Οι «φρουροί της μνήμης» και το ναζιστικό μόρφωμα της «Χρυσής Αυγής»

O ελληνικός φασισμός από το 1974 και μετά

img.jpg

Η μελέτη της ιστορίας του ελληνικού φασισμού εντάσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια μέσα από τα οποία, αναδεικνύονται αρκετές σημαντικές πτυχές της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.

Από τη μεταπολίτευση του΄74 και μετά, τα περισσότερα σχεδόν πολιτικά κόμματα του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου στην Ελλάδα, υποστήριζαν ότι ο φασισμός στην Ελλάδα και οι «Νεοναζί» ήταν μια ασήμαντη περιθωριακή «ανωμαλία», η οποία δεν είχε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα.

Ωστόσο την τελευταία δεκαετία που διανύουμε όλα αυτά τα πολιτικά επιχειρήματα, κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος αποδεικνύοντας για άλλη μια ακόμη φορά, ότι ο φασισμός δεν είναι ξένος προς το ελληνικό κράτος, αλλά και ακόμη περισσότερο ούτε και σε ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.

Το ναζιστικό μόρφωμα της «Χρυσής Αυγής»

Το 1980 η εμφάνιση του νεοναζιστικού μορφώματος της «Χρυσής Αυγής», που μέσα από το περιοδικό της χαρακτηρίζεται ως «εθνικοσοσιαλιστική», φανερώνει και τη διαφορετικότητα της, αλλά και τις προθέσεις της με τις όμορες άλλες οργανώσεις της ελληνικής Άκρας Δεξιάς. Τη δεκαετία του ΄90, η ανασύνταξη της ελληνικής ακροδεξιάς, ταυτίζεται απόλυτα με το ιδεολογικό πεδίο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, που εκφράζεται με το «τρίτο κύμα» δηλαδή, την ξενοφοβία, τον ρατσισμό, και τον σοβινισμό.

Από το 1992 και μετά, τα γεγονότα της κατάρρευσης του καθεστώτος στην Αλβανία, η μαζική μετακίνηση Αλβανών μεταναστών προς την Ελλάδα, αλλά και οι «εθνικοί κίνδυνοι» από την αμφισβήτηση της ελληνικότητας του ονόματος της Μακεδονίας, αποτελούν θεματικές στην «ατζέντα του εξτρεμισμού», που διαμορφώνονται καταλλήλως από το νεοναζιστικό μόρφωμα της «Χρυσής Αυγής».

Παρόλα αυτά το ελληνικό πολιτικό σύστημα και η ελληνική δικαιοσύνη για αρκετά χρόνια, αντιμετώπιζαν το ναζιστικό αυτό μόρφωμα της «Χρυσής Αυγής» με χαλαρότητα, αδυνατώντας να την  ελέγξουν και να της ασκήσουν δίωξη στο σύνολό της. Ωστόσο η ελληνική συνταγματική πράξη δεν προέβλεπε απαγόρευση πολιτικών κομμάτων, αφού πλέον το 2012 ήταν κόμμα στην Βουλή των Ελλήνων.

Η συνέχεια είναι γνωστή καθώς κάθε φορά που προέκυπτε κάποιο περιστατικό άσκησης εγκληματικής βίας με κατηγορούμενους μέλη της «Χρυσής Αυγής», οι αρμόδιες αρχές δυστυχώς απέφευγαν να ερευνήσουν και να διαπιστώσουν τα πραγματικά κίνητρα των «Χρυσαυγιτών», που ήταν ενταγμένοι στην εγκληματική αυτή ναζιστική οργάνωση, της οποίας η βία δεν ήταν απλά το μέσον, αλλά ο ίδιος ο σκοπός της δράσης της.

 

Η δίκη της «Χρυσής Αυγής»

Η δολοφονία του 34χρονου Παύλου Φύσσα, ράπερ καλλιτέχνη με αντιφασιστική δράση, από τον Γιώργο Ρουπακιά, σημαίνον στέλεχος της «Χρυσής Αυγής», στο Κερατσίνι στις 18 Σεπτεμβρίου 2013, καθόρισε στη συνέχεια και τη στάση της ελληνικής δικαιοσύνης, η οποία διέταξε να ανοιχθεί ο Φάκελος του νεοναζιστικού μορφώματος της «Χρυσής Αυγής». Η συγκέντρωση των 32 αρχικών δικογραφιών, διαβιβάστηκαν στις 19 Σεπτεμβρίου 2013 δια του τότε υπουργού Νίκου Δένδια (υπουργός Δημ. Τάξης), στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Γκουτζαμάνη, η οποία με τη σειρά της ανέθεσε στις αρμόδιες ανακρίτριες εισαγγελείς, Ιωάννα Κλάπα και Μαρία Δημητροπούλου να κάνουν «φύλλο και φτερό» τον Φάκελο της  «Χρυσής Αυγής». Ουσιαστικά, όμως, τα αλλεπάλληλα γεγονότα εκείνων των ημερών φανέρωσαν με τον πιο εμφατικό τρόπο την έσω-αδυναμία, που είχε επιδείξει έως τότε η Πολιτεία, στη θεσμική αντιμετώπιση αυτού του ναζιστικού μορφώματος.

