Δημήτρης Παπαρρηγόπουλος: Ο πρώτος νεκρός από απεργία πείνας στην Ελλάδα

Ο δικός μας καταραμένος ποιητής, ο άνθρωπος που τον σύγκριναν με τον Μπωντλαίρ, ή αλλιώς ο πρόδρομος του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη που έμεινε στη «σκιά» της ιστορίας

paparrigopoulos.jpg

Γιος του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος υπήρξε μια ενδιαφέρουσα και αιρετική φυσιογνωμία για την εποχή του.

AdTech Ad«Εγεννήθην εν Αθήναις την 8ην Σεπτεμβρίου 1843, εβραβεύθην δια την περί καθηκόντων πραγματείαν μου την 14 Σεπτεμβρίου 1861, δια τους Στόνους, λυρική συλλογήν, την 8ην Μαΐου 1866. Το πρώτον βιβλίον, το οποίον εδημοσίευσα δε είναι: Αι σκέψεις ενός ληστού. Δεν ειξεύρω αν το ανέγνωσες, το εδημοσίευσα δε εν έτει 1859. Είμαι δικηγόρος, ως γνωρίζεις, και κρατώ υπό μάλης δικογραφίας καθ’ άπασαν την ημέραν, υποκλέπτων ώρας του ύπνου καθ’ άς εργάζομαι εις φιλολογικά έργα. Αν δεν εφοβούμην μη σε πλήξω, ήθελον διηγηθή πόσας πικρίας υφίστανται οι άνθρωποι τω Γραμμάτων εν Ελλάδι.»

(Στον πρόλογο της έκδοσης Τα Άπαντα του Παπαρρηγόπουλου, 1897, εκδ. Γ.Δ.Φέξη).

Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Σε ηλικία μόλις 23 χρόνων, ανακηρύχθηκε διδάκτορας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθήνας. Ταυτόχρονα, άρχισε να εξασκεί και το δικηγορικό επάγγελμα και μάλιστα είχε αναλάβει την υπεράσπιση των τότε εξεγερθέντων εργατών των ορυχείων Λαυρίου.

Ασχολήθηκε συστηματικά με τη μελέτη των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων και με μελέτες ιστορικού και φιλολογικού περιεχομένου. Το σημαντικότερο έργο του ήταν η «Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» που προκάλεσε πολλαπλές αντιδράσεις εξαιτίας της «αριστερής ματιάς» του συγγραφέα. Το σύγγραμα χρησιμοποιήθηκε παρόλα αυτά στα ελληνικά σχολεία για ένα μικρό χρονικό διάστημα.

Το 1861 δημοσίευσε τη μελέτη με τίτλο «Σκέψεις ενός ληστού ή καταδίκη της κοινωνίας».

Στη μελέτη του προχωράει σε μια ανατρεπτική για τον καιρό εκείνο ανάλυση του ληστρικού φαινομένου της Ελλάδας. Σε απόσπασμα επιστολής του, που δημοσιεύθηκε μετά τον θάνατό του από τον Αγκοστίνο Γκαρλάτο (Agostino Garlato), στην εισαγωγή της ιταλικής έκδοσης του έργου Πυγμαλίων (Pigmalione) το 1881 αναφέρει ότι τις «Σκέψεις ενός Ληστού» τις δημοσίευσε το 1859 και ότι είναι το πρώτο του βιβλίο.

Αν ισχύει η ακρίβεια της χρονολογίας σημαίνει ότι τις «Σκέψεις ενός ληστού» τις έγραψε σε ηλικία 16 ετών ενώ ίσως πρώτα να δημοσιεύθηκαν σε συνέχειες σε κάποιο έντυπο του 1859, όπως συνηθιζόταν σε διάφορα έργα της εποχής και στη συνέχεια κυκλοφόρησαν σε ξεχωριστή έκδοση το 1861.

Ο Νίκος Δανδής που προλογίζει τις «Σκέψεις ενός ληστού» γράφει: «

…Ο Δημ. Παπαρρηγόπουλος, το «άτακτο παιδί» της εποχής του ήταν ένας ευαίσθητος ποιητής που δεν μπορούσε ν’ ανεχτεί τις αυθαιρεσίες της Αυλής και της οικονομικήςφεουδαρχίας που σαν ακρίδες του Φαραώ μάστιζαν το λαό που είδε πολύ γρήγορα τις ελπίδες του για μια συνταγματική διακυβέρνηση να διαψεύδονται».

