“Ανάθεμά σας Γερμανοί κι εκάψατε την Κρήτη”: Αυτά είναι τα εγκλήματα της ναζιστικής Γερμανίας που ζητούν δικαίωση

Η περιόδος της ναζιστικής κατοχής στην Κρήτη άφησε τα σημάδια της πάνω στο πρόσωπο της Κρήτης. Χάραξε και τους κρητικούς με μνήμες που επαναδιαμόρφωσαν τη συλλογική ταυτότητα. Το αποτυπώμα της κτηνωδίας έμεινε σε ριζίτικα, σε μαρτυρίες, στις ίδιες τις επιγραφές που άφησαν οι κατακτητές.

thiriwdies-2yh5z8njfpm1sn94igiayy

Σήμερα, κι ενώ η Γερμανική κυβέρνηση σκληραίνει τη στάση της έναντι της Ελλάδας, ανατρέχουμε στην εργασία της Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων Κρήτης και στην πένα του Νίκου Καζαντζάκη που κατέγραψε τις βαρβαρότητες των ναζιστικών στρατευμάτων, αυτές που έμειναν δίχως συνέπειες.

Για να θυμηθούμε και να υπενθυμίσουμε σε αυτούς που ξεχνούν, πως μπορεί η Κρήτη να συγχώρεσε, αλλά δεν ξέχασε.

Κάνδανος, Κοντομαρί, Σέλινο, Κεραμιά κι Αλικιανός, Σκινές, Μαλάθυρος και Γερακάρι, Κέντρους, Βορίζα κι Αμυρά, τα Ανώγεια, όλοι τούτοι οι τόποι μαρτυρίων έχουν να πουν τις δικές τους ιστορίες για αυτά που έζησαν οι άνθρωποι στα χέρια των ναζί κατακτητών. Τα εγκλήματά τους έμειναν ατιμώρητα. Και σήμερα κάποιοι θέλουν να επαναγράψουν την ιστορία. Πλέον ως νικητές.

Όλα αυτά, παρουσιάζονται μέσω της εργασίας του εκπαιδευτικού Δημήτρη Δαμασκηνού, ο οποίος συγκέντρωσε το υλικό της Επιτροπής και του Νίκου Καζαντζάκη και το παρουσιάζει συνοδευόμενο με σπάνιο φωτογραφικό υλικό.

του Δημήτρη Δαμασκηνού, εκπαιδευτικού Δ.Ε.
negreponte2004@yahoo.gr

Πολύτιμη μαρτυρία για τη συμμετοχή του Νίκου Καζαντζάκη ως μέλους τη Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων Κρήτης (Ε.Δ.Ω.Κ.) το 1945 διασώζει η Έλλη Αλεξίου συγγράφοντας τη γνωστή βιογραφία του διάσημου Κρητικού συγγραφέα . Στο κεφάλαιο: «Μέλος της Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων Κρήτης», η Έλλη Αλεξίου καταγράφει τη μαρτυρία του φωτογράφου της ομάδας, Κωνσταντίνου Κουτουλάκη, που είναι η εξής:

Με διαταγή του προέδρου της κυβερνήσεως Ναυάρχου Βούλγαρη , της 17 Ιουνίου του 1945, συστάθηκε επιτροπή από τους: καθηγητή Ιωάννη Καλιτσουνάκη, καθηγητή Ιωάννη Κακριδή, Νίκο Καζαντζάκη και τον καλλιτέχνη φωτογράφο Κων. Κουτουλάκη, που έργο της θα ήταν να περιοδεύσει την Κρήτη και να καταγράψει τις ωμότητες που είχαν διαπραχθεί από τους Ιταλογερμανούς.

Τα τέσσερα μέλη της Επιτροπής αντιπροσώπευαν τις τέσσερις περιοχές της Κρήτης: Καλιτσουνάκης τα Χανιά, Κακριδής το Ρέθεμνος, Καζαντζάκης το Ηράκλειο και Κουτουλάκης το Λασήθι. Τους λέγανε τα τέσσερα Κ., επειδή τα ονόματά τους από Κάπα άρχιζαν. Η επιτροπή είχε τον συντμημένο τίτλο Ε.Δ.Ω.Κ.

Φαντάζομαι τη χαρά του Καζαντζάκη, όταν αποφασίστηκε το έργο αυτό. Συνδύαζε όλα του τα μεγάλα ενδιαφέροντα, ό,τι πάντα τον τρέλαινε: Ταξίδι, Κρήτη, πλούτο θεμάτων ύψιστης σημασίας… Ξεκινώντας απ’ αυτή τη σκέψη θέλησα, όσο μπορούσα λεπτομερέστατα και πιστότερα, να παρακολουθήσω το Νίκο σ’ αυτή του τη διαδρομή. Έπρεπε να βρω αυτόπτη μάρτυρα, ικανό να μου διηγηθεί τα περιστατικά με την τάξη και τη σειρά που γίνανε. Και η τύχη μου παρουσίασε τον Κ. Κουτουλάκη, που όντας μέλος της Επιτροπής, και φωτογράφος, είχε γνώση των λεπτομερειών της διαδρομής από πρώτο χέρι.

Νομίζω πως η διαδρομή αυτή έχει το ενδιαφέρον που της προσδίδει όχι μόνο η παρουσία του Καζαντζάκη, που για χάρη του γράφεται, μα και η βαρυσήμαντη ιστορική τετραετία, που με κείμενα και φωτογραφίες παρμένες τους εντελώς πρώτους μήνες της λευτεριάς της Κρήτης, αποτυπώνεται, πολύτιμη, φρονηματιστική κληρονομιά για τις μελλούμενες γενιές.

Θα μας τα πει όλα όπως τα είδε ο Κωνστ. Κουτουλάκης.

«… Το Μάιο του 1945 συνάντησα στην οδό Μαυροματαίων 2, στο σπίτι του Γιάννη Ανεμογιάννη, πρώτη φορά τον Καζαντζάκη. Την πόρτα μου την άνοιξε η κυρία Ανεμογιάννη και μου λέει: ο Καζαντζάκης δε δέχεται… Είπα τ’ όνομά μου.

-Ας περάσει, είπε μόλις άκουσε τ’ όνομά μου, να γνωριστούμε…

Καθότανε διπλοπόδι στην άκρα του καναπέ και κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο και στο αριστερό ένα πιάτο βαθύ φασόλια κ’ έτρωγε, συνοδεύοντάς τα μ’ ένα κρεμύδι.

-Θέλετε και σεις καμιά κουταλιά;

-Όχι, ευχαριστώ… Αύριο του λέω, θα συναντηθούμε στο Υπουργείο Τύπου. –Υπουργός Τύπου ήταν ο Ζακυθηνός, και ιδιαίτερός του ο γυιός του Καλιτσουνάκη, του Ιωάννη-.

Την επαύριο συναντηθήκαμε στο Υπουργείο και οι τέσσερις της Επιτροπής. Και ο Διευθυντής του Υπουργείου μας λέει: «Τώρα να πάτε στην Ούνρα να πάρετε ο καθένας σας από ένα κοστούμι, μεταχειρισμένο βέβαια, γιατί τα ρούχα μας ήταν σε κακή κατάσταση με την τετραετία της κατοχής… θα πάρετε και λίγα φάρμακα από τον Ερυθρό Σταυρό…»

-Και τα έξοδα; Τον ρωτάω.

Τα έξοδα τα ανάλαβε το Γενικό Επιτελείο. Έδωσε ένα ποσό, δεν το θυμούμαι, επί αποδόσει λογαριασμού, στον Καλιτσουνάκη, που ήταν και ο Ταμίας και ο Πρόεδρός μας, λόγω της ηλικίας του…

Η ίδια απόφαση για τη διαπίστωση και για τις ωμότητες των Βουλγάρων είχε εκδοθεί και είχε ανατεθεί το έργο σε Επιτροπή υπό τον καθηγητή Χόνδρο Λέω στον Καζαντζάκη να πάρει και την Ελένη, εγώ πουθενά δεν πηγαίνω δίχως τη γυναίκα μου, μα ο Νίκος είπε «όχι». Εγώ όμως τη γυναίκα μου την πήρα.

Την ορισμένη μέρα, 8 Ιουνίου, βρήκα ένα γκαζοζέν , πέρασα, πήρα το Νίκο, σε συνέχεια και τους άλλους και όλοι μαζί, σύμφωνα με την παραγγελία που μας είχαν δώσει, συγκεντρωθήκαμε στο Ρολόι του Πειραιά, περιμένοντας τη βενζίνη που θα ’ρχόταν να μας παραλάβει, να μας πάει στο Κερατσίνι.

Εκεί στο Ρολόι έκαμε ο Νίκος τη γνωριμιά με το παιδί του Κακριδή, το Φάνη, όμορφο παιδάκι, χαριτωμένο, πιο πολύ τ’ αγάπησε ο Νίκος.

-Πώς είπες σε λένε; Το ρωτάει.

-Φάνη.

Από τώρα και πέρα, να ξέρεις, δε σε λένε Φάνη. Άμα σε ρωτούνε, πώς σε λένε, σ’ όλο το ταξίδι που θα κάμομε, θα λες με λένε Χαρίτο Κακριδάκη, κι άμα γυρίσομε στην Αθήνα, άλλαξέ το, άμα θες…

Η πρώτη φωτογραφία που τους έβγαλα με τον Καλιτσουνάκη είναι στο κατάστρωμα του αρματαγωγού , στο Κερατσίνι, την ώρα που ’τοιμαζόμαστε για τον απόπλου.Από τη Σούδα βγήκαμε στα Χανιά. Μας βρήκανε ξενοδοχεία, ας τα πούμε ξενοδοχεία, κάμερα δεν υπήρχε κείνον ακόμη τον καιρό κατοικήσιμη. Μα ο Νίκος ποτέ για τίποτα δεν παραπονιόταν. Τ’ απόγεμα είπαμε να πάμε να προσκυνήσουμε τον τάφο του Βενιζέλου. 

