Α. Ρωμυλίου: Πώς έγινα πρόσφυγας πολέμου το 1942 – το ταξίδι στη Μ.Ανατολή

Ήταν η γενιά που γνώρισε, τον πόλεμο, την κατοχή, την προσφυγιά, αλλά έδωσε και τα πάντα για τη νίκη ενάντια στις δυνάμεις του φασισμού – ναζισμού.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η Αντιγόνη Ρωμυλίου περιγράφει στο ert.gr την προσφυγική διαδρομή του 1942, έως τα τουρκικά παράλια και μετά μέχρι τη Μέση Ανατολή.

-Πώς ξεκίνησαν οι διαδικασίες για να φύγετε;

-Από την Ικαρία έφυγα το 1942 φθινόπωρο προς άνοιξη. Μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, τα πλοία του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, συγκεντρώθηκαν στην περιοχή της Πάχης Μεγάρων. Εκεί ακούστηκε το σύνθημα – προτροπή «δεν εγκαταλείπουμε το Νίκη», ήταν ένα πλοίο του Π.Ν. και ακολούθως γενικεύτηκε σε «δεν εγκαταλείπουμε τα πλοία».

Η απόφαση ήταν να φύγουν για να συνεχίσουν τον πόλεμο και έτσι αρκετά πλοία έφυγαν προς τη Μ. Ανατολή, αντί να πέσουν στα χέρια των Γερμανών, οι οποίοι όσα πρόλαβαν τα βομβάρδισαν και εκεί σκοτώθηκε ο Ικαριώτης Δουρής.

Στο νησί έφτασε το 1941 την περίοδο της μεγάλης πείνας, ένα υποβρύχιο και βγήκε στη στεριά στο χωριό Κυπαρίσσι, αν θυμάμαι καλά οΣτέφανος Καβουριάρης και μας μετέφερε το μήνυμα – προτροπή, ότι όσοι μπορούν να σηκώσουν έστω κι ένα γκρα (παλιό πολεμικό τουφέκι), να περάσουν στην Τουρκία και από εκεί να πάνε στη Μέση Ανατολή για να πολεμήσουν μαζί με τις συμμαχικές δυνάμεις. Μετά έφυγε με το υποβρύχιο χωρίς τότε να πάρουν άλλους μαζί τους. Το μήνυμα διαδόθηκε πολύ γρήγορα. Διαφυγές εθελοντών με υποβρύχιο έγιναν το επόμενο χρονικό διάστημα.

-Η δικιά σας αντίδραση ποιά ήταν;

-Εγώ που ήμουν μικρή διαπίστωσα ότι μπορώ να κρατήσω ένα γκρα και αρχικά ακολούθησα, έτσι μόνο με το φουστανάκι, μία θεία μου που επιχειρούσε να διαφύγει και χρειάστηκε να κρυφτούμε μία μέρα κάτω από ένα δέντρο. Έτσι μετά από αυτή την πρώτη απόπειρα, το αποφάσισε και ο πατέρας μου να φύγουμε και να μοιραστεί η οικογένεια

Ξεκινήσαμε από το χωριό μας την Αρέθουσα, ένα θλιβερό μεσημέρι, εγώ ο πατέρας μου και ο μικρός μου αδελφός ο Θεόφιλος που ήταν 5-6 ετών, υπήρχε μία εκκωφαντική σιγή. Μόνο ροή νερού και κοάσματα βατράχων ακούγονταν. Στο δρόμο συναντήσαμε και μία ατσίδα (κουνάβι της τοπικής πανίδας). Ούτε φωνές παιδιών που δεν έπαιζαν και δεν μιλούσαν, αφού ήταν εξαντλημένα από την πείνα.

Στο δρόμο είδαμε έναν άνδρα αξύριστο (τότε όλοι ακόμα και για να κάνουν μία δουλειά στην αυλή έβγαιναν πάντα ξυρισμένοι), που περπατούσε σα να χοροπηδούσε, να παράπαιε και τα μάτια του ήταν μεγάλα.