Απόσπασμα από τις «Σκέψεις ενός ληστού». Στο κείμενο εξυμνεί τους ληστές που ήταν η συνέχεια των Κλεφτών της επανάστασης:

«Τι είναι κοινωνία; σωρός κακοηθείας και ραδιουργείας , άθροισμα φθόνου και μίσους εκμαγείον δαιμόνων. Εάν Δε τις εξετάση καλώς και απαθές βλέμμα την κοινωνίαν και τα άτομα αυτή, θέλει ιδεί ότι εις μεν την κοινωνίαν σύμπασαν δεν υπάρχει αρετή, εις Δε το άτομον δύναταί τις ενίοτε να εύρη τοίαυτην και διατί τούτο; διότι το μίσος , ο φθόνος, η κακία, η ραδιουργία και τα τοιαύτα, εις το άτομον απολύτως θεωρούμενον δεν δύνανται να αναπτυχθώσι, αλλ’ εις την κοινωνίαν και δια της κοινωνίας αναπτύσσονται.

«Αλλ’ είμαι ληστής λέγουσιν οι έννομοι, είμαι κακούργος. Πόσοι εντός της κοινωνίας βασανίζουσι τους ανθρώπους, εκδύωσιν αυτούς, υποσκελίζουσι τους αγαθούς, κακοί αυτοί, και στερούσι πολλών οικογενειών τον άρτον! Και εν τούτοις ζώσιν εντός της κοινωνίας κολακευόμενοι, τιμώνενοι, θαυμαζόμενοι […] Οι νόμοι εσχηματίσθησαν δια να καταπιέζωσι τους πτωχούς, τους άνευ προστατών, τους αδυνάτους. Σπανίως ο νόμος προστατεύει τον ασθενή […] Εις την κοινωνίαν υπάρχουσι λησταί νόμιμοι, λησταί- τοκογλύφοι, λησταί-εμπόροι, λησταί-χρυσοχόοι, λησταί-ενάρετοι, λησταί-ευσεβείς και πλήθος άλλων. Οι λησταί-τοκογλύφοι πρέπει να διχοτομηθώσι δια πρίωνος, οι λησταί-εμπόροι να ανασκολοπισθώσιν, οι λησταί-χρυσοχόοι να εισβληθώσιν εντός λουτρού εκ μολυβδου αναλελυμένου, οι λησταί-ενάρετοι να κρεμασθώσι, και οι λησταί-ευσεβείς να σταυρωθώσιν.

Και εντούτοις, και αν όλα ταύτα συμβώσιν, είναι μικρά η τιμωρία των διότι εκείνοι ου μόνον εντός των πόλεων ληστεύουσιν, ου μόνον δύο έχουσιν ιδιότητας καλήν επιφάνειαν, αισχρόν κέντρον, αλλά το αυτό άτομον καθ’ εκάστην σχεδόν ληστεύουσι, ενώ ημείς και ειλικρινείς είμεθα και σπανίως δις φορολογούμεν τον αυτόν άνθρωπον. Αλλ’ όλαι αι ληστείαι εκείνου του είδους καθιερώθησαν υφ΄ όλων των εθνών και ουδείς τολμά να εκφέρη κατ’ αυτών γνώμην διότι εκλαμβάνεται εχθρός της κοινωνίας».

Kαι αι κυβερνήσεις λοιπόν, όσον καλαί και εγκρατείς και δίκαιοι και αν είναι, πάντοτε είναι ένα σαμάρι

Άρχισε από ηλικία μόλις δεκαοκτώ μόλις ετών να αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Φως», του Σοφοκλή Καρύδη. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις, ότι αυτός ήταν ο συγγραφέας ενός άρθρου με τίτλο «Αναρχία», που δημοσιεύθηκε στις 9/9/1861 στην εν λόγω εφημερίδα. Η αστυνομία κατάσχεσε το φύλλο της εφημερίδας. Επισήμως, το άρθρο παρέμεινε για πάντα ανυπόγραφο.

Οι ιστορικοί M. Παπαϊωάννου και Π. Nούτσος, φέρουν τον Δήμο Παπαθανασίου ως συντάκτη του άρθρου ενώ ο Λεωνίδας Xρηστάκης αναφέρει ότι ο συντάκτης του άρθρου «Aναρχία» ήταν ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος. Σε κάθε περίπτωση, όπως φαίνεται από νεώτερες μελέτες, το κείμενο ήταν μάλλον συμμετοχικό.

