Μνημόνια και κεφάλαιο έκλεψαν 7 δις από τον εργατικό πλούτο

Βαθαίνει η φτώχεια στην Ελλάδα. 3 στα 10 νοικοκυριά χωρίς εργαζόμενους.

cmtfihuweaarkcg-300x200

Την τραγική κατάσταση που βιώνει ο κόσμος της φτώχειας που διαρκώς διευρύνεται στην Ελλάδα, έφερε με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο η πρόσφατη φονική επέλαση της κακοκαιρίας στην Πελοπόννησο.

Όχι μόνο γιατί οι περισσότερες καταστροφές έπληξαν φτωχογειτονιές της Καλαμάτας και άλλων περιοχών, αλλά και γιατί ανάμεσα στα θύματα βρίσκονται άνθρωποι που ζούσαν μόνοι και αβοήθητοι, σε υπόγεια, ανάπηροι, χωρίς ακόμα και την πενιχρή …«βοήθεια στο σπίτι».

Πριν από λίγες ημέρες δημοσιεύτηκε η τελευταία έρευνα για τις Συνθήκες Διαβίωσης από την ΕΛΣΤΑΤ, και τα στοιχεία είναι συγκλονιστικά για το πόσο έχει γκρεμιστεί το επίπεδο ζωής του ελληνικού λαού, πού έχουν πέσει οι μισθοί, πόσο έχει εκτιναχθεί η ανεργία και η ελαστική εργασία, και πόσο έχει αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσης και απόσπασης πλούτου από τον κόσμο της εργασίας.

Οι απασχολούμενοι στην Ελλάδα βαίνουν διαρκώς μειούμενοι καθώς από τα 4,6 εκατ. εργαζόμενους του 2008, πέσαμε στα 3,61 εκατ. το 2015. Οι άνεργοι από 387.000 το 2008 εκτινάχθηκαν στα 1,19 εκατ. το 2015. Οι μακροχρόνια άνεργοι από 183.000 που ήταν το 2008 ξεπέρασαν τους 875.000 το 2015, εκ των οποίων οι 454.000 ήταν γυναίκες.

Ένα άλλο στοιχείο που αντανακλά την κατάσταση που βιώνει ο κόσμος του μόχθου, είναι και αυτό που δείχνει πόσο έχει αυξηθεί ο πληθυσμός που διαμένει σε νοικοκυριά χωρίς εργαζόμενους. Από 11,1% που ήταν το 2008 και περίπου 530.000, άγγιξαν περίπου το 30% το 2015, με 222.000 να είναι από 0-17 ετών και πάνω από 1 εκατομμύριο να είναι από 18 ως 60 ετών!

Όσον αφορά τα πιο πρόσφατα ποσοστά ανεργίας, να σημειωθεί ότι σταθερό στο 23,5% παρέμεινε το επίπεδο της ανεργίας στη χώρα τον Μάιο, σε σχέση με τον Απρίλιο, σύμφωνα με στοιχεία της Γιούροστατ, παρά το ότι είχε ξεκινήσει ήδη η «πολλά υποσχόμενη» τουριστική σεζόν, ενώ και τα διάφορα προγράμματα με βάουτσερ και οκτάμηνα ρίχνουν τα ποσοστά προσφέροντας ελαστική και κακοπληρωμένη εργασία. Αντίθετα, σε επίπεδο Ευρωζώνης και «ΕΕ των 28», η ανεργία παρέμεινε σταθερή τον Ιούλιο σε σχέση με τον Ιούνιο, στο 10,1% και στο 8,6% αντίστοιχα. Να σημειωθεί ότι πρωταθλήτρια ανεργίας στην ΕΕ παραμένει εδώ και χρόνια η χώρα μας.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η Ελληνική Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, η οποία για τον Ιούνιο του 2016 κάνει λόγο για ανεργία στο 23,4% έναντι 24,9% τον Ιούνιο του 2015. Το σύνολο των απασχολούμενων, κατά τον Ιούνιο του 2016, εκτιμάται ότι ανήλθε σε 3.674.957 άτομα. Οι άνεργοι ανήλθαν σε 1.124.541 άτομα ενώ ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός ανήλθε σε 3.249.057 άτομα. Η ανεργία των νέων 15-24 ετών ανέρχεται σε 47,7% και των 25-34 ετών σε 29,5%.

