχτηκε επίθεση από τους φασίστες στις 22 Οκτωβρίου του 1922 (λίγες μέρες πριν την Πορεία στη Ρώμη). Τον χτύπησαν τόσο πολύ στο κεφάλι, δημιουργώντας του μόνιμα προβλήματα και στη συνέχεια τον φυλάκισαν σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Παρά τις προσπάθειες του αδερφού του να τον πάρει για θεραπεία στην Αμερική, ο Άργκο Σεκοντάρι πέθανε το 1942. Το φασιστικό καθεστώς τον φοβόταν τόσο πολύ, που δεν επέτρεψε να γίνει η κηδεία του δημόσια, για να απυφύγει πιθανές κινητοποιήσεις των αντιφασιστών. Για τους Arditi del Popolo, βλ. Tom Behan, Arditi del Popolo. Η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2012 και Andrea Staid, Arditi del Popolo. Ο πρώτος ένοπλος αγώνας ενάντια στο φασισμό 1921-1922, Ευτοπία, Αθήνα 2012.

 

5 Spedizione punitiva: Τιμωρητικές εκστρατείες ονομάζονταν οι οργανωμένες επιθέσεις των ιταλικών φασιστικών ταγμάτων εναντίον πόλεων και χωριών, την περίοδο 1921-1922 πριν από την Πορεία προς τη Ρώμη. Η εισβολή των φασιτικών ταγμάτων δημιουργούσε ένα κλίμα τρόμου: κατέστρεφαν τα γραφεία των συνδικάτων και των αριστερών οργανώσεων, τα «Σπίτια του Λαού» (Case del Popolo), και τα Εργατικά Κέντρα (Camere de Lavoro), καθώς επίσης και τα δημαρχεία (στην περίπτωση που τη δημοτική εξουσία ασκούσε το Σοσιαλιστικό Κόμμα) επιτίθονταν εναντίον των συνδικαλιστών – όχι μόνο της αριστεράς, αλλά και των καθολικών συνδικαλιστικών οργανώσεων και συχνά δολοφονούσαν ηγέτες των συνδικάτων και της αριστεράς. Από τις επιθέσεις αυτές το εργατικό και αγροτικό κίνημα δεν μπορούσε συνήθως να ανακάμψει, καθώς οι αμυντικές του δυνατότητες ήταν ήδη υπονομευμένες από την συμβιβασιτική, απέναντι στον Μουσλίνι, στάση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, και την πλήρη ανικανότητα του Κομουνιστικού Κόμματος να κατανοήσει την εππικινδυνότητα του φασισμού και την ανάγκη συμμετοχής στις αντιφασιστικές οργανώσεις (Arditi del Popolo) και ενιαιομετωπικής δράσης με τους εργάτες του Σοσιαλιστικού κόμματος. Οι τιμωρητικές εκστρατείες (χρηματοοδτούμενες συνήθως από τους γαιοκτήμονες) διαμόρφωσαν ένα κλίμα παθητικότητας και τρόμου, ήδη πριν καταλάβουν την εξουσία οι φασίστες. Τιμωρητική εκστρατεία χαρκατηρίστηκε επίσης η επίθεση της φασιστικής Ιταλίας στην Αθιοπία το 1935.

 

6 Alleanza del Lavoro: η Εργατική Συμμαχία ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1922. Συμμετείχαν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις: Confederazione Generale del Lavoro, Unione Sindacale Italiana, Unione Sindacale del Lavoro, Federazione Italiana del Mare.

 

7 Sciopero legalitario: η νόμιμη απεργία (απεργία υπεράσπισης της νομιμότητας). Απεργία διαρκείας που κήρυξε η Εργατική Συμμαχία ενάντια στη φασιστική βία, από τις 31 Ιουλίου 1922. Ο Michele Bianchi, γραμματέας της Εθνικού Φασιστικού Κόμματος απέστειλε τελεσίγραφο προς την κυβέρνηση δίνοντάς της προθεσμία 48 ωρών για να καταστείλει την απεργία. Διαφορετικά, το καθήκον αυτό θα το αναλάμβανε το φασιστικό κόμμα αντικαθιστώντας το κράτος. Οι φασίστες οργανώθηκαν και εξεπέλυσαν επίθεση σε πολλές πολεις εναντίον των απεργών και εναντίον της αριστεράς.

