Η πάλη εναντίον του φασισμού

5098e75e57e36807c173cb7490b1b0d2_L.jpg

Το κείμενο αυτό της Κλάρα Τσέτκιν είναι η έκθεσή της για τον φασισμό που ανέπτυξε στην ολομέλεια της Εκτελεστικής επιτροπής της Κομουνιστικής Διεθνούς το καλοκαίρι του 1923 στη Μόσχα.

Πρόκειται για μια από τις λίγες οξυδερκείς αναλύσεις που έγιναν μέσα στην Τρίτη Διεθνή, πριν από την εκτεταμένη και διεξοδική ανάλυση του Τρότσκι, ο οποίος ξεκινάει να γράφει για το ζήτημα στα τέλη της δεκαετίας του ’20 (έχοντας εκδιωχθεί από τη Διεθνή).

Οι απόψεις της Κλάρα Τσέτκιν έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις καταστροφικές για το εργατικό κίνημα θέσεις που κυριάρχησαν αργότερα μέσα στην Κομουνιστική Διεθνή, μετά την επικράτηση του σταλινισμού και οι οποίες αναπτύχθηκαν ανάμεσα σε δύο αντιφατικούς αλλά αλληλοσυμπληρούμενους πόλους: αρχικά, του φασισμού ως δίδυμου αδερφού της Σοσιαλδημοκρατίας και ύστερα, του φασισμού ως “της τρομοκρατίας του πιο αντιδραστικού τμήματος του χρηματιστικού κεφαλαίου” (θέση που οδηγούσε σε αναζητήσεις συμμαχιών με τα υποτιθέμενα αντιφασιστικά τμήματα της αστικής τάξης).

Κλάρα Τσέτκιν

Η πάλη εναντίον του φασισμού

Με το φασισμό, το προλεταριάτο βρίσκεται αντιμέτωπο με έναν εξαιρετικά επικίνδυνο εχθρό. Ο φασισμός είναι η συμπυκνωμένη έκφραση της γενικής επίθεσης που έχει εξαπολύσει η παγκόσμια αστική τάξη ενάντια στο προλεταριάτο. Η ανατροπή του είναι ως εκ τούτου μια απόλυτη μάλλον αναγκαιότητα, είναι ακόμη ένα ζήτημα που αφορά στην καθημερινή ύπαρξη και στο εισόδημα του κάθε απλού εργάτη. Για τους λόγους αυτούς το σύνολο του προλεταριάτου πρέπει να επικεντρωθεί στον αγώνα κατά του φασισμού.

Θα μας είναι πολύ πιο εύκολο να νικήσουμε τον φασισμό αν μελετήσουμε τη φύση του και διακρίνουμε με σαφήνεια τα χαρακτηριστικά του. Μέχρι σήμερα υπήρξαν εξαιρετικά συγκεχυμένες απόψεις γι’ αυτό το ζήτημα, όχι μόνο μεταξύ των πλατειών μαζών των εργατών, αλλά ακόμη και μεταξύ της επαναστατικής πρωτοπορίας του προλεταριάτου και των κομμουνιστών. Μέχρι σήμερα, ο φασισμός έχει τοποθετηθεί στο ίδιο επίπεδο με τη Λευκή Τρομοκρατία του Χόρτι στην Ουγγαρία1. Αν και οι μέθοδοι και των δύο είναι παρόμοιες, στην ουσία είναι διαφορετικές περιπτώσεις. Η Τρομοκρατία του Χόρτι εγκαθιδρύθηκε αφού η νικηφόρα, αν και βραχύβια, επανάσταση του προλεταριάτου είχε κατασταλεί, και ήταν έκφραση της εκδίκησης της αστικής τάξης. Οι πρωτεργάτες της Λευκής Τρομοκρατίας ήταν μια αρκετά μικρή κλίκα πρώην αξιωματικών. Ο φασισμός, αντιθέτως, από αντικειμενική άποψη, δεν είναι η εκδίκηση της αστικής τάξης, σε αντίποινα για την προλεταριακή επίθεση ενάντια στην αστική τάξη, αλλά είναι μια τιμωρία του προλεταριάτου για την αποτυχία να πραγματοποιήσει την επανάσταση που ξεκίνησε στη Ρωσία. Οι φασίστες ηγέτες δεν είναι μια μικρή και κλειστή κάστα. Επεκτείνουν την επιρροή τους βαθιά μέσα σε πλατειά κομμάτια του πληθυσμού.