Ο πατέρας μου του είπε «Ώρα καλή». Ήταν από την πείνα σε αυτή την κατάσταση και τότε υπήρχε η κατεύθυνση όποιος νοιώθει ότι θα πεθάνει, να πηγαίνει όσο πιο κοντά στο νεκροταφείο γιατί και οι υπόλοιποι δεν ήταν σε κατάσταση να τον κουβαλήσουν από την εξάντληση. Ειδικά το Καραβόσταμο ήταν χωριό που δοκιμάστηκε σκληρά από την πείνα και πέθανε πολύς κόσμος.

Επίσης σε άλλο σημείο, είδαμε έναν άνδρα γύρω στα 45, πρησμένο από την πείνα και κουστουμαρισμένο, μάλλον με το γαμπριάτικο κοστούμι του, καφέ στο χρώμα, να κάθεται δίπλα σε μία στέρνα, με τα μάτια ανοιχτά.  Ένοιωσα ένα σύγκρυο στη ραχοκοκκαλιά. Ο πατέρας μου τον χαιρέτησε αλλά αυτός δεν απάντησε. Ήταν νεκρός και μάλλον επειδή συναισθάνονταν ότι αυτό θα του συμβεί είχε ντυθεί με τα καλά του ρούχα.

Σε ένα άλλο σημείο, είδαμε σε ένα σπίτι μία μαυροφορεμένη γυναίκα και ένα παιδάκι με πρησμένα πόδια από την πείνα και ο πατέρας μου τους έδωσε λίγη ζάχαρη, λίγο αλεύρι και λίγα σύκα, από αυτά που κουβαλούσαμε σαν δικές μας προμήθειες. Ο πατέρας μου άναψε το τζάκι τους και πήρε ένα μπρίκι για να ετοιμάσει κάτι και να το ταΐσει. Εμείς παρακολουθούσαμε από απόσταση. Πρέπει να πούμε ότι σε επόμενο ταξίδι διαφυγής πέρασε απέναντι και η γυναίκα και το παιδάκι που σώθηκε.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Αύλακας – χάρτης Ικαρίας Μιχ. Μάζαρη 1957

anaxorisi.jpg

Αύλακας – δυσπρόσιτος κολπίσκος από όπου αναχωρούσαν οι πρόσφυγες – φωτο Ν. Μπράτσος

-Σε ποιά περιοχή εξελίχθηκαν όλα αυτά;

-Όλα αυτά γίνονταν στην περιοχή της Ικαρίας που λέγεται χωριούδια (Μονοκάμπι, Πλωμάρι, Μηλιωπό, μετά το Καραβόσταμο).

Πηγαίναμε σε ένα σημείο που λέγεται Αύλακας, κατεβαίνοντας πεζουλάκι – πεζουλάκι, με πολλές προφυλάξεις μήπως και συναντήσουμε ιταλική περίπολο, που όπως μας είχαν πει ήταν κοντά στη μεγάλη στροφή κοντά στον Άρη ποταμό, έτσι αποφεύγαμε το δημόσιο δρόμο.
Υπήρχαν δύο βαρκάρηδες που οργάνωναν τις διαφυγές έναντι κάποιας αμοιβής, μιλάμε πάντα είτε για κατοχικά λεφτά, είτε για αμοιβή σε είδος.

Εμείς θα φεύγαμε με τη βάρκα του Φανταούτσου, που εκτιμώ ότι δεν το έκανε μόνο για την αμοιβή, αλλά επεδίωκε και το ρίσκο.  Η βάρκα ήταν φτιαγμένη από κισσό ήταν πολύ ελαφριά και έδειχνε ευάλωτη σε περίπτωση θαλασσοταραχής. Ο άλλος βαρκάρης ήταν ένας «Γκρίζος» από το Καραβόσταμο. Το Φανταούτσο που δεν ξέρω αν ήταν όνομα ή παρατσούκλι, οι Τούρκοι τον είχαν χτυπήσει για το ρόλο που έπαιζε στη μεταφορά Ελλήνων και πρέπει να πούμε ότι πολλές φορές δεν έπαιρνε και αμοιβή.