«Μαρτυρικός χώρος που επισκεφτήκαμε πρώτο, ήταν η Κάντανος», θα πει ο Κ. Κουτουλάκης. «Τόσο τον αναστάτωσε τον Καζαντζάκη, που το βράδυ δεν του ’κανε όρεξη να φάει. Ιδιαίτερα του ’καμε εντύπωση η πρώτη ξύλινη επιγραφή, που φτιάξανε οι Γερμανοί, που με κατάλληλο τρόπο μπόρεσα να την ξετρυπώσω και να τη φωτογραφήσω, και όπου αναφέρεται, πως για την εξόντωση των αλεξιπτωτιστών, λάβανε μέρος γυναίκες και άντρες. Στην άλλη, την πέτρινη, που στήσανε αργότερα, δε κάμανε λόγο για τις γυναίκες…

Το ολοκαύτωμα της Καντάνου, επαρχίας Σελίνου Ν. Χανίων (3 Ιούνη 1941)

Οι κάτοικοι της Κάντανου, των γύρω χωριών, αλλά και πολλοί από όλη την επαρχία Σελίνου, με λίγα και ακατάλληλα όπλα (λόγω του αφοπλισμού της Κρήτης από την δικτατορία του Μεταξά) αμύνθηκαν πολεμώντας τους χιτλεροφασίστες εισβολείς στα Φλώρια στις 23 Μάη 1941 και στις 24 και 25 Μάη 1941 πιο οργανωμένα με περισσότερες δυνάμεις στο φαράγγι Καντάνου. Οι Ναζί είχαν μεγάλες απώλειες (25 Γερμανοί νεκροί). Στις 3 Ιούνη 1941, ωστόσο, οι Ναζί επέστρεψαν στην Κάντανο από την Παλαιόχωρα που είχαν στρατοπεδεύσει, έκαψαν το χωρίο και το ισοπέδωσαν. Εκτέλεσαν τους περίπου 180 κατοίκους του, ενώ πυρπόλησαν όλα τα σπίτια κι έσφαξαν ακόμα και τα ζώα τους.

Από την Κάντανο ’ρχομαι

Από την Κάντανο ’ρχομαι
κι απού τα’ Αποπηγάδι
Δεν με ρωτάτ’ είντα ’παθα,
δεν με ρώτατ’ είντα ’δα;
Είδα τα σπίθια τρόχαλο ,
τσ’ αυλές χορταριασμένες
κι άκουσα τα χαλάσματα κι έκραζαν νυχτοπούλια!
Κι εκειά στο έμπα του χωριού ’νιούς Γερμανού το μνήμα
και δίπλα μαρμαρόπλακα που γράφει αυτά τα λόγια:
«Επά’τανε η Κάντανο και καταστρέψαμε ντη
και μλπειό δε θα ξαναχτιστή, κι έρημη θ’ απομείνη
γιατί ’καμε βαρειές ζημιές στου Γερμανού τ’ ασκέρι».
Μα η Κάντανο εχτίστηκε καλλίτερ’ από πρώτα.

Η μαρτυρία του Franz Peter Weixler για την εκτέλεση αμάχων στο Κοντομαρί
(02 Ιουνίου 1941)

«Την 1η ή 2α Ιουνίου 1941, βρισκόμουν στο μέρος που είχαμε στρατοπεδεύσει, στην πρωτεύουσα της Κρήτης, τα Χανιά, όταν ένας αξιωματικός με πλησίασε και μου είπε πως εκείνο το απόγευμα επρόκειτο να δω κάτι πολύ ενδιαφέρον. Σε απάντηση της ερώτησής μου, μου είπε ότι ένα τιμωρητικό απόσπασμα επρόκειτο να σταλεί εναντίον διαφόρων χωριών, διότι είχαν βρεθεί κατακρεουργημένα πτώματα γερμανών αξιωματικών. Η ανώτατη διοίκηση της Λουφτβάφε είχε πληροφορηθεί το γεγονός αρκετές μέρες πριν και ο Γκαίριγκ είχε δώσει διαταγή να ληφθούν τα αυστηρότερα μέτρα, όπως η εκτέλεση αντρικού πληθυσμού μεταξύ 18 και 50 ετών.

Είπα στον νεαρό αξιωματικό και στον λοχαγό Gericken ότι δεν είχα δει κανένα πτώμα σφαγιασμένου αλεξιπτωτιστή, είχα δει όμως πολλά πτώματα συντρόφων, των οποίων τα πρόσωπα είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται από την τροπική ζέστη. Κατόπιν πήγα να δω τον ταγματάρχη Stenzler, ο οποίος μου είπε ότι μία αποστολή του Γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών είχε αναχωρήσει από το Βερολίνο την προηγούμενη μέρα, προκειμένου να διεξαγάγει έρευνα αναφορικά με τη φερόμενη σφαγή των αλεξιπτωτιστών. Είπα στον Strenzler ότι κατά τις πρώτες μέρες της μάχης είχα δει γύπες να τρώνε τα πτώματα των συντρόφων μας. Υπενθύμισα στον ταγματάρχη ότι είχαμε δει αμέτρητα πτώματα συντρόφων μας σε ημι-αποσύνθεση, αλλά ποτέ κάποιον να σκοτώνει ή να σφάζει και συμπλήρωσα επίσης ότι θεωρούσα την εκτέλεση της διαταγής του Γκαίρινγκ στυγνό έγκλημα. Ικέτεψα τον ταγματάρχη Strenzler να μη στείλει το τιμωρητικό απόσπασμα και όταν εκείνος μου διευκρίνησε ότι δεν είναι δική μου δουλειά, πήγα να δω τον  υπολοχαγό Trebes, ο οποίος εκείνη την ώρα έβγαζε λόγο σε μια ομάδα 30 περίπου αντρών, εξηγώντας τους “πόσο σημαντικό ήταν να εκτελεστεί η πράξη όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ως αντίποινα για τους συντρόφους μας που είχαν δολοφονηθεί”.

Η τιμωρητική αποστολή αποτελείτο από τον υπολοχαγό Trebes, έναν άλλον υπολοχαγό, έναν διερμηνέα, δύο λοχίες και περίπου 25 αλεξιπτωτιστές του 2ου Τάγματος. Ως φωτογράφος της Μεραρχίας μου, μου επιτράπηκε να συνοδεύσω αυτή την αποστολή. Κοντά στο χωριό Μάλεμε, σταματήσαμε και ο Trebes μας έδειξε αρκετά πτώματα στρατιωτών, προφανώς σε στάδιο αποσύνθεσης. Υποκινούσε το μίσος των αντρών εναντίον του πληθυσμού. Συνεχίσαμε την πορεία μας για το χωριό Κοντομαρί. Οι άντρες βγήκαν από τ’ αυτοκίνητα και όρμησαν στα σπίτια της μικρής κοινότητας. Έβγαλαν όλους τους κατοίκους από τα σπίτια τους – άντρες, γυναίκες, παιδιά – και τους συγκέντρωσαν στη μικρή πλατεία. Στο μεταξύ, σε ένα σπίτι βρέθηκε το σακάκι ενός αλεξιπτωτιστή με μια τρύπα από σφαίρα στην πλάτη. Ο Trebes, αφού το εξέτασε, έδωσε εντολή να κάψουν το σπίτι. Ένας άντρας παραδέχτηκε ότι είχε σκοτώσει γερμανό αλεξιπτωτιστή, αλλά δεν ήταν δυνατόν να καταδικάσουμε κανέναν από τους άλλους για εγκλήματα ή λαφυραγωγία και ως εκ τούτου πρότεινα στον Trebes να μην προβεί στην εκτέλεση του σχεδίου και να μας δώσει εντολή να επιστρέψουμε παίρνοντας εκείνον τον άντρα μαζί μας.

Όμως εκείνος ξεχώρισε όλους τους άντρες από το πλήθος και δήλωσε στις γυναίκες – μέσω του διερμηνέα – ότι θα τους εκτελέσουν και ότι πρέπει να τους θάψουν μέσα σε δύο ώρες. Όταν ο Trebes γύρισε την πλάτη του για μερικά λεπτά κατάφερα να διευκολύνω εννέα άντρες να δραπετεύσουν. Κατόπιν ο Trebes έβαλε τους άντρες να σχηματίσουν ένα ημικύκλιο, έδωσε τη διαταγή του πυροβολισμού και σε περίπου δεκαπέντε δευτερόλεπτα όλα είχαν τελειώσει».

Επιστρέφοντας από Κάντανο, στο δρόμο, προς Κακόπετρο, είδαμε στο πλάι του δρόμου να στέκει ένας χωρικός, να κρατεί ορθό ένα δοκάρι και να μάσε κάνει νόημα να σταματήσουμε. Άμα πλησίασε το αυτοκίνητο, έριξε το δοκάρι και σταμάτησε αναγκαστικά το αυτοκίνητο.

Το ολοκαύτωμα του Κακόπετρου, επαρχίας Σελίνου Ν. Χανίων
(24 Μαΐου 1941 & 28 Αυγούστου 1944)

Στις 24 Μαΐου 1941, το μεσημέρι του Σαββάτου, καθώς μια ομάδα τριάντα περίπου Γερμανών οπισθοχωρούσαν προς τις Βουκολιές, πεζοπόροι, βρέθηκαν ακριβώς στο κέντρο του χωριού Κακόπετρος, στο δημόσιο δρόμο, πάνω από τη συνοικία Μιχελιανά. Εκεί, πάνω από το σπίτι του Λουφαρδαντώνη, τρεις Γερμανοί αποσπάστηκαν από την υπόλοιπη ομάδα και πέταξαν προς το δώμα του σπιτιού τρεις χειροβομβίδες. Μέσα στο σπίτι ήταν έξι γυναίκες και δύο νήπια. Στη συνέχεια εκτέλεσαν με ριπές πυροβόλου 5 γυναίκες και τον γιο της Ελευθερίας Λουφαρδάκη – Κουριδάκη, το Μανώλη, μόλις 3 ετών, ενώ τραυμάτισαν βαρύτατα την Κυριακούλα, χήρα Νικολάου Μαλανδράκη, τη γυναίκα που κρατούσε στην αγκαλιά της το δεύτερο νήπιο, τη Μαρία Ανδρέα Τσοντάκη, μόλις 2 ετών που από θαύμα σώθηκε.
Επίσης στις 28 Αυγούστου 1944, τα χαράματα, οι πολλές δεκάδες Γερμανοί φασίστες που είχαν περικυκλώσει από τα μεσάνυχτα τον Κακόπετρο, όρμησαν μέσα στο χωριό πυροβολώντας και πετώντας δεκάδες χειροβομβίδες στα χαλόσπιτα. Πραγματική κόλαση. Εκτέλεσαν όλους τους άντρες που έβρισκαν στο πέρασμά τους κι ορισμένους πριν τους εκτελέσουν τους βασάνισαν, όπως τους δυο γιούς της Κυριακούλας, χήρας Νικολάου Μαλανδράκη, τον Αναστάση 21 χρονών και τον Μιχάλη, 19. Τους γάζωσαν με σφαίρες στην αυλή του σπιτιού τους, μπροστά στα μάτια της μάνας τους, που την κρατούσε ένας Γερμανός για να μην τρέξει σε βοήθεια των παιδιών της τη στιγμή που ο Μιχάλης, όρθιος ακόμη, προσπαθούσε να βάλει με τα χέρια του μέσα στην κοιλιά τα σπλάχνα του, που είχαν χυθεί στην αυλή κι ενώ τα κτήνη έβγαζαν φωτογραφίες να τις έχουν για ενθύμιο. Εκείνη την μέρα στο Κακόπετρο 23 άντρες έπεσαν νεκροί .