Επί χρόνια η «Χρυσή Αυγή», εφάρμοζε ανενόχλητα την «εθνικοσοσιαλιστική της θεωρία και πρακτική», ασκώντας βίαιες αιματηρές επιθέσεις εναντίον όλων όσων τους θεωρούσε «εχθρούς» και που στη δική της φρασεολογία ήταν «κομμούνια» «μπολσεβίκοι», «υπάνθρωποι», «εβραίοι» «σιωνιστές» «αλβανοί» «γυφτοσκοπιανοί» «μαύροι αφρικανοί» «ασιάτες πακιστανοί» και εσχάτως, «γυφτοπρόσφυγες από τη Συρία».

Στη διάρκεια αυτών των ανακρίσεων, ενσωματώθηκαν στη δικογραφία του Φακέλου της  «Χρυσής Αυγής» και δεκάδες άλλες υποθέσεις που εκκρεμούσαν διάσπαρτες ανά την ελληνική επικράτεια και που αναφέρονταν σε πλημμελήματα και κακουργήματα, στα οποία εμπλέκονται μέλη και στελέχη του νεοναζιστικού αυτού μορφώματος. Συνολικά ο αριθμός των υποθέσεων ξεπερνά τις εκατό, ενώ τα αδικήματα που διερευνώνται καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο το φάσμα του Ποινικού Κώδικα.

 

Οι βανδαλισμοί των εβραϊκών νεκροταφείων ανά την Ελλάδα

Η περίπτωση των βανδαλισμών του εβραϊκού νεκροταφείου Ιωαννίνων

Στον «Φάκελο Χρυσή Αυγή» της Εισαγγελίας  του Αρείου Πάγου, είναι επίσης ενταγμένη και η δικογραφία στην οποία καταγράφονται οι βανδαλισμοί ανά την Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκαν σε εβραϊκά νεκροταφεία και λατρευτικούς χώρους, των ελληνικών εβραϊκών κοινοτήτων. Επίσης, γίνεται ιδιαίτερη μνεία και αναφορά στα Ιωάννινα, με συντριπτικά στοιχεία τα οποία  αφορούν βανδαλισμούς, σε ταφικά μνημεία και τάφους, στο Εβραϊκό Νεκροταφείο της πόλης των Ιωαννίνων, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2002 έως και το 2009.

  1. Βανδαλισμοί στο Εβραϊκό Νεκροταφείο Ιωαννίνων, στις 15 Απριλίου 2002.
  2. Ναζιστικά συνθήματα, έξω από την Εβραϊκή Συναγωγή Ιωαννίνων, στις αρχές Αυγούστου 2003.
  3. Βανδαλισμοί στο Εβραϊκό Νεκροταφείο Ιωαννίνων, στις 8 Οκτωβρίου 2003.
  4. Αναγραφή της «ανάποδης» Ναζιστικής Σβάστικας, έξω από την πόρτα του Εβραϊκού Νεκροταφείου Ιωαννίνων, στις 26 Φεβρουαρίου 2007.
  5. Βανδαλισμοί στο Εβραϊκό Νεκροταφείο Ιωαννίνων, στις 21 Ιανουαρίου 2009.
  6. Αναγραφή της Ναζιστικής Σβάστικας, έξω από την πόρτα του Εβραϊκού Νεκροταφείου Ιωαννίνων, στις 25 Μαρτίου 2008.
  7. Βανδαλισμοί στο Εβραϊκό Νεκροταφείο Ιωαννίνων, στις 2 Ιουνίου 2009.
  8. Βανδαλισμοί στο Εβραϊκό Νεκροταφείο Ιωαννίνων, στις 8 Ιουλίου 2009.