Σε δύο περιοχές, ένας στους τέσσερις είναι · άνεργος και επισήμως (Ήπειρος-Δυτικήή Μακεδονία με 26,8%, Θεσσαλία -Στερεά Ελλάδα με 25,8%», ενώ στην Πελοπόννησο-Δυτική Ελλάδα και Ιόνια Νησιά η ανεργία είναι 23,8% και στην Αττική 22,3%.

Μνημόνια και κεφάλαιο έκλεψαν 7 δις από τον εργατικό πλούτο

Εκτίναξη των ελαστικών σχέσεων εργασίας, σε απόλυτους αριθμούς και ποσοστά, και παράλληλα μείωση του μέσου μηνιαίου μισθού σχεδόν κατά 15,5% για τις θέσεις πλήρους απασχόλησης και κατά 34% για τις θέσεις μερικής απασχόλησης, μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια (2012-2016), προκύπτει από τη σύγκριση των αντίστοιχων στοιχείων του ΙΚΑ για την απασχόληση.

Το έτος 2012 ξεκίνησε η υλοποίηση της περίφημης Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) 6/2012 από την κυβέρνηση Παπαδήμου, η οποία ανέστειλε την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που ίσχυε έως τότε και καθιέρωσε μισθό 586 και 511 ευρώ μεικτά για τους πάνω και κάτω από 25 χρόνων, αντίστοιχα. Η μείωση του κατώτατού μισθού έφτασε στο 32% για τους εργαζόμενους κάτω των 25 ετών και στο 22% για τους εργαζόμενους από 25 ετών και άνω. Όλο το αντεργατικό καθεστώς που έστησαν οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις όλων των αποχρώσεων, διατηρείται αλώβητο και από τη σημερινή κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αποδίδοντας ανάλογους «καρπούς» από τον κόπο των εργαζόμενων, όπως θα δούμε και από τα στοιχεία του ενός χρόνου διακυβέρνησης Τσίπρα.

Τα στοιχεία που εκδίδει το ΙΚΑ βασίζονται στις ΑΠΔ που καταθέτουν οι λεγάμενες «κοινές επιχειρήσεις» (δεν συμπεριλαμβάνονται τα οικοδομοτεχνικά έργα), οι οποίες συγκεντρώνουν τη συντριπτική πλειοψηφία των μισθωτών.

Οι θέσεις πλήρους απασχόλησης μεταξύ των ετών 2012-2016 μπορεί να παρουσίασαν αύξηση κατά 102.525 (8,69%), ωστόσο το σύνολο της μισθοδοσίας, την ίδια περίοδο, μειώθηκε κατά 8,08%, από 1,7 δια ευρώ το 2012 σε 1,56 δισ ευρώ το 2016. Δηλαδή, μετά την υπογραφή της ΠΥΣ που μείωσε τον κατώτερο μισθό, πάνω από 100.000 άτομα προστέθηκαν με σχέση πλήρους απασχόλησης στο εργατικό δυναμικό. Αντί όμως το σύνολο του κόστους μισθοδοσίας να αυξηθεί, παρουσίασε σημαντική μείωση, δηλαδή περισσότεροι εργαζόμενοι αμείφθηκαν με λιγότερα κατά μέσο όρο. Απόρροια της κατάστασης αυτής είναι και η μείωση του μέσου μισθού των θέσεων πλήρους απασχόλησης κατά 15,43%, την περίοδο 2012-2016. Το 2012 (Ιανουάριος) ο μέσος μηνιαίος μισθός ήταν 1.442,39 ευρώ μεικτά (περίπου 1.200 ευρώ) και το 2016 έπεσε στα 1.219,16 ευρώ μεικτά (περίπου 1.000 ευρώ καθαρά).