-Ήρθετε, λέει, να καταγράψετε για το αίμα που χύθηκε… έχετε κ’ επαέ να σημειώσετε κατιτίς…

-Τί;

-Τέσσερις γυιούς μου σκοτώσανε… Οι δυο τελευταίοι ήσανε δίδυμα…

Πώς σε λένε;

-Δεσποτάκη… μα επειδή είστε κουρασμένοι, περάσετε κι από το σπίτι να πάρετε ένα νερό…

Το σπίτι του ήταν εκεί δίπλα σε μιαν κατηφοριά. Μπαίνομε μέσα, τί να δούμε, ένα τραπέζι, μ’ όλα του Θεού τα καλά, και στη γωνιά μια γυναίκα μαυροφορεμένη μ’ ένα κοριτσάκι μικρό στην ποδιά της, να κάθεται να κλαίει…

-Ήντα ’ναι δά τουτανά; ήντα κλαις; Οι αθρώποι δεν ήρθανε για να τωσε χαλάσεις την καρδιά ντως. Ελευτερωθήκαμε, για όχι; Εξέχασές το; Ετσά ’ναι η λευτεριά∙ σε μας ήλαχε να δώσωμε τα παιδιά μας… άλλος τα σπίθια ντου, άλλος ήδωκε τα λιόφυτά ντου… πως σου πόμεινε μόνο η κοπελιά, εγώ θα σου κάμω κι άλλους γυιούς…

Εκεί είδα τον Καζαντζάκη να κλαίει. Μέσα στ’ αυτοκίνητο μας ήλεγε κι ήκλαιγε ακόμη, είδετε; αυτή είναι η κρητική ψυχή, την ελευτερία την έχει θρησκεία… Ένας τέτοιος λαός υποδουλώνεται ποτές;

28η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944:
Η εκτέλεση των τεσσάρων αδελφών Δεσποτάκη στον Κακόπετρο

Στις 28 Αυγούστου του 1944, οι Γερμανοί κύκλωσαν το χωριό Κακόπετρος της ορεινής Κισάμου και όπως είναι γνωστό, παντού σκορπούσαν στο διάβα τους τον όλεθρο και την καταστροφή. Πήγαν στο σπίτι της Μαρίας και του Κωνσταντίνου Δεσποτάκη και πήραν τα τέσσερα από τα αγόρια (ο πέμπτος έλειπε) της οικογένειας που είχε συνολικά έξι παιδιά. Κανείς δεν περίμενε το κακό που επρόκειτο να ακολουθήσει. Οι γυναίκες ήταν στο σπίτι ενώ τα τέσσερα αδέρφια είχαν αρνηθεί να ακολουθήσουν τον πατέρα τους που είχε φύγει από νωρίς για να κρυφτεί σε μια σπηλιά στα Παπαδιανά. Αδίστακτοι οι Γερμανοί, αφού τα εκτέλεσαν στην άκρη του δρόμου, πέταξαν τα άψυχα σώματά τους στην κάτω μεριά του δρόμου, στο σημείο που το απόγευμα της ίδιας μέρας τα βρήκε η δύστυχη μάνα τους. Την επόμενη θάφτηκαν στον Μιχαήλ Αρχάγγελο, χωρίς ψάλτη, χωρίς παπά. Η κηδεία έγινε πρόχειρα από τις γυναίκες του χωριού και από τους συγγενείς τους. Αυτή είναι η θλιβερή ιστορία για τον Μανώλη Δεσποτάκη, είκοσι εφτά χρονών τότε, για τον Σπύρο είκοσι τεσσάρων και για τα δίδυμα Αναστάση και Χαραλάμπη μόλις δεκαεφτά χρονών!

Η αδελφή τους, Ολυμπία Δεσποτάκη, δώδεκα ετών τότε, έκανε το θρήνο μοιρολόι:

Το μοιρολόι που θα πω να μάθετε να λέτε
του Κακοπέτρου τα δεινά παντοτινά να κλαίτε
Δευτέρα ξημερώματα κυκλώσαν το χωριό μας
Αυγούστου εικοσιοχτώ, κακό στο ριζικό μας.
Θ’ αρχίσω το ιστορικό με μάθια δακρυσμένα
τα Δεσποτάκια φάγανε άδικα τα καημένα.
Παιδιά ετουφεκίσανε, αθώα παλικάρια
και τα ’στειλαν να κατεβούν στου Άδη τα σκοτάδια.
Σα να ’ταν φοβεροί ληστές και επικηρυγμένοι
έτσι τα τουφεκίσανε, οι τρισκαταραμένοι.
Φονιά εσύ που τα ’βαλες εις τη γραμμή αράδα
δεν ένιωσες λιποψυχιά, γή πόνο γή ζαλάδα
Τ’ απόγευμα που φύγανε οι τρισκαταραμένοι
πάει η μάνα και ζητά τσοι γιους τση η καημένη
Και μόλις είδε το σωρό απάνω εις το χώμα
τον πόνο και το θρήνο τση να πει δεν είχε στόμα.
Την άλλη μέρα η μάνα τους, η Δεσποτοκωστίνα
στον ώμο τζη τα σήκωσε και πήγε τα στο μνήμα.
Δυο – δυο τα βάλανε στη γης στση εκκλησιάς την άκρη
κι ο ουρανός εσείστηκε κι έβγαλε μαύρο δάκρυ…

Στο Σέλινο κουφοβροντά

Στο Σέλινο κουφοβροντά,
βρέχει μα βρέχει μπάλες.
Οι Γερμανοί περάσανε
στα Τρα Χωριά τα πέρα,
Μονή και Κουστογέρακο
και Λιβαδά και καίνε,
τα παλληκάρια φτάξανε.

Η φωτογραφία της Αγιάς έγινε την άλλη μέρα. Κ’ εκεί του ’καμε εντύπωση κι όλο σημείωνε, να ξέρει μέσα στις καλαμποκιές, στις ρίζες τους,. Τα κρητικά κόκκαλα… Είδαμε ανοιχτό τάφο με μισολυωμένο το μάρτυρα, καθιστό… τους τουφεκίζανε κι αμέσως τους παραχώνανε και θωρούσανε, λέει, οι χωριάτες το χώμα που τους σκεπάζανε, πολλές φορές να μετακουνιέται… ζωντανοί ήσαν ακόμη οι πατριώτες… κ’ ευτύς βάνανε τους χωριάτες και κάνανε από πάνω χωράφι και φυτεύανε καλαμπόκια.

08 Μαίου 1944: Η εκτέλεση 37 αγωνιστών στους Κάμπους Κεραμιών, επαρχίας Κυδωνίας Ν. Χανίων

[…] Όταν τον Μάη του 1941 οι Ναζί κατέλαβαν την Κρήτη, οι Κάμποι έγιναν έδρα αντίστασης και λημέρι ανταρτών. Πέραν  των λοιπών αντιστασιακών  δράσεων  στις 25 του Μάρτη του 1944 αντάρτες του ΕΛΑΣ και μέλη της οικογένειας Ποντικάκη αφοπλίζουν 50 ταγματασφαλίτες του Παπαγιαννάκη στους Κάμπους. Λίγες μέρες αργότερα, 16 Απριλίου το Πάσχα, στη γειτονιά «Γέρο Πρίνος» γίνεται μεγάλη συγκέντρωση και γιορτή, όπου συμμετέχει όλο το αντάρτικο του Νομού Χανίων μέχρι και ο Βαγγέλης Κτιστάκης από την κυβέρνηση πάνω του βουνού ή Κορυσιάδων. Τα παραπάνω τα μάθανε οι Ναζί από τους δοσίλογους και στις 7 Μαΐου το βράδυ μόλις νύχτωνε μπήκαν στο χωριό, ήταν πανηγύρι και μετά από συμπλοκή σκοτώσανε τον Βασίλη Ποντικάκη και τους υπόλοιπους τους πιάσανε, τους δέσανε και την άλλη μέρα το πρωί τους πήγανε στη Ραμνή Αποκορώνου πρώτα, στου Μπαμπαλή. Στη Ραμνή είχαν στήσει 35 από αυτούς να τους εκτελέσουν, αλλά την τελευταία στιγμή δόθηκε διαταγή να πάνε όλοι στην Αγιά για ανακρίσεις.

Λέει στο τραγούδι του ο Νικολής Ποντικάκης:

«εόρταζε όλο το χωριό με ανοιχτές τις πόρτες
μα φέρανε τους Γερμανούς οι προδότες.
Εφέρανε τους Γερμανούς και το χωριό κυκλώσαν
και τους πολλούς επιάσανε και άλλους εσκοτώσαν».

Μετά λέει ο Πέτρος Παπουτσάκης από ποίημα δικό του πάλι:

«Διαταγή εδόθηκε από το στρατηγείο
να στείλουν όλους στην Αγιά,
εκεί είναι το σφαγείο».