Πρέπει να νικήσουμε τον φασισμό όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και πολιτικά και ιδεολογικά. Οι ρεφορμιστές ακόμα και σήμερα θεωρούν ότι ο φασισμός δεν είναι τίποτα άλλο από ωμή βία, αντίδραση κατά της βίας που ξεκινήσε από το προλεταριάτο. Για τους ρεφορμιστές η Ρωσική Επανάσταση ισοδυναμεί με το δάγκωμα του μήλου από την Μητέρα Εύα στον κήπο της Εδέμ. Οι ρεφορμιστές ανιχνεύουν το φασισμό πίσω, στη Ρώσικη Επανάσταση και στις συνέπειές της. Δεν εννοούσε κάτι άλλο ο Ότο Μπάουερ στο Ενωτικό Συνέδριο στο Αμβούργο2, όταν δήλωσε ότι ένα μεγάλο μερίδιο της ευθύνης για τον φασισμό πέφτει στους κομμουνιστές, οι οποίοι εξασθένησαν τη δύναμη του προλεταριάτου με συνεχείς διασπάσεις. Λέγοντας αυτό αγνόησε εντελώς το γεγονός ότι οι Γερμανοί Ανεξάρτητοι είχαν κάνει τη διάσπασή τους πολύ πριν δωθεί το αποθαρρυντικό παράδειγμα από τη Ρωσική Επανάσταση. Σε αντίθεση με τις δικές του απόψεις, ο Μπάουερ, στο Αμβούργο, αναγκάστηκε να βγάλει το συμπέρασμα ότι η οργανωμένη βία του φασισμού πρέπει να απαντηθεί με τη συγκρότηση οργανώσεων άμυνας του προλεταριάτου, επειδή καμία έκκληση στη δημοκρατία δεν είναι χρήσιμη ενάντια στην άμεση βία. Εν πάση περιπτώσει, προσπάθησε να εξηγήσει ότι δεν εννοούσε τέτοια όπλα, όπως εξέγερση ή μια γενική απεργία, που δεν οδηγούν πάντα στην επιτυχία. Αυτό που εννοούσε ήταν ο συντονισμός της κοινοβουλευτικής δράσης με την μαζική δράση. Ο Ότο Μπάουερ δεν διευκρίνισε ποια θα ήταν η φύση αυτών των ενεργειών, αλλά αυτή είναι η ουσία του προβλήματος.

Το μόνο όπλο που συνέστησε ο Μπάουερ για τον αγώνα κατά του φασισμού ήταν η δημιουργία ενός Διεθνούς Γραφείου Πληροφοριών σχετικά με την παγκόσμια αντίδραση. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της νέας-παλιάς Διεθνούς είναι η πίστη της στη δύναμη και την μονιμότητα της αστικής κυριαρχίας, και η δυσπιστία και η δειλία της απέναντι στο προλεταριάτο ως τον σημαντικότερο παράγοντα της παγκόσμιας επανάστασης. Είναι της γνώμης ότι απέναντι στην άτρωτη δύναμη της αστικής τάξης, το προλεταριάτο δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να ενεργεί με μετριοπάθεια και να μην ενοχλεί την τίγρη της αστικής τάξης.

Ο φασισμός, με όλη σθεναρότητά του στη τέλεση των βίαιων πράξεών του, δεν είναι πράγματι τίποτα άλλο, παρά η έκφραση της διάλυσης και της αποσύνθεσης της καπιταλιστικής οικονομίας και το σύμπτωμα της διάλυσης του αστικού κράτους. Αυτή είναι μία από τις ρίζες του. Τα συμπτώματα αυτής της αποσύνθεσης του καπιταλισμού παρατηρήθηκαν ακόμη και πριν από τον πόλεμο. Ο πόλεμος έχει συντρίψει την καπιταλιστική οικονομία στα θεμέλιά της, με αποτέλεσμα όχι μόνο τεράστια εξαθλίωση του προλεταριάτου, αλλά και βαθιά δυστυχία για την μικροαστική τάξη, την μικρή αγροτιά και τους διανοούμενους.