Η απεργία κατέρρευσε απέναντι στη φασιστική βία επειδή η Εργατική Συμμαχία προσπάθησε να της δώσει εξαρχής την μορφή ενός κινήματος υπεράσπισης της νομιμότητας και του κράτους (το οποίο υποτίθεται απειλούνταν από τον φασισμό), αφήνοντας εντελώς απροστάτευτους τους απεργούς απέναντι στις επιθέσεις των φασιστών, της αστυνομίας και του στρατού. Δεν έγινε καμιά προσπάθεια να οργανωθεί η άμυνα της εργατικής τάξης απέναντι στη φασιτική βία, ούτε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο ήταν ο βασικός εκφραστής της μη βίαιης αντιμετώπισης του φασισμού, αλλά ούτε και από το Κομουνιστικό Κόμμα (με πενιχρές δυνάμεις), το οποίο δεν κατανοούσε ούτε το πρόβλημα του φασισμού, ούτε την ανάγκη του ενιαίου μετώπου.

 

8 Ras ονομαζόταν οι περιφερειακοί ηγέτες του φασιστικού κόμματος της Ιταλίας (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα / Partito Nazionale Fascista). Οι Ιταλοί φασίστες δανείστηκαν τον όρο από το λεξιλόγιο της αιθιοποικής αριστοκρατίας. Οι περισσότεροι από τους φασίστες ηγέτες που πήραν μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Πάρμας ήταν ήδη προβεβλημένα στελέχη του κόμματος και μετά την κατάληψη της εξουσίας απέκτησαν ηγετικές θέσεις στον κρατικό/στρατιωτικό μηχανισμό και στις φασιστικές κυβερνήσεις (Roberto Farinacci γραμματέας του Εθνικού Φασιστικού κόμματος – Remo Ranieri, αργότερα αντιπρόεδρος του κοινοβουλίου – Italo Balbo, ένας από τους πιο ισχυρούς ηγέτες και ανταγωνιστής του Μουσολίνι, ήταν ο αρχηγός των «τιμωρητικών εκστρατειών» στην κεντρική Ιταλία και έγινε αργότερα υφυπουργός οικονομίας της φασιστικής κυβέρνησης, υπουργός αεροπορίας και κυβερνήτης της Λιβύης).

 

9 Η Πορεία προς τη Ρώμη, πραγματοποιήθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1922. Οργανώθηκε από το φασιστικό κόμμα ως μια θριαμβευτική είσοδος στην πόλη για να καταλάβει την εξουσία, αλλά στην πραγματικότητα απέδειξε μάλλον τις οργανωτικές αδυναμίες του φασιστικού κόμματος, καθώς μόνο λίγα φασιστικά αποσπάσματα κατάφεραν να φτάσουν στην πρωτεύουσα κι αυτά διαλυμμένα από τη βροχή. Το PNF βρέθηκε σε αδιέξοδο, από το οποίο το έβγαλε ο βασιλιάς Βιτόριο Εμανουέλε, αναθέτοντάς στον Μουσολίνι την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

 

10 Ο Amadeo Bordiga ήταν ο σημαντικότερος ηγέτης του Ιταλικού Κομουνιστικού Κόμματος αυτή την περίοδο (1921-1924). Ο ίδιος μαζί με άλλα στελέχη του κόμματος (μεταξύ των οποίων και ο Γκράμσι) πρόβαλαν την πιο έντονη αμφισβήτηση της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου μέσα στα συνέδρια της Κομιντέρν και στην περίπτωση της Ιταλίας, δεν επέτρεψαν στα μέλη του κόμματος να ενταχθούν στους Arditi del Popolo.

Αντιπρότειναν τη συγκρότηση ομάδων αποκλειστικά από μέλη και συμπαθούντες του Κομουνιστικού Κόμματος, οι οποίες στην πραγματικότητα δεν μπορούσαν να αναπτύξουν την παραμικρή δράση.

elaliberta.gr