24 Καμπιανούς, 154 Ιταλούς αιχμαλώτους, τους Εβραίους των Χανίων και μία ομάδα από την Ανατολική Κρήτη τους επιβίβασαν στο «Ταναϊς» στις 8 Ιουνίου του 1944 και την άλλη μέρα τα ξημερώματα τους βύθισε αγγλικό υποβρύχιο» .

Φωνές και κλάψες άκουσα

Φωνές και κλάψες άκουσα προς της Αγιάς τον κάμπο,
είντα ’ν’ αυτό το σύθρηνο τούτο το μοιρολόϊ;
Κλαίν’ οι μανάδες τα παιδιά και τσ’ άντρες των οι χήρες.
κι οι γι αδελφοί, τ’ αδέλφια των και τα παιδιά τον κύρη.
Βρύσες τα δάκρυα τρέχουνε και κολυμπούν στο χώμα.
Κι απού την τόση λύπηση και τον καημό τον τόσο
τα δέντρα γέρνουν τα κλαδιά, μαραίνονται τα χόρτα.
— «Ανάθεμα σας Γερμανοί, κι εκάψετε την Κρήτη».

Στη φωτογραφία, που ο Νίκος είναι με τις γυναίκες και κουβεντιάζει, είναι στο χωριό Φουρνέ Κυδωνίας Χανίων, στο «Πορτοκαλοχωριό», γιατί γεμίζει κάθε χρόνο με πορτοκάλια, και η γριά διηγάται στον Καζαντζάκη για την κόρη της, που στέκει δίπλα της, την Κατίνα Λεβεντάκη, που αφόπλισε ένα Γερμανό που πήγαινε να τη βιάσει, και ύστερα βγήκε στο βουνό και γλύτωσε…

Το ολοκαύτωμα του Αλικιανού Ν. Χανίων (01 Αυγούστου 1941)

Σύµφωνα µε το υπ’ αριθ. 16/1946 Βούλευµα του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκληµατιών Πολέµου, οι ναζί εκτέλεσαν αµέσως µετά τη Μάχη της Κρήτης 2.000 και πλέον άτοµα…
Στον Αλικιανό Χανίων, στις όχθες του ποταμού Κερίτη, οι ναζιφασίστες εκτέλεσαν 118 πατριώτες από τα χωριά Αλικιανό, Κουφό, Βατόλακκο, Σκινέ, Μεσκλά, Φουρνέ, Πρασέ, Ν. Ρούματα, Θρούνι, Καράνο, Σκαφιδάκια.

Η καταστροφή του Σκινέ όπως περιγράφεται στο βιβλίο «Ελληνικά Ολοκαυτώματα»

[…] Νωρίς τις μεταμεσονύκτιες ώρες της 1ης Αυγούστου κατέφθασε στη διασταύρωση της Γέφυρας του Κερίτη ένα Τάγμα Πεζικού και ένα Τάγμα της 5ης Μεραρχίας Αλπινιστών. Από εκεί, πεζοί πλέον, περικύκλωσαν τα χωριά του κάμπου εξορμώντας και προς τα χωριά της Ρίζας. Έτσι, τις πρώτες πρωινές ώρες, μετά το σύνθημα εφόδου διά φωτοβολίδων, άρχισε το δράμα των κατοίκων, συλλήψεις αθώων πολιτών και μεταφορά τους στον Αλικιανό, στο έκτακτο στρατοδικείο που συνέστησαν για νομιμοφάνεια της πράξεώς τους.

Όσους προσπάθησαν να διαφύγουν τους εκτέλεσαν επιτόπου. Συλλήψεις, εκτελέσεις πολιτών, από 17 έως 80 ετών, ακόμα και αναπήρων, αδιακρίτως και, όπως καταγράφηκε στη συνέχεια, οι περισσότεροι των εκτελεσθέντων δεν είχαν λάβει μέρος στη Μάχη…
Συλλαμβάνονται 32 κάτοικοι του Σκινέ, οκτώ (8) φονεύονται στην προσπάθειά τους να διαφύγουν. Η Γερμανική Διοίκηση, εξαγριωμένη για την αντίσταση που προέβαλαν οι κάτοικοι, και μάλιστα με γερμανικά όπλα, δίνει εντολή για την πυρπόληση των οικισμών του Σκινέ. Ομάδες στρατιωτών, εφοδιασμένοι με βενζίνη από αποθήκη βενζίνης στον Σκινέ (20 βαρέλια βενζίνης είχαν μεταφερθεί τις προηγούμενες ημέρες στην οικία του Ανεζάκη), περιέρχονταν στις γειτονιές του χωριού και κατέκαιγαν τα σπίτια…

Σκηνές απίστευτης βαρβαρότητας διαδραματίστηκαν στην οικία του Ι. Δερμιτζάκη, στον οικισμό Μεσοκεφάλα, ο οποίος ήταν και ανάπηρος πολέμου. Κατάκοιτος όπως ήταν, τον περιέλουσαν με βενζίνη και τον έκαψαν…
Το απόγευμα της 1ης Αυγούστου εκατοντάδες στήλες καπνού υψώνονταν από τον Σκινέ (250 περίπου οικίες πυρπολήθηκαν και 44 κάτοικοι εκτελέστηκαν). Ο θρήνος των γυναικόπαιδων που αναζητούσαν γονείς, συζύγους και αδέλφια συνέθεταν την εικόνα του Ολοκαυτώματος…

Στο Καστέλι Κισσάμου εκτελέσανε πολλές γυναίκες, στη Μαλάθυρο, και το βράδυ μας φιλοξένησε ο Επίσκοπος Κισσάμου και Σελίνου Ευδόκιμος Συγγελάκης. Εκεί τους έβγαλα τη φωτογραφία του Καζαντζάκη και του Κακριδή με τον Επίσκοπο στη μέση. Σ’ όλους τους χώρους των μαρτυρίων πήρα φωτογραφίες… Στον κορμό, που δένανε τους ήρωες και τους τουφεκίζανε, κ’ είναι γεμάτος σημάδια…

Θλιμμένες πώς είναι οι κορφές

Θλιμμένες πως είναι οι κορφές στην Αγριοκεφάλα,
τ’ Αποπηγάδι είναι χλωμό και παραπονεμένο.
Βουνά κι ήντα ’ναι η λύπη σας κι η παραπόνεσή σας;
Ήντα ’ναι η μαύρη καταχνιά κι η γ’ ερημιά στα πλάγια;
Ρούματα και Κακόπετρος, Μαλάθυρος και Φλώρια,
Αγία Ειρήνη, Κάντανος, είναι χωριά δικά μας,
περήφανα και ξακουστά, μα πέσαν οι κουρσάροι,
σα λούπηδες οι Γερμανοί κι ερήμαξαν τον τόπο,
λεβέντες εσκοτώσανε, παιδιά, γυναίκες, άντρες.
Για κείνους είναι η θλίψη μας.
(ριζίτικο)

Στο Μαλάθυρο Κισσάµου Χανίων στη θέση Φαράγγι οι ναζί εκτελούν 61 πατριώτες
(28 Αυγούστου 1944)

[…] Με τις οδηγίες του προδότη την αποφράδα ημέρα της 28-08-1944 Γερμανικά στρατεύματα περικύκλωσαν το χωριό, μπήκαν μέσα στις γειτονιές και άρχισαν να συλλαμβάνουν τους άνδρες και τις γυναίκες.
Τους άνδρες του μάζεψαν σε σπίτι, στο Πάνω Χωριό, σε πατητήρια στα Μπαχαδιανά και στο Σχολείο. Είχαν συλλάβει 61 άνδρες από το χωριό και 2 από άλλα χωριά.
Μετά την συγκέντρωση τους είπαν ότι είχαν πληροφορίες και αποδείξεις ότι στο χωριό υπήρχαν Άγγλοι, ασύρματος και πυρομαχικά και πως εντός δύο ωρών θα πρέπει να τους τα παραδώσουν όλα, αλλιώς θα τους εκτελέσουν. Ενώ όλα αυτά υπήρχαν, δεν φοβήθηκαν ότι θα τουφεκιζόταν από τον κατακτητή και απάντησαν ότι δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά…
Μετά και από τη λεηλασία του χωριού το απόγευμα κατά την 6η περίπου ώρα οι Γερμανοί οδηγούν με φάλαγγα τους 63 συλληφθέντες Μαλαθυριανούς στον τόπο της εκτέλεσης τους, στο φαράγγι περίπου 2 χλμ. μακριά, όπου άλλοι Γερμανοί είχαν καταλάβει τις δύο πλευρές του φαραγγιού, και είχαν οργανώσει το χώρο της εκτέλεσης τοποθετώντας πολυβόλα. Στο φαράγγι έφτασαν οι 58 γιατί στην διαδρομή οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους 5 τελευταίους της φάλαγγας. Όταν έφτασαν στον τόπο της θυσίας όπως προχωρούσαν τους γάζωναν οι ριπές των πολυβόλων…
«Ήταν δραματική κι εφιαλτική στιγμή για μένα», διηγιόταν ο παπά Γιάννης Καρτσωνάκης, μετέπειτα εφημέριος της Μαλαθύρου, που έχει φύγει πια για να συναντήσει τους 60 συγχωριανούς του.

Την εποχή εκείνη δεν ήταν παπάς, μα λαϊκός, κι ο μόνος που γλύτωσε από τη μεγάλη σφαγή. «Τραυματισμένος και καταματωμένος από τους ξυλοδαρμούς και την εκτέλεση, δάγκωνα το χώμα, καθώς άκουγα δίπλα μου το ψυχορράγημα των συγχωριανών μου. αντιλήφθηκα τον Γερμανό μπροστά μου και προετοιμάστηκα για το τελειωτικό χτύπημα. Μα εκείνος έσκυψε και, πιάνοντας το χέρι μου, τράβηξε τον αρραβώνα από το δάχτυλό μου. Αλλά η βέρα δεν έβγαινε. Νόμιζα πως θα καταλάβαινε πως ήμουν ακόμη ζωντανός ή πως θα μου έκοβε το δάχτυλο. Μα τελικά το δαχτυλίδι, μέσα στα αίματα, γλύστρισε στο χέρι του Γερμανού και εγώ έμεινα ακίνητος, αναίσθητος, δεν ξέρω για πόση ώρα, ώσπου άκουσα τις φωνές των γυναικών και διάκρινα τη μορφή της γυναίκας μου που ερχόταν κι έκλεισα πάλι τα μάτια, ανίκανος να κουνηθώ απ’ τους πόνους, την εξάντληση, την αιμορραγία και τον ψυχικό κλονισμό που είχα υποστεί…»

Στο Ρέθεμνος διαπιστώσαμε τις φοβερές ωμότητες του Κράιπε. Στο Γερακάρι ισοπεδώνανε σπίθια κ’ εκκλησιές… Εκεί θυμήθηκα πως είχα μια φορά ένα φίλο παιδικό, Μιχάλη Ταταράκη, που μου ’λεγε πως ήταν απ’ το Γερακάρι. Τόνε ζήτησα, να δω αν ζει.