Εντυπωσιακή είναι και η άνοδος της μερικής απασχόλησης μεταξύ των ετών 2012-2016. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΚΑ, η μερική απασχόληση αυξήθηκε κατά 73,85%. Τον Ιανουάριο του 2012, οι θέσεις μερικής απασχόλησης ήταν 294.886, για να ξεπεράσουν τον Ιανουάριο του 2016 το μισό εκατομμύριο, φτάνοντας τις 512.684!

Εάν λάβουμε υπόψη τα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ που υπολογίζουν τις προσλήψεις πλήρους, μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης σε ετήσια βάση, προκύπτουν ανάλογες τάσεις: Το 2013, οι νέες συμβάσεις πλήρους απασχόλησης ανήλθαν σε 612.530 ενώ οι μερικής και εκ περιτροπής (αθροιστικά) ανήλθαν σε 523.000, το 2014 η σχέση αντιστράφηκε, με 775.000 συμβάσεις πλήρους απασχόλησης και 790.000 συμβάσεις ελαστικής απασχόλησης και το 2015 η τάση αυτή παγιοποιήθηκε με 805.064 συμβάσεις πλήρους απασχόλησης, ενώ για πρώτη φορά οι συμβάσεις μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης έσπασαν το όριο του ενός εκατομμυρίου!

Η επέκταση της ελαστικής απασχόλησης είναι από τους βασικότερους λόγους αύξησης της απασχόλησης, μόνο που αυτό σημαίνει ότι μια θέση πλήρους απασχόλησης μοιράστηκε σε δύο και τρεις εργαζόμενους. Επίσης, προκύπτει το προφανές συμπέρασμα της ραγδαίας επέκτασης και κυριαρχίας των ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Η «μοίρα» των θέσεων μερικής απασχόλησης ως προς τις αποδοχές είναι ακόμα χειρότερη από αυτή των θέσεων πλήρους απασχόλησης.

Τον Ιανουάριο του 2012, ο μέσος μηνιαίος μισθός για μια θέση μερικής απασχόλησης ήταν 604,22 μεικτά (περίπου 500 ευρώ καθαρά), για να φτάσει τον Ιανουάριο του 2016 τα 400,84 ευρώ μεικτά (περίπου 345 ευρώ καθαρά). Δηλαδή μειώθηκε 203,88 ευρώ ή κατά 33,88%.

Εκ πρώτης όψεως, η συνολική δαπάνη για τη μισθοδοσία, που αφορά στις θέσεις μερικής απασχόλησης αυξήθηκε μεταξύ των ετών 2012-2016 κατά 15,33%, Αυτό όμως δεν οφείλεται σε αύξηση των αποδοχών (όπως φαίνεται και από την πτώση του μέσου μηνιαίου μισθού), αλλά στην τεράστια αύξηση των θέσεων κατά 73,85%, Εάν εξεταστεί η εξέλιξη της μισθολογικής δαπάνης που αφορά το σύνολο των θέσεων πλήρους και μερικής απασχόλησης, από το 2008 προκύπτει ότι ο εργατικός μισθός έχει πέσει, σήμερα, σε επίπεδα πολύ πιο κάτω και από την έναρξη της κρίσης. Στο σύνολο των κοινών επιχειρήσεων (πλην κατασκευών), σε ασφαλισμένους με πλήρη απασχόληση, τον Ιανουάριο του 2008 -στοιχεία ΙΚΑ- το μέσο (μεικτό) ημερομίσθιο ανερχόταν σε 55 ευρώ και ο μέσος (μεικτός) μισθός σε 1349 ευρώ ενώ για ασφαλισμένους με μερική απασχόληση τα αντίστοιχα ποσά ήταν 29,3 ευρώ και 538,9 ευρώ.