Απόσπασμα του άρθρου:

«Kαι αι κυβερνήσεις λοιπόν, όσον καλαί και εγκρατείς και δίκαιοι και αν είναι, πάντοτε είναι ένα σαμάρι, πάντοτε τρέφονται εκ της εργασίας των άλλων, καθώς ο κύριος εκ της εργασίας του γαϊδάρου και ευτυχής και αγία θα ήτο η ημέρα, καθ’ ήν θα κατορθώναμε να μην έχωμεν διόλου ανάγκην κυβερνήσεων και αρχών, αλλά να ζώμεν πάντες εν ομονοία και αδελφότητι, ίσοι όλοι και τρεφόμενοι εκ των χειρών μας. H αναρχία λοιπόν, ήτοι η παντελής έλλειψις αρχών, δεν είναι διόλου κακόν, απεναντίας είναι μέγιστον αγαθόν, είναι η κατάστασις εκείνη εις την οποίαν προώρισε ο θεός τα έθνη να φτάσουν μιαν ημέραν και ευτυχείς οι λαοί, όσοι φθάσουν προτύτερα!…

Tην διαρπαγήν λοιπόν, τας βιαιοπραγίας και τας αιματηράς συγκρούσεις φοβούνται και αποστρέφονται οι πολίται. Aλλ’ είναι δυνατόν να συμβώσιν ταύτα εις την Eλλάδα, έστω και εν καιρώ αναρχίας και αν επί ημέρας πολλάς παραταθή αύτη; Tούτο θέλωμεν εξετάσει εις το προσεχές φύλλον. Πρέπει να το εξετάσωμεν διότι υπάρχουσιν επί του αντικειμένου τούτου φόβοι πολλοί, φόβοι μάταιοι και παράλογοι, οι οποίοι πρέπει να λείψουν, πρέπει να φυγαδευθούν, εάν θέλωμεν διόρθωσιν της παρούσης καταστάσεώς μας, την οποίαν όλοι συναισθανόμεθα, όλοι ομολογούμεν ότι δεν είναι καλή, ούτε αξία λαού ελευθέρου».

Το δεύτερο μέρος του κειμένου δεν δημοσιεύθηκε.

Ένας «καταραμένος ποιητής» και απεργός πείνας για τα πιστεύω του

Για πολλούς είναι ο πρόδρομος του Κώστα Καρυωτάκη και της Μαρίας Πολυδούρη λόγω της γραφής του αλλά και του τρόπου ζωής του. Τα ποιήματά του Παπαρρηγόπουλου βραβεύθηκαν σε διαγωνισμούς και έχουν περιληφθεί σε αρκετές ανθολογίες. Θεωρείται από τους κυριότερους εκπροσώπους του νεοελληνικού ρομαντισμού. Ο ίδιος ο Ροϊδης τον συνέκρινε με τον Μπωντλαίρ. Μαζί με τον Σπυρίδωνα Βασιλειάδη έφεραν την προσωνυμία οι Διόσκουροι των Αθηνών και υπήρξαν οι κύριοι εκφραστές του γαλλικού ρομαντικού κινήματος στην Ελλάδα.

Το 1868 η πραγματεία του «Τα καθήκοντα του ανθρώπου ως χριστιανού και ως πολίτου» βραβεύτηκε στο Νικοδήμειο διαγωνισμό. Μεταξύ άλλων έγραψε και δύο θεατρικές κωμωδίες. Η μία, η «Συζύγου Εκλογή», μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Αιμίλιο Λεγκράν και ανέβηκε με επιτυχία σε Ελλάδα, Γαλλία και Ιταλία, ενώ η άλλη, η «Αγορά», ανέβηκε στην Αθήνα το 1871.

Το 1869 έγινε μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και δώρισε πολλά έργα στη βιβλιοθήκη του Συλλόγου.

Ο Κωστής Παλαμάς, στη μελέτη του «Πεζοί δρόμοι. Γ’ Κάποιων νεκρών η ζωή», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1934, αναφέρει:

«…Ανάμεσα στους ποιητάς που κρατήσανε στην Αθήνα τα σκήπτρα του τραγουδιού, από τα 1865 ίσαμε τα 1873, ο Παπαρρηγόπουλος ξεχωρίζει. Το μεγάλο ελάττωμα του καιρού του το έχει με το παραπάνω. Κακόγλωσσος και κακόμορφος… Η καθαρεύουσα του Παπαρρηγόπουλου δεν είναι η μαρμαροσκαλισμένη κομψογραφία του Ραγκαβή, δεν είναι η φροντισμένη ψυχρολογία του Βλάχου, δεν έχει το ρωμαντικό ψευτογυάλισμα της παρασχικής, ούτε την άχαρη αλυγισιά της βασιλειάδικης γλώσσας. Είναι κάτι πολύ δημοσιογραφικό και πολύ απεριοποίητο θεματογράφημα μαθητή που δεν τα βγάζει πέρα, ούτε που πολύ φροντίζει να τα βγάλει πέρα…{…}…