Μου δείξανε μια μικρή χορτοκαλύβα κι από κάτω ένα κοριτσάκι, ως δέκα χρονώ, έπλυνε μπρος σε μια σκάφη. Πήγα κοντά και το ρώτηξα, μα καθώς μ’ είδε με την κάσκα, με φοβήθηκε και πήρε δρόμο. Του φωνάξαμε πως είμαστε Κρητικοί και γνωρίζομε τον πατέρα του. Γύρισε λοιπόν και μάσε λέει:

-Ο πατέρας μου είναι στο Ρέθεμνος και η μάνα μου λείπει. Κάτσετε να την περιμένετε, ύστερα έπλυνε στα γρήγορα τα χέρια της μέσα σ’ έναν κουβά και πάλι χάθηκε από μπροστά μας. Σε λίγο μεταγύρισε και κρατούσε πεντέξη αγκαλιές φρέσκες ροβυθιές. Μας τις πρόσφερε με τη σειρά, αρχίζοντας από το γεροντότερο…

Το ολοκαύτωμα στο Γερακάρι
(22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944)

[…] Το πρωί εκείνης της ημέρας τα χωριά του Αμαρίου βρέθηκαν κυκλωμένα από τα Γερμανικά αποσπάσματα, ενώ όλοι οι άνδρες κοιμόταν ανυποψίαστοι στα σπίτια τους. Τίποτε δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε, εκτός ίσως από τα αλυχτίσματα και τα ανήσυχα γαβγίσματα των σκύλων. Εισβάλλοντας οι Γερμανοί στο Γερακάρι με «άνεση θερινού περιπάτου » αφού το περικύκλωσαν σε ένα θανάσιμο κλοιό, συγκέντρωσαν τους άρρενες κατοίκους στο σπίτι του Νικολάου Τζωρτζάκη.
Το τάγμα των πέντε λόχων του Hitler συγκεντρώνει τα γυναικόπαιδα στην πλατεία του χωριού… Τέλος, αφού ξεχώρισαν τους ηλικιωμένους και τους υποχρέωσαν να ακολουθήσουν τα γυναικόπαιδα, κράτησαν 36 άνδρες για εκτέλεση, και τους υπόλοιπους 75 περίπου, μαζί με 50 γυναίκες, οδήγησαν στο Ρέθυμνο, όπου και τους φυλάκισαν για τρεις και πλέον εβδομάδες.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.


Μετά την απομάκρυνση του αμάχου πληθυσμού, γύρω στις 12.00΄ το μεσημέρι άρχισε η εκτέλεση των 36…

Το πολυβόλο είχε στηθεί μπροστά στην εξωτερική πόρτα του μπροστινού δωματίου, ενώ οι μελλοθάνατοι τοποθετούνταν στο πίσω μέρος του, μπροστά από την πόρτα που οδηγούσε στο δεύτερο δωμάτιο… Μετά από κάθε διπλή εκτέλεση οι νεκροί συρόταν και ρίχνονταν στο πίσω δωμάτιο για να ακολουθήσει νέα δυάδα. Όταν τελείωσε η εκτέλεση των 18 ζευγών, οι Γερμανοί καταπατώντας κάθε ίχνος σεβασμού στους νεκρούς και αδιαφορώντας για το δίκαιο του πολέμου, έριξαν βενζίνη και έκαψαν το κτίσμα… Στη συνέχεια ανατίναξαν το σπίτι που αποτέλεσε τον τόπο εκτέλεσης και μαρτυρίου των άτυχων Γερακαριανών. Ακολούθησε γενική λεηλασία του χωριού. Για 8 ολόκληρες ημέρες 13 οχήματα των Γερμανών μετέφεραν τη λεία: τιμαλφή, ενδύματα, κλινοσκεπάσματα, κεραμίδια, ζώα κ.α. Μετά το πέρας της ελεεινής λεηλασίας και του ξεδιάντροπου πλιάτσικου από τους υπάνθρωπους του HItler, κάθε σπίτι καιγόταν και καταστρεφόταν με δυναμίτη.
Το σχολείο ανατινάχθηκε από τα θεμέλια, όπως οι 4 εκκλησίες του χωριού και οι 4 βρύσες του. Και τα 177 σπίτια του χωριού καταστράφηκαν ολοσχερώς…

Μπήκαμε στ’ αυτοκίνητο κι αρχίσαμε να ξεκουκίζομε και να τρώμε τα ρεβύθια.

Ο Νίκος δεν τα είχε αγγίξει, μα δεν το είχα προσέξει. Την επομένη που πήγα να του πω να τοιμαστεί, γιατί φεύγομε, βλέπω πάλι τα ροβύθια απείραχτα, απάνω στο βουργιάλι του.

-Δεν τα ’φαγες; νόστιμα είναι…

-Μα ροβύθια είναι αυτά; μου λέει.

-… έ, τί ’ναι;

-Σύμβολο είναι. Σύμβολο της Κρητικής φιλοξενίας. Ποιος το συμβούλεψε μωρό πράμα να το κάμει;
Ντράπηκα που εγώ δεν το ’χα προσέξει. Πραγματικά το παιδί ήταν πολύ μικρό για να το σκεφτεί.

«-… Είναι αρετή είπε ο Νίκος, που την είχε μέσα στο αίμα του…»

Το ολοκαύτωμα στα χωριά του Κέντρους Ν. Ρεθύμνου (22 Αυγούστου 1944)

[…] Το Αμάρι πλήρωσε ακριβά τον αγώνα κατά των Γερμανών την κατοχή με τη θυσία 150 κατοίκων: Άνω Μέρος 38, Βρύσες-Σμιλές 29, Γερακάρι 43, Καρδάκι 19, Λοχριά 20, Γουργούθοι 2. Ενώ όλα τα ανωτέρω χωριά ολοκαυτώθηκαν .

Το ολοκαύτωμα στα χωριά του Κέντρους Ν. Ρεθύμνου, όπως καταγράφηκε στα γραφτά του Σπύρου Μαρνιέρου

Στις 22 του Αυγούστου 1944 τέσσερα μικρά χωριά, οι Βρύσες, το Καρδάκι, οι Γουργούθοι κι ο Σμιλές, μαζί με τ’ άλλα χωριά του Κέντρους, Γερακάρι, Δρυγιές, Άνω Μέρος και Κρύα Βρύση, πληρώσανε με 164 νεκρούς και ολικό αφανισμό, το τίμημα της πατριωτικής τους στάσης σ’ όλη τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής…
Πριν ξημερώσει η εικοστή δευτέρα Αυγούστου, του 1944, μέρα Τρίτη, κι ενώ ο κόσμος κοιμόταν -ξέγνοιος, αφού φαινόταν πως ο πόλεμος έφτανε στο τέλος του-, πολυπληθή αποσπάσματα από τη Σχολή Ασωμάτων, περικύκλωσαν τα τέσσερα μικρά χωριά. Κλείσανε τα περάσματα -αμαξωτός δρόμος δεν υπήρχε- και τα απομονώσανε εντελώς.
Συγκεντρώσανε όλους τους κατοίκους στη μέση του χωριού και χωρίσανε τους άντρες από τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους. Τα γυναικόπαιδα, απ’ όλα τα χωριά, τα οδήγησαν βίαια, με μια ατέλειωτη φάλαγγα μέχρι το Μέρωνα με την εντολή να μην επιστρέψουν ποτέ στα χωριά τους.
Στο μεταξύ ετοιμάζανε τα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Έπρεπε να διαλέξουν και να συγκεντρώσουν τον προκαθορισμένο αριθμό ανδρών που θα εκτελούσαν…
Μόλις τελειώσανε λοιπόν τα διαδικαστικά -όπως σ’ όλα τα χωριά, τους παίρνανε πέντε-πέντε, ή δυο-δυο, τους τουφεκίζανε και τους ρίχνανε μέσα σ’ ένα δωμάτιο. Εκεί, στο σωρό, πέρασε μετά ο επικεφαλής αξιωματικός και έδωσε την χαριστική βολή…
Την επομένη έριξαν βενζίνη στους νεκρούς, έβαλαν φωτιά, κάηκαν τα ξύλινα μεσοδόκια και τους καταπλάκωσε η χωμάτινη στέγη. Σ’ όλα τα σπίτια των χωριών, ακόμη και στις εκκλησίες που ήταν μέσα στον κλοιό, μετά το απίστευτο πλιάτσικο που ακολούθησε για μέρες, βάλανε φωτιά και δυναμίτες και κάηκαν τα πάντα. Πραγματικό ολοκαύτωμα .

Ιδιαίτερη εντύπωση του έκαμε στο ίδιο μέρος η περίπτωση του Γεωργίου Βλατάκη. Σταματήσαμε λίγο στο Γερακάρι, γιατί ήθελε ν’ ακούσει από το στόμα του την εξιστόρηση της φοβερής του περιπέτειας…

Ο Γεώργιος Βλατάκης είναι ένας από τους εκτελεσμένους στο χωριό Καρδάκι «… μ’ εκτελέσανε, λέει στο Νίκο, μα δε μ’ αποσκοτώσανε… απόμεινα μισοπεθαμένος στο σωρό μαζί με τους άλλους…»

-Και τώρα τί κάνετε; Πού ζείτε; Στον Αποκόρωνα; Τον ρώτησε ο Καζαντζάκης.