Τον ίδιο μήνα του 2012 καταγράφηκε μια μικρή αύξηση στο μέσο ημερομίσθιο με 60,5 ευρώ και το μέσο μισθό με 1442 ευρώ για πλήρη απασχόληση, και με 31,4 ευρώ και 604 ευρώ για μερική απασχόληση. Το 2016 εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης αμειβόταν με μειωμένο κατά 13% μέσο ημερομίσθιο (52,25 ευρώ) και μειωμένο κατά 15% μέσο μισθό (1.219,69 ευρώ).

Αλλά και οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης αμείβονταν με μειωμένο ημερομίσθιο κατά 25% (23,5 ευρώ) και μειωμένο μισθό κατά 33% (400,84 ευρώ).

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο προκύπτει από το σύνολο της μισθοδοσίας. Τον Ιανουάριο του 2009, το σύνολο των εργατικών μισθών υπολογιζόταν σε 2,21 δισ ευρώ και αντιστοιχούσε σε 1,81 εκατ. εργαζόμενους. Τον Ιανουάριο του 2016, το σύνολο της μισθοδοσίας έπεσε στα 1,76 δια ευρώ για 1,79 εκατ. εργαζόμενους. Με άλλα λόγια, το κεφάλαιο αφαίρεσε από το σύνολο του εργατικού εισοδήματος μισό δισ ευρώ το μήνα ή 7 δισ. ευρώ το χρόνο, επιπλέον όσων αφαιρούσαν το 2009.

Τεράστια πτώση της απασχόλησης και των μισθών είναι τα βασικά χαρακτηριστικά και σε ό,τι αφορά τον κλάδο της οικοδομής, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει το ΙΚΑ. Πιο συγκεκριμένα, ο αριθμός των ασφαλισμένων οικοδόμων τον Ιανουάριο του 2009 ήταν 119.242 και τον Ιανουάριο του 2016 ήταν μόλις 30.907, που σημαίνει μείωση 75%! Το μέσο ημερομίσθιο τον Ιανουάριο του 2009 ήταν 66,87 ευρώ μεικτά και τον Ιανουάριο του 2016 έφτασε μόλις τα 41,19 ευρώ μεικτά (πτώση 38,4%)!

Δυσμενέστερη είναι η θέση των εργαζόμενων και κατά τη διάρκεια του ενός χρόνου διακυβέρνησης από τη συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Συγκρίνοντας τα βασικά μεγέθη Ιανουάριου 2016 και Ιανουάριου 2015, και παρά το ότι ο αριθμός των ασφαλισμένων στις κοινές επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 5,08%, στα οικοδομοτεχνικά έργα κατά 2,88% και στο σύνολο των επιχειρήσεων κατά 5,04% (με πλήρη απασχόληση η αύξηση ήταν 3,98%, ενώ με μερική απασχόληση 9,54%), το μέσο ημερομίσθιο στις κοινές επιχειρήσεις μειώθηκε κατά 1,86%, στα οικοδομοτεχνικά έργα μειώθηκε κατά 2,92% και στο σύνολο κατά 1,89%. Αντίστοιχα, μειώθηκε ο μέσος μισθός στις κοινές επιχειρήσεις κατά 3,51 % και στα οικοδομοτεχνικά έργα κατά 2,20%.