Σε όλα αυτά τα στοιχεία είχε δοθεί η υπόσχεση ότι ο πόλεμος θα επιφέρει βελτίωση των υλικών τους συνθηκών. Αλλά συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Ένας μεγάλος αριθμός ατόμων από τις πρώην μεσαίες τάξεις έχουν γίνει προλετάριοι, έχοντας χάσει εξ ολοκλήρου την οικονομική τους ασφάλεια. Στις γραμμές τους προστέθηκαν μεγάλες μάζες πρώην αξιωματικών, που είναι τώρα άνεργοι. Μεταξύ αυτών των στοιχείων ο φασισμός στρατολόγησε αρκετά σημαντικά τμήματα. Ο λόγος, επίσης, για τον οποίο ο φασισμός σε ορισμένες χώρες έχει ένα ξεκάθαρο, μοναρχικό χαρακτήρα οφείλεται στον τρόπο που έγινε η σύνθεσή του.

Η δεύτερη ρίζα του φασισμού βρίσκεται στην καθυστέρηση της παγκόσμιας επανάστασης εξαιτίας της προδοτικής στάσης των ρεφορμιστών ηγετών. Μεγάλος αριθμός των μικροαστών, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των μεσαίων τάξεων, είχε απαλλαγεί από την ψυχολογία που είχε εν καιρώ πολέμου, διαμορφώνοντας μια κάποια συμπάθεια για τον ρεφορμιστικό σοσιαλισμό, με την ελπίδα ότι ο τελευταίος θα επιφέρει μια αναμόρφωση της κοινωνίας σε δημοκρατικές κατευθύνσεις. Είναι απογοητευμένοι από τη διάψευση των ελπίδων τους. Μπορούν τώρα να δούν ότι οι ρεφορμιστές ηγέτες βρίσκονται σε καλοπροαίρετη συμφωνία με την αστική τάξη, και το χειρότερο είναι ότι αυτές οι μάζες έχουν χάσει πλέον την πίστη τους, όχι μόνο στους ρεφορμιστές ηγέτες, αλλά στο σοσιαλισμό συνολικά. Οι μάζες των απογοητευμένων συμπαθούντων του σοσιαλισμού ενώνονται με μεγάλους κύκλους του προλεταριάτου, των εργατών οι οποίοι έχουν παραιτηθεί από την πίστη τους, όχι μόνο στο σοσιαλισμό, αλλά και στην τάξη τους. Ο φασισμός έχει γίνει ένα είδος καταφυγίου για πολιτικά άστεγους.

Για να είμαστε δίκαιοι θα πρέπει να πούμε ότι και οι κομμουνιστές επίσης – εκτός από τους Ρώσους – φέρουμε μέρος της ευθύνης για την εγκατάλειψη αυτών των στοιχείων στις γραμμές των φασιστών, επειδή οι ενέργειές μας κατά καιρούς απέτυχαν να ανακινήσουν αρκετά βαθιά τις μάζες. Ο προφανής στόχος των φασιστών, όταν κερδίζουν την υποστήριξη μεταξύ των διαφόρων στοιχείων της κοινωνίας, θα πρέπει να είναι, ως κάτι το αυτονόητο, να προσπαθήσουν να γεφυρώσουν τις διαφορές πάνω από τον ταξικό ανταγωνισμό στις γραμμές των δικών τους οπαδών. Το αποκαλούμενο αυταρχικό Κράτος θα χρησιμεύσει ως ένα μέσο για το σκοπό αυτό. Ο φασισμός αγκαλιάζει σήμερα τέτοια στοιχεία τα οποία μπορεί να γίνουν πολύ επικίνδυνα για την αστική τάξη. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι στιγμής τα στοιχεία αυτά υποτάσσονται αναπόφευκτα στα αντιδραστικά στοιχεία.