-Είμαι κλητήρας, στη Δημαρχία Χανίων…

Βομβαρδισμός και εκθεμελίωση από τους ναζί του χωριού Βορίζια του Ηρακλείου Κρήτης (27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1943)

Λίγες μέρες μετά τη φονική μάχη στο Τραχήλι , οι Γερμανοί κατακτητές θεώρησαν υπεύθυνο το χωριό  Βορίζια για τα όσα είχαν πάθει στο Τραχήλι και ετοιμάζουν αντίποινα. Το πρωί στις 27 Αυγούστου του 1943, οι Γερμανοί παρουσιάζονται αναπάντεχα στο χωριό. Δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει η άσχημη είδηση και οι Ναζί είχαν κυκλώσει το χωριό. Χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση συγκεντρώνουν όλους τους κατοίκους του χωριού στον περίβολο της εκκλησίας. Παρατάσσουν τους άντρες σε μία γραμμή και επιλέγουν τρεις, τους οποίους χωρίς καμία  άλλη διαδικασία τους στήνουν στον  τοίχο και τους εκτελούν.

Την επόμενη μέρα εκτελούν μία γυναίκα και έναν άντρα. Απομακρύνουν αμέσως μετά τα γυναικόπαιδα σε ασφαλές μέρος και περιμένουν. Δεν πέρασε πολύ ώρα και εμφανίζονται 7 Στούκας, τα οποία αφού έκαναν την αναγκαία αναγνωριστική πτήση, επανέρχονται και αρχίζουν τον βομβαρδισμό του χωριού ρίχνοντας 21 βόμβες. Μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας τα Βορίζια δεν υπήρχαν πλέον. Τα πάντα είχαν μεταβληθεί σε ένα σωρό από ερείπια. Οι Γερμανοί εκδηλώνοντας όλο το μίσος της ανθρώπινης κακίας τους, καταβρέχουν με εύφλεκτα υλικά ότι έχει απομείνει όρθιο για να το κάψουν. Με τη συμπλήρωση της καταστροφής οδηγούν τον πληθυσμό του χωριού στη Νύβριτο και εκεί τον εγκατέλειψαν. Τότε οι δύστυχοι και κατατρεγμένοι Βοριζιανοί  αναζήτησαν προσωρινή στέγη στα γύρω χωριά.

Πήγαμε στα Βορίζα, στο Μαγαρικάρι, στη Λοχριά, στο Ζάρο, στο Τυμπάκι, στην Αγία Γαλήνη, στον Κόκκινο Πύργο… παντού ερείπια και χυμένα αίματα. Πήγαμε στη Βιάννο, στα πολυτυραννισμένα χωριά της στου Κρεβατά, στο Συκολόγο, στη Σύμη, στο Πεύκο, που εκτελεστήκανε εκατοντάδες συμπατριώτες μας, στο Βαχό και καταλήξαμε στον Αμυρά. Εκεί φωνάξαμε τον παπά να κάμει δέηση… το ζητούσε η ψυχή μας… Άμα ήταν να πάμε στο μνημόσυνο, από μακριά ακόμη ακούαμε σα μακρινές βροντές.

Οι γυναίκες βουίζανε από τους θρήνους… μόνο γυναίκες ήρθανε∙ ρωτήξαμε «πού είναι οι άντρες», και γιατί δεν παραβρεθήκανε.

-Πού να τους βρούμε, εκειά που βρίσκουνται, 609 μας ετουφεκίσανε την ημέρα του Σταυρού.

Οι Γερμανοί οδήγησαν τους άνδρες κατοίκους από τις γειτονιές των Αμιρών στον Κάτω οικισμό του χωριού τα Μελιανά. Εκτέλεσαν επί τόπου όσους αντιστάθηκαν ή δεν μπορούσαν να κινηθούν από ανημπόρια και έναν  άρρωστο ηλικιωμένο  άνδρα πάνω στο κρεβάτι του. Οι συλληφθέντες ξεπέρασαν τους εκατό. Οι Γερμανοί χώρισαν τους συγκεντρωμένους σε ομάδες των είκοσι-τριάντα ατόμων. Πήραν την πρώτη ομάδα και σε λίγο ακούστηκαν πυροβολισμοί από τη θέση Αμπέλια στο σημείο μιας  πεζούλας. Ακολούθησε η δεύτερη ομάδα που αντίκρισε όταν έφτασε στο σημείο τα στημένα πολυβόλα και το σωρό των εκτελεσμένων της πρώτης ομάδας. Ακολούθησαν και οι άλλες ομάδες των αντρών που εκτελέστηκαν  στο ίδιο σημείο.

Οι Γερμανοί αποχώρησαν, αφού πρώτα τους έδωσαν τη χαριστική βολή. Εκτέλεσαν συνολικά 114 άνδρες του χωριού ηλικίας από 16-60 χρόνων. Οι γυναίκες κατέβηκαν από τα Αμιρά και έφτασαν στον τόπο της εκτέλεσης. Ακολούθησαν σκηνές αλλοφροσύνης. Ανάμεσα στους εκτελεσμένους αρκετοί τραυματίες, που μεταφέρθηκαν τις επόμενες ημέρες στο Ηράκλειο και επέζησαν, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς με μεγάλη αναπηρία. Οι γυναίκες μετέφεραν τους νεκρούς στο χωριό, στις αυλές και το νεκροταφείο. Τα μνήματα δεν τους χωρούσαν και άνοιξαν καινούργιους λάκκους στα γύρω χωράφια

Γι’ αυτό στη φωτογραφία βλέπετε μόνο γυναίκες…. Ο Καζαντζάκης δεν επρολάβαινε να γράφει. Κ’ ένα σημάδι πιο πολύ απ’ όλα του ’καμε εντύπωση και το φωτογράφησα κι αυτό για το χατήρι του. Στις πόρτες του χωριού είχαν κάμει με μαύρη μπογιά σταυρούς. Δυο, τρεις, τέσσερεις, ανάλογα με τους άντρες τους σκοτωμένους, που είχε το κάθε σπίτι… Είχε πόρτες και με πέντε σταυρούς!…

Ο Καζαντζάκης καταγράφει την Ναζιστική κτηνωδία στα Ανώγεια
(13 Αυγούστου 1944)

Στην σχετική έκθεση του για τα Ανώγεια ως μέλος της Κ.Ε.Δ.Ω.Κ. μεταξύ άλλων ο Νίκος Καζαντζάκης αναφέρει:

«Την 13ην οι Γερμανοί συμπληρώσαντες την κύκλωσιν, εισήλθον εις τα Ανώγεια και διέταξαν τους υπολειφθέντας κατοίκους (θα ήσαν περί τα 1500 γυναικόπαιδα) να αναχωρήσουν εντός ημισείας ώρας προς την κατεύθυνσιν του Γενή-Καβέ, οπόθεν να διασκορπισθούν εις τα διάφορα χωρία της Ρεθύμνης.
Μετά ταύτα, προέβησαν εις Ολοκαύτωμα, γενικήν λεηλασίαν του χωρίου, πλουσιωτάτου εις κτηνοτροφικά και εριουργικά προϊόντα. Μετά την δήλωσιν εκάστη οικία εκαίετο πρώτον και έπειτα ανετινάσσετο δια δυναμίτιδος.
Κάθε νύκτα οι Γερμανοί απεσύροντο εις τα Σείσαρχα και την πρωϊαν επανήρχοντο.
To μέγεθος της λεηλασίας θα κατανόηση κανείς, όταν λάβη υπ’ όψιν ότι αυτή διήρκεσεν από της 13 Αυγούστου μέχρι της 5 Σεπτεμβρίου. Κατά την διάρκειαν της διαρπαγής οι Γερμανοί εφόνευσαν εντός του χωρίου τον Γ. Σπιθούρην, μη δυνηθέντα ν’ αποχωρήση μετά των άλλων κατοίκων, επίσης τους παραλύτους εξαδέλφους Κωνστ. και I. Ξυλούρην (ή Κίτρη), και τον υπέργηρον Νικ. Αεράκην, εις τας αγκάλας του οποίου έθεσαν, μετά την εκτέλεσιν, δεξιά και αριστερά τα πτώματα δύο χοίρων προς χλευασμόν.
Δύο αδελφαί, η χήρα Εμμ. Καλλέργη και η χήρα Εμμ. Καβλέντη, η χωλή Ειρήνη Καραϊσκου και η Ευαγγ. Ιω. Πασπαράκη, αρνηθείσαι ν’ αποχωρήσουν και προτιμήσασαι τον θάνατον απέθανον καείσαι και καταχωθείσαι έπειτα υπό τα ερείπια των ανατιναχθεισών οικιών των.
Επίσης οι Γερμανοί εφόνευσαν τον εκ τραύματος της κεφαλής παράφρονα Εμμ. I. Σαλούστρον.
Πολλοί άλλοι εφονεύθησαν εις τα πέριξ.
Οι Γερμανοί κατέστρεψαν και τα 4 τυροκομεία της περιοχής και απήγαγον τα ποίμνια των κατοίκων όσα δεν ηδυνήθησαν να συμπαραλάβουν, τα εφόνευσαν.
Σήμερον από τας 940 οικίας των Ανωγείων δεν έχει απομείνει ούτε μία, το νεόδμητον σχολείον ανετινάχθη, αι 3 εκκλησίαι, τας οποίας οι Γερμανοί είχον μεταβάλει εις σταύλους, έχουν επίσης υποστή ζημίας εκ των πέριξ ανατινάξεων.
Η επίσημος κατάστασις της Νομαρχίας Ρεθύμνης αναφέρει 117 Ανωγειανούς εκτελεσθέντας κατά την περίοδον της κατοχής»…

Το βράδυ μείναμε στου γιατρού του Βερυκοκάκη, μα κανείς μας δεν έφαγε. Ήπιαμε μόνο ένα ποτήρι γάλα. Πού όρεξη για φαί.

Και μέσα στη νύχτα ακούμε φωνές, φασαρίες, μπιστολιές…

-Τί ’ναι; Τί ’ναι;

Πεταχτήκαμε όξω.