Για όλα αυτά τα ανωτέρω η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας Ηπείρου στα Ιωάννινα, διεξήγαγε έρευνες, που δεν κατέληξαν πουθενά, ενώ η προκαταρκτική εξέταση δεν έγινε ουδέποτε γνωστή.  Δεν υπήρξε κανείς ύποπτος και κανείς δεν κατηγορήθηκε για να οδηγηθεί στην Ελληνική Δικαιοσύνη. Τελικά η όλη υπόθεση κατέληξε στο αρχείο.

 

Η επανεμφάνιση της ναζιστικής σβάστικας

Ωστόσο επτά χρόνια (7) μετά από εκείνα τα γεγονότα ένας νέος κύκλος βανδαλισμών εναντίον της εβραϊκής κοινότητας Ιωαννίνων, φαίνεται να ανοίγει καθώς προχτές στις 12 Σεπτεμβρίου 2016, οι «γνωστοί άγνωστοι», χτύπησαν και πάλι, αναγράφοντας με σπρέι το έμβλημα της μισητής ναζιστικής σβάστικας, στον εξωτερικό τοίχο της εβραϊκής κοινότητας, αλλά και σε γειτονικά σπίτια και σε αυτοκίνητα.

οι εποχούμενοι «φρουροί τη μνήμης»

Είχε προηγηθεί βέβαια σε τοπική εφημερίδα της πόλης των Ιωαννίνων η δημοσίευση ενός άρθρου, μέσα από το οποίο ο συντάκτης του διερωτάτο εμφανώς λέγοντας επί λέξει: «Προς τι η επιμονή των Εβραίων να τους… τιμούμε συνεχώς», βουτώντας την πέννα του στη χολή και το δηλητήριο, δίχως ίχνος εντροπής και καταισχύνης βεβηλώνοντας τη μνήμη των 1850 γιαννιωτοεβραίων συμπολιτών μας, που εκτοπίστηκαν από τους γερμανούς Ναζί, στις 25 Μαρτίου 1944  και έγιναν στάχτη στα Ναζιστικά στρατόπεδα Άουσβιτς και στο Μπιρκενάου στην Πολωνία. Αρκετοί συμπολίτες μας, αλλά και εγώ ο ίδιος, απαντήσαμε στον συντάκτη του κατάπτυστου  αυτού άρθρου το οποίο είναι Ύβρις, απέναντι στα θύματα του Ολοκαυτώματος και στους λαούς της Ευρώπης που γνώρισαν τον Ναζισμό και τον Φασισμό.

η διαχείριση της μνήμης του Ολοκαυτώματος

Επανέρχονται λοιπόν τα ζητήματα, τα οποία έχουν να κάνουν με τηδιαχείριση της μνήμης του Ολοκαυτώματος, το οποίο δυστυχώς είναι ακόμη «ανεπιθύμητο είδος» στις μέρες μας και το οποίο δε συμβαδίζει, θα έλεγα, με τις θέσεις και τις αποκλίσεις της επίσημης μνήμης και συνολικά της εθνικιστικής φαντασίωσης, που επιθυμεί να ταυτίζεται στο εθνικό αφήγημα της Ιστορίας. Στην περίπτωση αυτή όποτε και όταν αναδεικνύεται η θεματική του Ολοκαυτώματος, αμέσως τον πρωταρχικό ρόλο, τον αναλαμβάνουν οι «φρουροί τη μνήμης», που κινητοποιούνται μόλις  αντιληφθούν ότι επιχειρείται να ενσωματωθεί κάποιο ιστορικό ντοκουμέντο, που είναι παράταιρο και δε συνάδει με την εθνική αφήγηση και τον χρηστό ελληνοκεντρικό πολιτισμό.

Παρόλα ταύτα, αν και έχουν περάσει 71 χρόνια από τον τερματισμό του Β΄π.π και τη συντριβή του Φασισμού και του Ναζισμού, οι νοσταλγοί της ναζιστικής σβάστικας, συνεχίζουν να αναγράφουν στους τοίχους τον αγκυλωτό σταυρό, βαδίζοντας πλάι-πλάι με τους θιασώτες του Ναζισμού και τους κάθε λογής αρθρογράφους- αρνητές του Ολοκαυτώματος.

«Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του σημερινού νεοναζισμού από τον ναζισμό του παρελθόντος;» ρώτησαν κάποτε τον Ουμπέρτο Έκο για να λάβουν την καυστική του απάντηση: «Η μόνη διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι οι ναζί σκότωσαν εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ οι απόγονοί τους έχουν καταφέρει να κάψουν ζωντανούς, να σκοτώσουν και να κακοποιήσουν μερικές εκατοντάδες».

agon.gr