Ο Παπαρρηγόπουλος είναι ποιητής με χαρακτήρα, πέρα ώς πέρα. Και μήπως ο χαρακτήρας δεν είν’ ένα από τα πρόσωπα που ντύνεται η θεία ομορφιά; Φιλόσοφος ποιητής, είτε πλαταίνει και φέρνει τα δικά του βάσανα ίσα με τα σύνορα του κοσμικού, είτε φορτώνεται στους ώμους του τα οσμικά βάσανα, μοιρολογώντας τα σα να ήτανε δικά του. Τα τραγούδια του, σφραγισμένα από την ίδια μαυροκόκκινη σφραγίδα του πεσσιμισμού…».

Το 1873 κήρυξε απεργία πείνας, κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή του και αρνιόταν να λάβει τροφή, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη φυλάκιση των εργατών που υπερασπίστηκε στις δίκες Λαυρεωτικών και για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης για τους κρατούμενους των φυλακών.

Άντεξε δίχως τροφή για 37 μέρες και σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, κατέρρευσε στη συμβολή των οδών Ιπποκράτους και Ακαδημίας στην Αθήνα, όπου και πέθανε σε ηλικία, περίπου, 30 ετών.

Οι εφημερίδες της εποχής, έγραψαν ότι πέθανε «από μελαγχολία» και από εγκεφαλική συμφόρηση. Οι ιστορικοί (Σπύρος Φράγκος, Αθήνα 2012) τεκμηρίωσαν τον θάνατο του σαν αποτέλεσμα της απεργίας πείνας στην οποία είχε προχωρήσει. Ήταν ο πρώτος απεργός πείνας που πέθανε στην Ελλάδα για πολιτικούς σκοπούς. Στην κηδεία του βρέθηκαν χιλιάδες κόσμου και ο Παπαρρηγόπουλος, άθελα του, έγινε ο πρόδρομος του ελληνικού υπερρεαλισμού.

Λέγεται ότι ο Καρυωτάκης είχε πάντα τη φωτογραφία του στο πορτοφόλι του.

Το 1895 εκδόθηκαν διάφορα αδημοσίευτα έργα του, υπό τον τίτλο Ανέκδοτα. Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος τοποθετείται ανάμεσα στους κυριότερους εκπροσώπους της λεγόμενης Α’ Αθηναϊκής σχολής. Στο έργο του, το οποίο είναι γραμμένο αποκλειστικά στην καθαρεύουσα, είναι έκδηλος ο ελεγειακός τόνος, συνοδευμένος από μια έντονα μελαγχολική έως απαισιόδοξη διάθεση, κάτι που για πολλούς τον εντάσσει στον κύκλο των «καταραμένων» ποιητών.

«Τι εστί δίκαιον όταν στηρίζεται επί του αδίκου, και τι εστί νόμιμον όταν στηρίζεται επί του ανόμου –τι εστί δίκαιον όταν η φύσις αυτή κραυγάζει το δίκαιον του ισχυροτέρου; Διότι οι νόμοι αυτής υπό του αξιώματος τούτου διέπονται– η έλξις, η ώσις, ο μαγνητισμός και άλλα υπερισχύουσιν αναλόγως της μάζης και του μεγέθους, λοιπόν όταν αυτοί οι νόμοι της φύσεως, οι υπό του θεού τεθέντες, οι αιώνιοι και αμετάβλητοι μας διδάσκουσι τα δίκαια του ισχυρότερου, διατί οι άνθρωποι τα απωθούσι;»

Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873)

Έργα του: Μελέτες: Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας (1859), Η περί ποινής θεωρία του Πλάτωνος (1860), κ.ά. Ποίηση: Στόνοι (1866), Χελιδόνες (1867), Ορφεύς – επικολυρικόν ποίημα (1868), Πυγμαλίων – επικολυρικόν ποίημα (1869). Πεζά: Χαρακτήρες – Διάλογοι πεζοί και έμμετροι (1870). Θέατρο: Συζύγου εκλογή – κωμωδία (1868), Αγορά, κωμωδία (1871). Συγκεντρωτικές εκδόσεις του έργου του: Ανέκδοτα έργα(1894), Τα Άπαντα, εκδ. Γ. Φέξη (1897), Τα Άπαντα, Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Φέξη (1915).

