Δε θα δειπνήσω πια με τη φωνή σου…

Η είδηση του θανάτου του Θάνου Ανεστόπουλου μάς πάγωσε,άν καί ήταν γνωστή η περιπέτεια της υγείας του,απεχθάνομαι τίς νεκρολογίες.

Αναδημοσιεύω ένα κείμενο του 2014 δέν έχω λόγια ,μόνο να πώ καλή αντάμωση όλοι κάπου εκεί θά ανταμώσουμε κάποια στιγμή

«Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις. Έτσι, έχουν τα πράγματα.

 
Όχι, ο καρκίνος δεν παίρνει τους καλύτερους.
 
Ούτε το εγκεφαλικό, ούτε η καρδιοπάθεια, ούτε καμία άλλη ασθένεια. Τους μάγκες δεν τους πάτησε το τρένο. Ο θάνατος είναι αδιάκριτος, κοινός, απόλυτος. Μοναχικός. Το συλλογικό υποσυνείδητο αρέσκεται να «θρηνεί». Όχι αυτόν που πέθανε. Ούτε καν αυτό που εκπροσωπεί, παρόλο που το κραυγάζει. Θρηνεί αυτό που αντιπροσωπεύει στην προσωπική του ματιά, την ιδεολογική φορεσιά με την οποία έντυσε ένα πρόσωπο. Πενθεί, εν τέλει, είτε το «τέλος μιας δικής του εποχής» ή τον ίδιο το μετέωρο φόβο του θανάτου.
 
Του δικού του θανάτου, του δικού του τέλους, του οποίου μια γεύση παίρνει από έναν «ξένο» θάνατο που αγωνιά να οικειοποιηθεί με υπέρμετρη ευαισθησία. Όσο κι αν ερίζουμε, κλαίμε μόνο για τους «δικούς μας ανθρώπους», αυτούς με τους οποίους ζήσαμε, μοιραστήκαμε στιγμές μιας ζωής που πέρασε. Και κλαίμε το ανεπίστρεπτο αυτών των στιγμών. Εγωιστικά, μοναχικά, ναρκισσιστικά. Όπως μας ταιριάζει. Ως πλάσματα ανθρώπινα, ατελή, φθαρτά. Και, φυσιολογικά κι ανθρώπινα, δε μας είναι ούτε πρόκειται να γίνουν όλοι οι νεκροί αρεστοί. Γιατί, η εικόνα τους ως ζωντανών διαμορφώνει τη στάση μας απέναντι στο θάνατό τους.Οριστικά κι αμετάκλητα.
 
 
Όχι, στις πλείστες περιπτώσεις, δεν υπάρχει αξιοπρεπής θάνατος.
 
Τουλάχιστον, όσο δε μας στήνουν σε εκτελεστικά αποσπάσματα απέναντι στους φονιάδες μας, ώστε να μπορούμε να τους χαμογελάμε κατάμουτρα την ύστατη ώρα. Ο θάνατος είναι μια μοναχική αγωνία. Τις τελευταίες ώρες του κουβαλά έναν απεγνωσμένο ρόγχο, μια κλινοπάλη του σώματος, μια σταδιακή κατάρρευση όλων των ζωτικών λειτουργιών, μια διαρκή αφαίρεση των εγκεφαλικών/διανοητικών χαρακτηριστικών μας. Λίγο πριν από το τέλος, γινόμαστε ζώα που ψυχορραγούμε, όπως λέει ο Ροθ. Επιστρέφουμε στο απόλυτα ζωώδες και γήινο. Οι ελάχιστες εκλάμψεις, που μυθολογούνται ως τελευταίες κουβέντες, μπορεί να μας εκθέσουν ή να ανοίξουν σε κοινή θέα όσα ασυνείδητα θάβαμε κάτω από τις στρώσεις και τα περιβλήματα του εγώ μας και των δεόντων μιας ολόκληρης ζωής. Είμαστε μιαν ανίσχυρη μάζα οργανικών καταλοίπων, που θα γίνουν στάχτη ή εκλεκτή τροφή για σκουλήκια στο αέναο κυκλικό παιχνίδι της ζωής.Τα 21 γραμμάρια δεν είναι παρά το μεταφυσικό τρυπάκι μας για να μπορέσουμε να αντέξουμε τη ζωή την ίδια. Ή την απώλειά της.
 
Τέλος, όχι, δεν υπάρχει αξιοπρέπεια στη διαχείριση μιας μακροχρόνιας ασθένειας.
 
Θα ήθελα πολύ να είναι διαφορετικά, αλλά η αλήθεια είναι πικρή και με διαψεύδει. Έχω κλάψει πολύ, έχω πονέσει πολύ, έχω παρακαλέσει πολύ, έχω κουράσει τα αγαπημένα πρόσωπά μου πολύ, έχω ζητιανέψει για αγάπη και φάρμακα, έχω διεκδικήσει ως απόλυτα κακομαθημένο κωλόπαιδο την απεριόριστη προσοχή, έχω βαρύνει την καθημερινότητα των οικείων μου, έχω δεσμεύσει τις ζωές των άλλων. Και, φυσικά, δεν υπάρχει τίποτε ηρωικό στις διάρροιες, τις ναυτίες, τους εμετούς, τα λερωμένα σεντόνια, τις τρύπιες πικεδένιες κουβέρτες των δημόσιων νοσοκομείων, τις νεκρωμένες ξερές φλέβες, το τρύπιο σώμα, τη διαρκώς αποστεούμενη ύπαρξη.
 
Ούτε υπάρχει τίποτε δημοκρατικό στη συναλλαγή, τη δυνατότητα να έχεις εσύ κάποια φάρμακα ή μια πιο εξειδικευμένη θεραπεία, τα οποία κάποιος άλλος αλλού στερείται, λόγω του συστήματος.
Η μόνη αξιοπρέπεια είναι να μείνεις ζωντανός. Και να ανταποδώσεις. Όσο κι όπως μπορείς. Και λίγο θα είναι πάλι.
Διάφανοι, αδέρφια, είμαστε. Ζώα διάφανα που μας τρομάζει η αντανάκλασή μας στα ποτάμια της ζωής, πάσχοντα από αγνή, καθαρή ύπαρξη.
 
Δε θα δειπνήσω πια με τη φωνή σου,
δε θα ζητήσω βάλσαμο απ’ τα παλιά.
Θα μπω σ’ ένα πλοίο και θα ρωτήσω
στον άλλο κόσμο αν μοιράζουνε φιλιά.