-Περιγράψτε μας την τελική φάση πριν την αναχώρηση.

-Κατεβήκαμε μέσα από μία ρεματιά, κρυφτήκαμε, φώτισε το φεγγάρι και ακούσαμε ερωτικά τραγούδια από βάρκα Ιταλών που περιπολούσε και ένας από αυτούς είχε κιθάρα. Τότε σκέφτηκα «γιατί οι άνθρωποι να κάνουν πόλεμο»;

Ο πατέρας μου μας αγκάλιασε για να φαινόμαστε σαν βράχος και μετά μας έστρωσε μία κουβέρτα. Περιμέναμε να φύγουν οι Ιταλοί δύο όρμους παραπέρα.

Μετά ήρθαν και άλλοι και μπήκαμε στη βάρκα ενώ ο καιρός είχε αέρα και ξεκινήσαμε με κουπιά. Θυμάμαι μία γυναίκα με ένα μωρό που ήταν η γιαγιά του γιατί η μάνα του δε ζούσε. Μαζί μας ήρθε και ο γιός του δασκάλου τουΚούβαρη. Δεν μπορούσαμε να βάλουμε πανί γιατί ο καιρός θα αναποδογύριζε τη βάρκα. Στη βάρκα οι μεγάλοι κάθονταν γύρω – γύρω και εμείς στα πόδια τους. Βλέπαμε τα βουνά της Ικαρίας να απομακρύνονται και σε μερικά σημεία φωτιές που είχαν ανάψει οι Ιταλοί για να ετοιμάσουν το πρωινό ρόφημα.

-Τί συνέβη στο ταξίδι;

-Έπιασε φουρτούνα και ήταν σα να μας καταριόταν η θάλασσα, που είχε πάρει ένα μωβ χρώμα. Βγάζαμε το νερό με ένα κουτί. Ήμασταν βρεγμένοι αλλά αδιαφορούσαμε γι αυτό.

Ξαφνικά ένας λέει «Γερμανοί και είναι αβάπτιστο», αναφερόμενος σε ένα μωρό που ήταν στη βάρκα. Σηκώνει τρεις φορές το μωρό στον αέρα και λέει επίσης τρεις φορές «και το όνομα αυτού Ελευθέριος».

Πράγματι ήταν μία γερμανική τορπιλάκατος κα το πλήρωμα φόραγε μαύρα, είχε αδιάβροχα, γυαλιά, μπότες και ένα προστατευτικό μπροστά στο σκάφος σαν αυτά που κάποτε είχαν οι βέσπες. Νόμιζαν ότι πνιγόμασταν και μας παράτησαν γελώντας που θα πεθαίναμε, βλέπετε η βάρκα ήταν σχεδόν ένα με την επιφάνεια της θάλασσας και ήταν σα να καθόμαστε πάνω στα κύματα. Ο πατέρας μου κρατούσε με τα χέρια του εμένα και τον αδελφό μου χαμηλά για να μην μας βλέπουν οι Γερμανοί και εγώ νόμιζα ότι είχα παραισθήσεις ακούγοντας γαυγίσματα, αλλά τελικά ήταν τα γέλια των Γερμανών που έμοιαζαν με ουρλιαχτά σκύλων.

-Πώς φτάσατε στην Τουρκία;

-Αφού περάσαμε μία ημέρα στη θάλασσα φτάσαμε στην Τουρκία σε μία περιοχή που τη λέγανε Βρωμολιμνιώνα. Εκεί από ένα τουρκικό καΐκι, ακούμε ένα «γκελ μπουρντά», από έναν που λεγόταν Σαΐνης και ήταν ένας 30άρης τουρκοκρητικός, μιλούσε και ελληνικά και ήταν ένας λεβέντης που τόσο εμάς όσο και άλλους πρόσφυγες μας βοήθησε πολύ. Δεν είναι εν ζωή, αλλά σίγουρα θα πήγε εκεί που αντιστοιχεί στις καλές του πράξεις. Για τη βοήθεια που παρείχε στους πρόσφυγες είχε χτυπηθεί με βούρδουλα από τις τουρκικές αρχές. Μας έδωσε ένα ταψί με φασόλια μαυρομάτικα και ψωμί.