-Γιορτάζομε∙ γιατί στην Αγγλία ήρθανε οι εργατικοί. Πάει ο Τσώρτσιλ… Εσείς, λένε του Νίκου, δεν έχετε χαρά;

-Μην ξεχνάτε, τους λέει ο Νίκος, πως κι αυτοί που ήρθανε, κι αυτοί Άγγλοι είναι. Και να μη χαίρεστε…

-Ζήτω ο Καζαντζάκης! Αρχίσανε να φωνάζουνε∙ αφήσανε την Αγγλία, και ζητωκραυγάζανε για το Νίκο…

Πήγαμε στο Ηράκλειο, στην Ιεράπετρα, εκεί ο Καζαντζάκης έκαμε μπάνιο στη θάλασσα. Στην Κρητσά, στη Σητεία, στη Νεάπολη… Εκεί έγινε το αποχαιρετιστήριο τραπέζι. Εκεί βγάλαμε φωτογραφία όλοι από δεξιά Κακριδής, Καζαντζάκης, Επίσκοπος Πέτρας Διονύσιος Μαραγκουδάκης, Καλιτσουνάκης και Κουτουλάκης.

Ο Καζαντζάκης από την όλη εργασία φαινότανε πολύ ικανοποιημένος. Ιδιαίτερα τον ευχαριστούσε, που τα γεγονότα αποτυπώνονταν στον φωτογραφικό φακό. Σε μια στιγμή μου λέει:

-Την Ιστορία τούτης της βαρυσήμαντης περιοδείας δε θα τη γράψομε μείς με τις έκθεσές μας… την ιστορία την αδιάψευστη, την πιστή, την αληθινή μόνο εσύ την έγραψες εκεί μέσα… κ’ έδειξε τη φωτογραφική μηχανή, που κρεμόταν από τον ώμο μου…».

Ρώτησα τον κύριο Κουτουλάκη, άμα αποτελείωσε, τί έγιναν αυτές οι εκθέσεις, γιατί δεν τις διάβασα πουθενά…

-Οι εκθέσεις των βουλγαρικών ωμοτήτων, μου αποκρίθηκε, βγήκαν σε βιβλίο από τον κύριο Χόνδρο. Οι δικές μας, έμαθα τελευταίως ότι ούτε παραδόθησαν στο Υπουργείο Τύπου… και έτσι το έργο της Επιτροπής δεν αξιοποιήθηκε…

-Γιατί; τον ρώτησα, απορημένη.

-Μήπως ξέρω;… λένε πως δεν τις δημοσιέψανε, επειδή, λέει, τώρα είμαστε σύμμαχοι με τους Γερμανούς…

Και οι δικές σας φωτογραφίες;

-Αυτές τις έχω… Τις διαφυλάσσω σαν τα μάτια μου, και μάλιστα με δικά μου έξοδα, και υπό την αιγίδα της Παγκρητίου Ενώσεως, έγινε το Μάρτιο του 1947 σχετική έκθεση στον Παρνασσό ».

Ο Νίκος Καζαντζάκης, ωστόσο, δεν αρκέστηκε στην προσυπογραφή της έκθεσης που συνέταξε από κοινού με τους Κακριδή και Καλιτσουνάκη. Τα δικά του συμπεράσματα, τις δικές του εντυπώσεις, τον πόνο που εισέπραξε, αλλά και την περηφάνια που τον εντυπωσίασε, όλα τα κατέγραψε σε ένα δικό του κείμενο.

Το κείμενο το παρουσίασε σε ομιλία του από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1945:

«Σοβαρό είναι το πρόσωπο της Κρήτης, πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχειές, αγέλαστες. Κοιτάζεις από το αεροπλάνο την Κρήτη ν’ απλώνεται στη θάλασσα και νιώθεις πώς αληθινά το νησί τούτο είναι γιοφύρι ανάμεσα στις τρεις τούτες μεγάλες Μοίρες. Για πρώτη φορά στην Ευρώπη πήδηξε κι’ έχτισε φωλιά στην Κρήτη το πεινασμένο αρπαχτικό πουλί πού το λέμε Πνεύμα. Άπλωσε τις φτερούγες του στο Κρητικό χώμα και γέννησε το μυστηριώδη, βουβό ακόμα, όλο ζωή, χάρη, κίνηση και λαμπρότητα, Κρητικό πολιτισμό.

Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει κι υποφέρει η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του.

Σαράντα μέρες γύριζα το περασμένο καλοκαίρι την Κρήτη, για να δω τα χωριά που γκρέμισαν κι έκαψαν οι βάρβαροι και τους άντρες και τις γυναίκες που τους έντυσαν τη μαύρη αρματωσιά του πένθους. Περίμενα ν’ ακούσω κλάματα και να δω χέρια ν’ απλώνονται να ζητούν την βοήθεια. Και βρήκα ανυπόταχτες, απαράδοτες ψυχές και κορμιά μισόγυμνα πεινασμένα Κι’ αλύγιστα.

Τι δύναμη και τι αντοχή είναι τούτη, συλλογιζόμουν, και πού βρίσκουν τα κορμιά τούτα τόση ψυχή; Και ποια ακριτική πνοή τους δίνει τόση αψηφισιά να παλεύουν με το θάνατο;

Ο Κρητικοί αλήθεια αγαπούν παράφορα τη ζωή και συνάμα ποτέ δεν φοβούνται το θάνατο. Μέσα από τα χαλασμένα χωριά που πέρασα, πάνω από τα νεοανοιγμένα μνήματα που δρασκέλισα, πίσω από τις κουβέντες που άκουσα, ακατάπαυτα διαπίστωσα τούτη τη μεγάλη δισυπόστατη παλικαριά: παράφορη αγάπη για τη ζωή και άφοβο αντίκρισμα του θανάτου.

Τούτος είναι και ο πρώτος πολύτιμος καρπός που γεύεται όποιος, τώρα που καπνίζουν ακόμα τα ερείπια κι είναι ακόμα νωπά τα αίματα στις πέτρες, περιοδεύει τα χωριά της Κρήτης.

Αδάμαστες ψυχές οι Κρητικοί, χιλιάδες τώρα χρόνια, παλεύουν στα κακοτράχαλα Κρητικά βουνά την πείνα, την γύμνια, τους βαρβάρους. Κι’ ούτε η μοίρα ούτε οι άνθρωποι μπόρεσαν ποτέ να τους κάμουν να σκύψουν το κεφάλι.

Οι Κρητικοί, όπως όλες οι γενναίες ψυχές, στην άκρα απελπισία βρίσκουν τη λύτρωση. Πολλοί Κρητικοί, μπροστά από τα τουφέκια των Γερμανών, τη στιγμή που θα τουφεκίζονταν, έβρισκαν τη γαλήνη, κι όχι μονάχα τη γαλήνη παρά και τη χαρά της αδάμαστης ψυχής που αναγαλλιάζει γιατί της δίνεται η ευκαιρία να δείξει την αρετή της. Πολλοί, την ύστερή τους στιγμή, μπροστά από το εχτελεστικό απόσπασμα, τραγουδούσαν μαντινάδες Κρητικές ή τον Εθνικό Ύμνο. Στα Χανιά, μέσα από το γκρεμισμένο σπίτι του, ένας γεροντάκος πρόβαλε και μας είπε:

– Ένα δάσκαλο, τον λέγαν Παπαδάκη, πήγαιναν να τον εκτελέσουν. Ένας μαθητής του τού λέει: γιατί να σκοτωθείς; Καλλίτερο είναι να φύγεις. Κι ο διδάσκαλος του αποκρίθηκε: Όχι! εγώ αυτό που τόσα χρόνια σας δίδασκα, τώρα θα το εφαρμόσω: θα πεθάνω για την πατρίδα.

Στην κρίσιμη αυτή στιγμή κι οι πιο σακάτες γίνουνταν ήρωες. Στις φοβερές φυλακές της Αγιάς, κοντά στα Χανιά, οι Γερμανοί διάλεξαν 42 παλικάρια (διάλεγαν πάντα τους καλύτερους) και πήγαιναν να τους σκοτώσουν. Στο δρόμο ένας σακάτης, καμπούρης, τους συνάντησε. Στάθηκε και φώναξε στους Γερμανούς: «Σκοτώστε με εμένα να γλυτώσει ένα παλικάρι».

– «Όχι, φύγε!» του είπαν εκείνοι. «Τότε σκοτώστε με και μένα, να γίνουν 43», φώναξε ό καμπούρης. Ντρέπουμαι να ζω εγώ ο σακάτης και να σκοτωθούν τούτοι οι λεβέντες».

Ανήμπορες γριές, γέροι σαράβαλα, σήκωναν την φωνή τους και μιλούσαν ατρόμητα στους Γερμανούς. Σ’ ένα ωραιότατο χωριό, στα Μεσκλά, μια γριά έκρυβε έξη μήνες, με κίνδυνο της ζωής της, δύο Εγγλέζους στο σπίτι της. Μια μέρα οι Γερμανοί τους έπιασαν. Η γριά τρέχει στον άγριο Γερμανό φρούραρχο, στάθηκε μπροστά του και του φώναξε:

– Να ξέρεις, Κομαντάντε, πως όλες οι μανάδες στον κόσμο πονούνε κι αυτός ο πόνος των μανάδων θα φάει την Γερμανία. Η Γερμανία θα χαθεί, βάνω την κεφαλή μου! Βάνεις στοίχημα Κομαντάντε; Εγώ βάνω την κεφαλή μου!

Στεκόταν απάνω σε μια πέτρα, απόξω από το καμένο σπίτι της η γριά τούτη και μας μιλούσε, με ορθό το κεφάλι, κουρελιασμένη σαν φάντασμα. Τι δύναμη λοιπόν έχει η ψυχή του ανθρώπου και πώς μπορεί να νικήσει το θάνατο, συλλογιζόμουν.

Άοπλοι, ανοργάνωτοι, χωρίς βοήθεια από κανένα, οι Κρητικοί από τα χωριά, από τα βουνά, κατέβαιναν στ’ ακρογιάλια, να υπερασπιστούν το νησί τους από τους άγριους, πάνοπλους αλεξιπτωτιστές που κατέβαιναν.