Σε παρακμή το παραδοσιακό οικογενειακό πρότυπο

■ Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΑΥΞΗΣΕ ΤΑ ΔΙΑΖΥΓΙΑ, ΜΕΙΩΣΕ ΤΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ

Τα βασικά στοιχεία που αντικατοπτρίζουν την έκταση της οικονομικής κατάρρευσης που η Ελλάδα έχει βιώσει από το 2009 είναι ευρέως γνωστά. Η απώλεια του ενός τετάρτου της οικονομικής παραγωγής και η τεράστια αύξηση του ποσοστού ανεργίας, που κάποια στιγμή έφτασε επισήμως έως και 28% -μόλις προχθές ανακοινώθηκε από την ΕΛΣΤΑΤ ως επίσημο ποσοστό το 23,6% για τον Ιούνιο- είναι δύο από τα πιο συγκλονιστικά αποτελέσματα της «θεραπείας-σοκ» που έχει υποστεί ο ελληνικός λαός όλα αυτά τα χρόνια της πρωτοφανούς καπιταλιστικής κρίσης και των μνημονιακών προγραμμάτων.

Με την οικονομική δραστηριότητα να περιορίζεται διαρκώς, θέσεις εργασίας χάθηκαν, μισθοί κόπηκαν άγρια, η φορολογία συνέχισε να αυξάνεται και τα διαθέσιμα εισοδήματα περιορίστηκαν δραματικά. Πολλοί δίνουν καθημερινά μάχη για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες και να διατηρήσουν τις οικογένειές τους στη ζωή. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τη δημοσίευση των Συνθηκών Διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ (Σεπτέμβριος 2016), οι Έλληνες φαίνεται να είναι πολύ πιο απρόθυμοι να παντρευτούν: Οι γάμοι έχουν πέσει από το υψηλό των 61.377 το 2007 σε 53.105 το 2014, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι πολιτικοί γάμοι έχουν διπλασιαστεί από τα επίπεδα του 2003 που ήταν μόλις 13.210, σε 26.915 το 2014. Οι δύο αντικρουόμενες τάσεις δείχνουν ότι οι οικονομικοί παράγοντες έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση τους. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε, επίσης ότι διαμορφώνεται μια αυξητική τάση στα διαζύγια.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, το 2014 είχαν ανέλθει σε 14.427, σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια που ήταν γύρω στα 13.000. Παρά το γεγονός ότι η αύξηση των διαζυγίων επηρέασε τους γάμους όλων των ετών διάρκειας, η πιο έντονη αύξηση επήλθε σε γάμους άνω των 10 ετών (τα διαζύγια αυξήθηκαν από 8.334 το 2009 σε 10.091 το 2013). Προφανώς, υπάρχει μια γκάμα από παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη βιωσιμότητα του γάμου, αλλά είναι προφανές ότι οι πρόσθετες οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις που συνδέονται με την κρίση, έχουν αφήσει τα σημάδια τους σε πολλές οικογένειες.

Όσον αφορά τις γεννήσεις, από τις 118.302 το 2008, καταγράφεται μια αξιοσημείωτη πτώση κατά τη διάρκεια της κρίσης. Το 2014 τα στοιχεία δείχνουν μια πτώση στις 92.148 γεννήσεις. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα έχει αρνητικό δείκτη γεννήσεων από το 2011.

Το 42,2% ζει κάτω από το όριο φτώχειας.
Λεφτά δεν υπάρχουν για γάλα – κρέας

Η συνεχιζόμενη πολιτική άγριας λιτότητας και ανεργίας έχει ωθήσει όλο και περισσότερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας σε όρους επιβίωσης κάτω του επίσημου ορίου της φτώχειας, το οποίο για το 2015 ήταν τα 4.512 ευρώ ετήσιου εισοδήματος, μειωμένο κατά 37% από το όριο του 2010 (7.178 ευρώ). Πάνω από το ένα τρίτο των Ελλήνων (35,7%) θεωρείται ότι βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Σε απόλυτο αριθμό αυτό σημαίνει 3,8 εκατ. άτομα το 2015, από περίπου 3 εκατ. που ήταν την περίοδο 2007-2009.