Το Νοέμβρη του 2000 κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Ερμής», το Ανθολόγιο «Δ. Παπαρρηγόπουλος -Ποιήσεις», με φιλολογική επιμέλεια και σχόλια Αλέξανδρου Αργυρίου.

Κλείνουμε με το πιο γνωστό του ποίημα, το «Δεν θέλω δόξαν»:

Δεν θέλω δόξαν

Δεν θέλω δόξαν• προτιμώ η ύπαρξίς μου πάσα

Nα αντηχή εις γυναικός ερώσης την καρδίαν,

Kαι η ζωή μου, ως γλυκύ τι όναρ διαβάσα,

Eις του θανάτου άγνωστος να πέση την σκοτίαν.

Kαι η σκιά της κυπαρίσσου

Tην μνήμην μου ας περιπτύσση•

Aυτή ας λέγη –ενθυμήσου–

Aν έλθη τις να με θρηνήση.

Δεν θέλω δόξαν• με αρκεί ο βίος ούτος μόνον•

Διεμελίσθη αρκετά υπό της κοινωνίας•

Προς τί να πέση έρμαιον εν μέσω των αιώνων

Ίν’ ανατέμνηται ψυχρώς υπό της ιστορίας;

O άνθρωπος αχάριστος επλάσθη αιωνίως•

Aν ο Σωκράτης αρετή υπήρξε πληρεστάτη,

Aλλ’ εν τη δόξη και αυτού πικρός περά ο βίος•

O φθόνος έτι σήμερον αυτόν κατασπαράττει.

Δεν θέλω δόξαν• την σιγήν ερά η ευτυχία,

Kαι εις τους κόλπους κρύπτεται ο έρως της εσπέρας.

H αληθής συγκίνησις είναι δειλή, πραεία,

Kαι η χαρά η ομαλή ποτέ δεν έχει πέρας.

H ιστορία, πυραμίς κρατούσα τας μουμίας

Aς εβαλσάμωσε ποτέ καλώς η ειμαρμένη,

Προβαίνει σαγηνεύουσα τας ευγενείς καρδίας,

Aντί δακρύων μαλερών βωμούς υποσχομένη.

Ως τυμβωρύχος, αποινεί την κόνιν ανορύσσει

Tων απ’ αιώνος εν τη γη βαθέως κοιμωμένων•

Eπαίνους μετά καταρών επί αυτών θα πτύση•

K’ είναι το βάδισμα αυτής δειλόν, συγκεχυμένον.

Δεν θέλω δόξαν• εις της γης τας ατραπούς αν βαίνω,

Tον ουρανόν το όμμα μου πιστώς ενατενίζει.

H δόξα έρπει εις την γην• παρά τω πλάστη μένω,

Oπόταν εις το άπειρον ο νους μου βηματίζη.

Aς ανυμνή την παγεράν ισχύν η οικουμένη•

Aς στέφωσι την κεφαλήν του ήρωος με στέμμα•

H νίκη, άνωθεν σωρού πτωμάτων ιπταμένη,

Φρικώδη φέρει στέφανον, βαμμένον εις το αίμα.

Iδέ εν μέσω των νεφών την ίριδα• εκείνη

Eίναι ελπίδος σύνθημα εντός τοσαύτης λύσσης.

Aς χύνη πέραν κεραυνούς η θύελλα, ας χύνη,

O έρως μένει δι’ ημάς, ο έρως και η φύσις.

Tων Γαλατών δεν πρόκειται τα στίφη να νικήσης

Ώ Kαίσαρ• δύνασαι στιγμήν δια νικών μυρίων

Eκ του μοιραίου της ζωής ορίου να κερδίσης;

– Oυχί! ο Bρούτος απαντά δια πληγών καιρίων

Δεν θέλω δόξαν• προτιμώ η ύπαρξίς μου πάσα

Nα αντηχή εις γυναικός ερώσης την καρδίαν,

Kαι η ζωή μου, ως τερπνόν τι όναρ διαβάσα,

Eις του θανάτου άγνωστος να πέση την σκοτίαν.

Kαι η σκιά της κυπαρίσσου

Tην μνήμην μου ας περιπτύσση,

Aυτή ας λέγη –ενθυμήσου–

Aν έλθη τις να με θρηνήση.

Χρήστος Δεμέτης

news247.gr

************************************