Μας οδήγησε σε μία σπηλιά για να φυλαχτούμε από φίδια και αγριογούρουνα. Έπρεπε να φύγουμε πολύ πρωί και τρέχοντας γιατί σε μία κοντινή λιμνούλα μαζεύονταν οι αγέλες των αγριογούρουνων για να πιούν νερό, όπως και τα φίδια και θα κινδυνεύαμε. Έτσι ήπιαμε νερό και φύγαμε τρέχοντας.

-Από εκεί και μετά τί συνέβη;

-Στο δρόμο είδαμε μία αχλαδιά που είχε κρεμασμένα χαρτάκια με μηνύματα προσφύγων του τύπου «από εδώ πέρασε η οικογένεια του Καβουριάρη, πηγαίνουμε στο άγνωστο», καθώς και άλλα ονόματα και ημερομηνία. Αφήσαμε και εμείς το δικό μας. Βάζαμε σημάδια στο δρόμο για να προσανατολιζόμαστε.

Είδαμε έναν έφιππο Τούρκο γύρω στα 25 με σταυρωτά φυσεκλίκια και μιλούσε ελληνικά. Μας έδωσε νερό και μία γυναίκα μας έδωσε κρεμμύδια.

Σε άλλο σημείο της διαδρομής μας επιτέθηκε μία αγέλη 5-6 σκύλων. Ένα σκυλί ξεφυσούσε στα μούτρα μου και θυμάμαι ότι μύριζε πολύ άσχημα. Ήταν ενός Τούρκου που ήξερε ελληνικά και όταν μας είδε μας είπε «τι ήρθατε εδώ μπρε, να φάτε το ψωμί μας, καλά σας κάνουν οι Γερμανοί». Ο Τούρκος είχε τρεις γυναίκες για συζύγους που δούλευαν μαζί του στα χωράφια και τα ζώα  και ο πατέρας μου που μίλαγε τουρκικά για να τον καλοπιάσει του είπε καλά λόγια για τη μικρότερη νομίζοντας πως είναι κόρη του με αποτέλεσμα ο Τούρκος να θυμώσει περισσότερο. Ο πατέρας μου ήταν γύρω στα 60, ο Τούρκος μεγαλύτερος από αυτόν  και η μικρότερη γυναίκα του Τούρκου ήταν μία 18χρονη, ένα ζωντανό πλάσμα με ένα ωραίο σαλβάρι, που του έφερνε σερμπέτια, ενώ οι άλλες δύο δούλευαν στα πρόβατα και στα βούδια. Από εκεί φύγαμε χωρίς να πάρουμε ούτε νερό.

Στο δρόμο και αφού συναντήσαμε και έναν μη Τούρκο που έδειχνε να μην είναι στα καλά του,  μας πήρε ένα φορτηγό με βαρέλια πετρελαίου και καθίσαμε πάνω σε αυτά με αποτέλεσμα να βρωμιστούμε ακόμα περισσότερο. Κρατηθήκαμε γερά γιατί καταλάβαμε από τον τρόπο οδήγησης ότι ήθελε να μας ταλαιπωρήσει. Μπροστά κάθισε μόνο η γυναίκα με το μωρό.

-Προορισμό είχατε τον Τσεσμέ;

-Έτσι φτάσαμε στον Τσεσμέ, στο σταθμό καταγραφής προσφύγων, όπου μετά την καταγραφή και μέχρι να έρθει η σειρά μας να φύγουμε έπρεπε να λύσουμε μόνοι μας το πού θα μέναμε. Ο Τσεσμές είχε πολλά ερειπωμένα σπίτια Ελλήνων που είχαν φύγει το 1922 και μετά. Μείναμε σε μία παλιά εγκαταλελειμμένη αποθήκη, όπου ήμασταν 200 άτομα σε χώρο όσο έπιανε το σώμα μας. Όσοι ήταν δίπλα στον τοίχο ήταν τυχεροί, γιατί όσοι ήταν στη μέση, συχνά τους πατούσε άλλος μπαίνοντας ή βγαίνοντας.