Στις 19 του Μάη 1941 σκοτείνιασε ο ουρανός της Κρήτης από τα γερμανικά αεροπλάνα, άρχισαν οι βομβαρδισμοί, οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές έπεφταν στο αεροδρόμιο του Μάλεμε, κοντά στα Χανιά, ύστερα στο Ρέθυμνο, στο Ηράκλειο, παντού. Ένας γέρος, από ένα χωριουδάκι κοντά στο Μάλεμε, μας διηγάται:

– Ευτύς ως είδαμε τ’ αεροπλάνα, φωνάζαμε: Απάνω τους, μωρέ παιδιά! Πήραμε τ’ άρματα και χυθήκαμε.

– Ποια άρματα; ρώτησα. Είχατε άρματα;

– Πώς δεν είχαμε; μού αποκρίθηκε. Άλλοι είχαν παλιές καραμπίνες, άλλοι μαχαίρες κι όλοι είχαν ραβδιά. Την ώρα που έπεφτε ένας «ουρανίτης» ήταν ακόμα ζαλισμένος και μεις χιμούσαμε απάνω του, τον σκοτώναμε με τα ραβδιά, με τις μαχαίρες, τον ξαρματώναμε και σιγά – σιγά γέμιζε και μας η φούχτα μας πολυβόλο και περίστροφο.

Οι Γερμανοί είχαν ορίσει να πάρουν την Κρήτη σε 24 ώρες. Η παραμικρή αργοπορία θα τους ήταν θανάσιμη. Ήξεραν πως οι Κρητικοί ήταν άοπλοι, πως όλοι οι νέοι ήταν επιστρατευμένοι και βρίσκονταν ακόμη στην Ελλάδα και πως οι Άγγλοι μήτε στρατό αρκετό είχαν μήτε αεροπλάνα. Ήταν λοιπόν σίγουροι πως σε 24 ώρες θα παίρναν την Κρήτη. Έκαμαν 8 μέρες. Έξη χιλιάδες αλεξιπτωτιστές σκοτώθηκαν από τα ραβδιά και τις μαχαίρες. Ένας Κρητικός χωριάτης, όταν μ’ είδε να ξαφνιάζομαι για την παλικαριά και την αυτοθυσία αυτών των Κρητικών, μου είπε τα καταπληχτικά τούτα λόγια:

– Γιατί παραξενεύεσαι; Εμείς ξέραμε πως γράφαμε Ιστορία!

Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο μια άλλη χώρα, όπου οι χωρικοί να βλέπουν τον πόνο, τη θυσία, την ατομική τους καταστροφή από τόσο ύψος. Ήξερε ο Κρητικός αυτός χωριάτης πως υπάρχει στον κόσμο τούτο ένα αγαθό ανώτερο από τη ζωή και πως για το αγαθό αυτό πάλεψε και θυσιάστηκε όλη η ράτσα μας και πρέπει τώρα κι αυτός, ο Κρητικός χωριάτης, να παλέψει και να θυσιαστεί, και το αγαθό αυτό λέγεται Ιστορία, δηλαδή υστεροφημία, δηλαδή αθανασία.

Πιστεύουν στο αγαθό αυτό οι Κρητικοί, όπως πιστεύουν στην ελευθερία. Πολεμούν, ξέροντας πως αν δεν μείνει τ’ όνομά τους, θα μείνει και θα ζήσει το έργο τους. Και τώρα πού κανείς δε φαίνεται να θυμάται πως η Κρήτη έσωσε τον συμμαχικόν αγώνα στην Εγγύς Ανατολή και πως επέδρασε οριστικά στην πορεία του παγκοσμίου πολέμου, και τώρα πού οι ξένοι δεν φαίνονται να θυμούνται τη θυσία και την εποποιΐα της Κρήτης, οι Κρητικοί δεν έχασαν το θάρρος τους και την πίστη τους. Άστεγοι, πεινασμένοι, αδικημένοι, στέκουνται μέσα στα χαλάσματα των σπιτιών τους και δε μιλούν. Σφίγγουν, βλέπετε, το χρέος τους και τα καλά παλικάρια δεν προσμένουν αμοιβή. Η Ιστορία θα τους κρίνει κάποτε. Και θα πει τότε για την περηφάνια τους και την παλικαριά τους — και θα τους προβάλει τότε σαν παράδειγμα ηρωισμού και αυταπάρνησης σ’ όλους τους μεγάλους και τους ζωντανούς αυριανούς λαούς.

– Δεν έχουμε ένα σκαμνί να σε βάλουμε να καθίσεις, δεν έχουμε ένα ποτήρι να σου δώσουμε νερό, δεν έχουμε κομμάτι ψωμί, αν πεινάς, δεν έχουμε τίποτα, τίποτα! Όλα μας τα κάψαν και μας τα πήραν οι Γερμανοί. Έτσι μου λέγαν κάτω από ένα πλάτανο στη μέση του γκρεμισμένου χωριού, οι μαυροφόρες πού ξεπρόβαλαν από τα χαλάσματα.

Δεν έχουμε μήτε και άντρες να κουβεντιάσουν μαζί σου! Να, μόνο τούτα τ’ αρσενικά απομείναν, είπε μια χλωμή γυναικούλα δείχνοντάς μου δυο τρία μωρά που βύζαιναν στον κόρφο τους οι μανάδες.

– Φτάνουν αυτά για μαγιά! φώναξε μια γριά. Τα ίδια δεν πάθαμε και στην επανάσταση του 66; Εγώ ήμουν μικρή, μα θυμούμαι. Δυο τρία μωρά είχαν πάλι απομείνει κι’ από αυτά αναπιάστηκε πάλι όλο το χωριό. Μη φοβάστε, μωρέ γυναίκες, είπε, γυρίζοντας στις μαυροφόρες που σώπαιναν, μη φοβάστε, μαγιά πάντα απομένει!

Τα περισσότερα χωριά στην Κρήτη χάθηκαν, οι περισσότεροι άντρες σκοτώθηκαν γιατί φιλοξενούσαν Άγγλους. Σ’ ένα χωριό, τα Μεσκλά, είδα μια μάνα που της είχαν σκοτώσει τους δυο γιούς της, γιατί είχε σπίτι της κι έκρυβε 8 μήνες δύο Άγγλους στρατιώτες. Το μάθαν οι Γερμανοί κι ήρθαν, της έκαψαν το σπίτι, της σκότωσαν τους γιούς της, και τώρα στέκουνταν απόξω από τα χαλάσματα λιγνή χαροκαμένη, με μάτια όλο φλόγα, και μου μιλούσε:

– Το ίδιο βράδυ που σκότωσαν τους γιούς μου πέρασαν, νύχτα βαθειά, δυο Εγγλέζοι που τους κυνηγούσαν οι σκύλοι οι Γερμανοί. Κάπνιζε ακόμη το σπίτι μου, μα εγώ είχα τρυπώξει σε μία γωνιά και έκλαιγα. Με άκουσαν οι Εγγλέζοι, ζύγωσαν.

– Ψωμί! μου φώναζαν, ψωμί! Οι χωριανοί μου είχαν δώσει μια κουλούρα κριθαρόψωμο, μα εγώ δεν είχα όρεξη να φάω, δεν κατέβαινε η μπουκιά από το λαιμό μου. Τους έδωκα το ψωμί. Κρύωναν τούς έδωκα και μια κουβέρτα, που μου είχαν δώσει βγήκα από τη γωνιά τους έβαλα να κοιμηθούν.

– Γιατί τάκαμες όλα αυτά; ρώτησα. Οι Εγγλέζοι δε φταίγαν που σκότωσαν τους γιούς σου;

– Το ’καμα, αποκρίθηκε, γιατί είχαν κι αυτοί μανάδες, και κατέχω ίντα θα πει πόνος τής μάνας.

Ανθρωπιά μεγάλη είναι τούτη∙ η μεγάλη ψυχή νικάει τον πόνο το ατομικό και τον πιο φοβερό: άκουγα τη γριά και τα μάτια μου βούρκωναν. Οι δυσκολίες και οι τραχύτητες της ζωής δε λυγίζουν την Κρητική ψυχή. Αντίθετα την πυρώνουν και την δυναμώνουν. Ζόρικη, αβόλευτη, τραχιά είναι η γη της Κρήτης. Κι’ όταν τα βουνά της κι οι θάλασσες ή οι ψυχές που πλάστηκαν από τέτοιους βράχους και τέτοιαν αρμύρα δεν σου επιτρέπουν ούτε στιγμή να βολευτείς, να γλυκαθείς, να πεις: Φτάνει! τότε η Κρήτη έχει κάτι το απάνθρωπο∙ δεν ξέρω πια αν αγαπάει ή αν μισεί τα παιδιά της∙ ένα μονάχα ξέρω: ότι τα μαστιγώνει ως το αίμα.

Υπάρχει και κάτι άλλο όμως στην Κρήτη. Υπάρχει κάποια φλόγα — ας την πούμε ψυχή — κάτι πιο πάνω απ’ τη ζωή κι απ’ το θάνατο, πού είναι δύσκολο να το ορίσεις. Υπάρχει αυτή η περηφάνια, το πείσμα, κάτι άλλο, ανέκφραστο κι’ αστάθμητο, που σε κάνει να χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος. Να χαίρεσαι, μα και συνάμα σου δίνει μεγάλη ευθύνη. Γιατί ενώ νιώθει πως έχεις χρέος να κάμεις ό,τι μπορείς, για να σώσεις αυτό το λαό, εκείνος βλέπει την προσπάθειά σου με ειρωνεία και περιφρόνηση. Δεν έχει την ανάγκη κανενός για να σωθεί. Σώζει, δεν σώζεται.

— Ένα μονάχα σου μένει τότε: να δοκιμάσεις να γίνεις άξιος αυτού του λαού, να κερδίσεις τη δύναμη της δικής του ψυχής, που ποτέ δεν καταδέχτηκε ν’ απατήσει τον εαυτό της ή τούς άλλους και που πάντα τολμάει ν’ αντικρύζει, πρόσωπο με πρόσωπο, τη θεά εκείνη που δεν κάνει χατίρια και δεν κάθεται στα πόδια κανενός: την αγέλαστη κι’ αδάκρυτη θεά, την ευθύνη.

agonaskritis.gr