Να σημειωθεί ότι το 2015 μόνο η Βουλγαρία είχε υψηλότερο ποσοστό κινδύνου φτώχειας στην ΕΕ των 28! Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας είναι ακόμη μεγαλύτερο όταν το τρέχον εισόδημα συγκρίνεται με το όριο φτώχειας του 2005. Στην περίπτωση αυτή, η υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου είναι εντυπωσιακή καθώς το 42,2% των Ελλήνων ζει κάτω από το όριο της φτώχειας του 2005, έναντι μόλις του 16,3% το 2010. Αυτό ισοδυναμεί με σχεδόν τριπλάσια αύξηση σε μόλις πέντε χρόνια! Από 23% το 2009, σήμερα σχεδόν τέσσερις στους δέκα Ελληνες αντιμετωπίζουν υλικές στερήσεις από την άποψη των βασικών κανόνων αξιοπρεπούς διαβίωσης. Το 44,5 % είναι παιδιά, το 41,5 % είναι οικονομικά ενεργοί ενήλικες και σχεδόν το 35 % είναι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών.

Να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο μέγεθος εκτιμά το επίπεδο διαβίωσης μετρώντας το ποσοστό του πληθυσμού που δεν μπορεί να ανταποκριθεί οικονομικά ή στερείται, λόγω οικονομικής αδυναμίας, τουλάχιστον 3 από έναν κατάλογο 9 αγαθών και υπηρεσιών: Πληρωμή πάγιων λογαριασμών, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί (ηλεκτρικού ρεύματος, νερού, αερίου κλπ.), δόσεις πιστωτικών καρτών ή δόσεις δανείου για οικοσκευή, διακοπές κλπ., ή αγορές με δόσεις κύριας κατοικίας, διακοπές για μία εβδομάδα, διατροφή που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες αξίας, τηλέφωνο (περιλαμβάνεται και το κινητό τηλέφωνο), έγχρωμη τηλεόραση, πλυντήριο ρούχων, IX επιβατηγό αυτοκίνητο και ικανοποιητική θέρμανση.

Στον τομέα της υγείας συντελούνται δραματικές ανατροπές. Το 2009 μόλις 4,1% του πληθυσμού είχε αδυναμία πρόσβασης σε ιατρικές εξετάσεις και περίθαλψη, ενώ μόλις σε έξι χρόνια, το 2015, το ποσοστό υπετριπλασιάστηκε, φτάνοντας το 14%. Τα δημόσια θεραπευτήρια από 13 που αντιστοιχούσαν ανά 100.000 κατοίκους το 2009, μειώθηκαν σε 1,1 το 2015, ομοίως και οι κλίνες που από 483,9 έπεσαν στις 423,8, δηλαδή μειώθηκαν κατά 12,5%. Φυσικά, αλλαγές προς το χειρότερο έχουν υποστεί και οι καταναλωτικές συνήθειες, καθώς το όλο και λιγότερο διαθέσιμο εισόδημα ωθεί σε ανακατανομή των δαπανών.

Η μέση μηνιαία δαπάνη ανά νοικοκυριό, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, μειώνεται συνεχώς από το 2009 και το 2014, έπεσε στα 1.461 ευρώ, 31% χαμηλότερα από το επίπεδο του 2008. Για είδη διατροφής οι Έλληνες δαπάνησαν το 2014 το 20,5% της μέσης μηνιαίας δαπάνης τους από 17,3% το 2009, για στέγαση το 13,4% (από 11,2% το 2009) ενώ για ένδυση και υπόδηση το 5,9% (από 7,9% το 2009). Για αναψυχή, πολιτισμό και επικοινωνίες ξοδεύουν λιγότερα και από δέκα χρόνια πριν (2004). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ενώ αυξάνεται η μέση δαπάνη για είδη διατροφής, περιορίζεται για βασικά είδη. Από το 2009 η μέση μηνιαία κατανάλωση σε λαχανικά μειώθηκε κατά 33 κιλά, φρούτα κατά 2,5 κιλά, κρέας κατά 1,6 κιλά και γάλα κατά 13 λίτρα.

Δημήτρης Σταμούλης –«Πριν»