Στον Τσεσμέ στην παραλία έχοντας στήσει ένα τραπεζάκι, υπήρχαν Έλληνες υπάλληλοι της πρεσβείας για στρατολόγηση εθελοντών για τη Μέση Ανατολή, στην Τουρκία δεν επιτρέπονταν παρουσίες στρατιωτικών άλλων χωρών έτσι είχε συμφωνήσει και με τη Γερμανία.

-Σας προώθησαν στη Μέση Ανατολή;

-Τελικά από την Τουρκία πήγαμε με τρένο στο Χαλέπι στη Συρία, εκεί πλυθήκαμε μετά από ένα μήνα και περάσαμε και από γιατρό.

Μέναμε μέσα σε ένα φρούριο της εποχής των σταυροφόρων, όπου υπήρχαν Γάλλοι και Ινδοί και δεν είχαμε επαφή με τον τοπικό πληθυσμό, ήμασταν έγκλειστοι και εκεί κάτσαμε ενάμιση μήνα. Ακολούθως πήγαμε στη Χάιφα (και εκεί χωρίς επαφή με τους ντόπιους) και το Λίβανο.

Μας πήγαν στην περιοχή των σπηλιών του Μωυσέως και μέναμε υπό φρούρηση και γύρω – γύρω σύρματα. Τις γυναίκες μας πέρασαν από σχολή νοσηλευτριών, υπό τη διεύθυνση της Καλλέργη που ήταν ελληνοαμερικανίδα. Όταν μας έδωσαν τις γαλάζιες ρόμπες των μαθητευόμενων νοσοκόμων, παπούτσια και μία πλεχτή ζακέτα, με φύλλο πορείας και συνοδεία Αιγυπτίων στρατιωτών μας πήγαν με τρένο στη Γάζα. Αλλάζαμε συνέχεια τρένα μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας και ένα βράδυ κοιμηθήκαμε σε πλατφόρμα σταθμού.

-Τί θυμόσαστε από αυτό το ταξίδι;

-Μέσα στο τρένο υπήρχε βαγόνι με Γερμανούς αιχμάλωτους, όπου στον ίδιο χώρο ήταν αυτοί ξαπλωμένοι από την εξάντληση και ό,τι προέκυπτε από τις αφοδεύσεις τους. Ορισμένοι είχαν στα παντελόνια τους σημάδια από τα ούρα τους και γύρω τους μικρές λιμνούλες από αυτά. Πολλές μύγες ήταν στο βαγόνι λόγω των αφοδεύσεων και των κοπράνων. Με δυσκολία ένας από αυτούς δέχτηκε να καπνίσει τσιγάρο που του πέταξαν Έλληνες που και εκεί έδειξαν την ανθρωπιά τους και πάλι τότε μου έκανε εντύπωση ότι δεν μαλάκωσε το σκληρό του βλέμμα.

Τελικά υπηρετήσαμε σε νοσοκομείο καταλυμάτων της 1ης Ορεινής Ταξιαρχίας του ελληνικού βασιλικού στρατού της Μέσης Ανατολής. Έτσι ήταν τότε ο κάθε βασιλιάς είχε και το στρατό του. Ρούχα και εξοπλισμό μας προμήθευσαν οι Εγγλέζοι. Θυμάμαι ότι μας είχαν δώσει και μπριγιαντίνη μάρκας «Δον Ζουάν».

-Πότε έγινε η επιστροφή;

-Το 1945 φύγαμε με εγγλέζικο πολεμικό πλοίο για τη Σάμο, όπου και διανυκτερεύσαμε, την επόμενη ημέρα μας πήγαν στη Χίο και από εκεί με καΐκι στην Ικαρία.

Συνέντευξη: Νάσος Μπράτσος

ert.gr