Η αστική τάξη είχε δει την κατάσταση καθαρά από την αρχή. Η αστική τάξη θέλει να ανασυγκροτήσει την καπιταλιστική οικονομία. Κάτω από τις παρούσες συνθήκες, η ανασυγκρότηση της κυριαρχίας της αστικής τάξης μπορεί να επέλθει μόνο με κόστος την αύξηση της εκμετάλλευσης του προλεταριάτου από την αστική τάξη. Η αστική τάξη γνωρίζει πολύ καλά ότι οι γλυκομίλητοι ρεφορμιστές σοσιαλιστές χάνουν γρήγορα τα ερείσματά τους στο προλεταριάτο, και ότι δεν θα υπάρχει τίποτα άλλο για την αστική τάξη, από το να καταφύγει στη βία ενάντια στο προλεταριάτο. Αλλά τα μέσα της βίας του αστικού Κράτους έχουν αρχίσει να αποτυγχάνουν. Χρειάζεται συνεπώς μια νέα οργάνωση βίας, και αυτό είναι που της προσφέρεται από το χαωτικό συνονθύλευμα του φασισμού. Για το λόγο αυτό, η αστική τάξη διαθέτει όλη την ισχύ τής διοίκησής της στην υπηρεσία του φασισμού.

Ο φασισμός έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά σε διαφορετικές χώρες. Παρ’ όλ’ αυτά έχει δύο σημαντικά χαρακτηριστικά σε όλες τις χώρες, και συγκεκριμένα, την επίφαση ενός επαναστατικού προγράμματος, το οποίο είναι έξυπνα προσαρμοσμένο στα ενδιαφέροντα και τις απαιτήσεις των πλατειών μαζών, και από την άλλη πλευρά την εφαρμογή της πιο ωμής βίας.

Το κλασικό παράδειγμα είναι ο ιταλικός φασισμός. Το βιομηχανικό κεφάλαιο στην Ιταλία δεν ήταν αρκετά ισχυρό για να ανασυγκροτήσει την κατεστραμμένη οικονομία. Δεν περίμενε ότι το Κράτος θα παρέμβη για να αυξήσει τη δύναμη και τις υλικές δυνατότητες του βιομηχανικού κεφαλαίου της Βόρειας Ιταλίας. Το κράτος έδινε όλη του την προσοχή στο αγροτικό κεφάλαιο και το μικροαστικό χρηματιστικό κεφάλαιο. Η βαριά βιομηχανία, που είχε τεχνητά ενισχυθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατέρρευσε όταν τελείωσε ο πόλεμος και εξαπλώθηκε ένα κύμα πρωτοφανούς ανεργίας. Οι υποσχέσεις που είχαν δωθεί στους στρατιώτες δεν μπορούσαν να εξαργυρωθούν. Όλες αυτές οι συνθήκες δημιούργησαν μια ακραία επαναστατική κατάσταση. Αυτή η επαναστατική κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα, το καλοκαίρι του 1920, την κατάληψη των εργοστασίων. Σε αυτή την περίπτωση αποδείχτηκε ότι η επανάσταση είχε αρχίσει να ωρημάζει ανάμεσα σε μια μικρή μειοψηφία του προλεταριάτου.

Η κατάληψη των εργοστασίων κατέληξε ως εκ τούτου σε μια τεράστια ήττα, αντί να γίνει το σημείο εκκίνησης για την επαναστατική πορεία. Οι ρεφορμιστές ηγέτες των συνδικάτων ενήργησαν ως επαίσχυντοι προδότες, αλλά την ίδια στιγμή φάνηκε ότι το προλεταριάτο δεν διέθετε ούτε τη βούληση ούτε τη δύναμη για να βαδίσει προς την επανάσταση. Παρά την ρεφορμιστική επιρροή, υπήρξαν δυνάμεις στο χώρο εργασίας μεταξύ του προλεταριάτου, που θα μπορούσαν να γίνουν ενοχλητικές για την αστική τάξη. Οι δημοτικές εκλογές, στις οποίες οι Σοσιαλδημοκράτες κέρδισαν το ένα τρίτο του συνόλου των συμβουλίων, ήταν ένα σήμα συναγερμού για την αστική τάξη, που αμέσως άρχισε να αναζητά μια δύναμη που θα μπορούσε να πολεμήσει το επαναστατικό προλεταριάτο.

Ήταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή που ο Μουσολίνι απέκτησε κάποια αξία με τον Fascismo. Μετά την ήττα του προλεταριάτου στις καταλήψεις των εργοστασίων, ο αριθμός των Fascisti ήταν πάνω από 1.000 και μεγάλες μάζες του προλεταριάτου προσχώρησαν στην οργάνωση του Μουσολίνι. Από την άλλη πλευρά, οι πλατιές μάζες του προλεταριάτου είχαν πέσει σε μια κατάσταση αδιαφορίας. Η αιτία της πρώτης επιτυχίας των Fascisti ήταν ότι ξεκίνησαν με μια επαναστατική χειρονομία. Προσποιήθηκαν ότι ο στόχος τους ήταν να αγωνιστούν για την διατήρηση των επαναστατικών κατακτήσεων του επαναστατικού πολέμου, και για το λόγο αυτό απαιτούνταν ένα ισχυρό Κράτος που θα ήταν σε θέση να προστατεύσει αυτούς τους επαναστατικούς καρπούς της νίκης εναντίον των εχθρικών συμφερόντων των διαφόρων τάξεων της κοινωνίας, που εκπροσωπούνταν από το «παλαιό Κράτος».

Το σύνθημά του στρεφόταν εναντίον του συνόλου των εκμεταλλευτών, και ως εκ τούτου, ενάντια και στην αστική τάξη. Ο φασισμός εκείνη την εποχή ήταν τόσο ριζοσπαστικός που ζητούσε ακόμη και την εκτέλεση του Τζιολίτι και την εκθρόνιση της ιταλικής δυναστείας. Αλλά ο Τζιολίτι απέφυγε να χρησιμοποιήσει βία κατά του φασισμού, καθώς του φαινόταν ότι ήταν το μικρότερο κακό. Για να ικανοποιηθούν αυτές οι φασιστικές διαμαρτυρίες, διέλυσε το Κοινοβούλιο. Εκείνη την εποχή ο Μουσολίνι προσποιούνταν ακόμα ότι είναι ένας Ρεπουμπλικάνος, και σε συνέντευξή του δήλωσε ότι η φασιστική παράταξη δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει στο άνοιγμα του ιταλικού κοινοβουλίου, λόγω των μοναρχικών τελετών που το συνοδεύουν. Αυτές οι δηλώσεις προκάλεσαν μια κρίση στο φασιστικό κίνημα, που είχε συσταθεί ως κόμμα με τη συγχώνευση των οπαδών του Μουσολίνι και των εκπροσώπων της μοναρχικής οργάνωσης, και το εκτελεστικό όργανο του νέου κόμματος είχε δημιουργηθεί από ίσο αριθμό μελών και από τα δύο μέρη.

Το φασιστικό κόμμα δημιούργησε ένα δίκοπο μαχαίρι για τη διαφθορά και την τρομοκράτηση της εργατικής τάξης. Για τη διαφθορά της εργατικής τάξης, δημιουργήθηκαν τα φασιστικά Συνδικάτα, οι λεγόμενες εταιρείες στις οποίες οι εργάτες και οι εργοδότες ήταν ενωμένοι. Για να τρομοκρατήσει την εργατική τάξη, το φασιστικό κόμμα δημιούργησε τις μαχητικές ομάδες που είχαν σχηματιστεί στις εκστρατείες καταστολής. Εδώ πρέπει να τονιστεί και πάλι ότι η τεράστια προδοσία των Ιταλών ρεφορμιστών κατά τη διάρκεια της γενικής απεργίας, που ήταν η αιτία για την τρομερή ήττα του ιταλικού προλεταριάτου, ενθάρρυνε άμεσα τους φασίστες να καταλάβουν το κράτος. Από την άλλη πλευρά, τα λάθη του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν ότι θεωρούσε το φασισμό ως απλώς ένα μιλιταριστικό και τρομοκρατικό κίνημα χωρίς καμία βαθιά κοινωνική βάση.

Ας εξετάσουμε τώρα τι έχει κάνει ο φασισμός μετά την κατάκτηση της εξουσίας για την εκπλήρωση του επιδιωκώμενου επαναστατικού του προγράμματος, για την πραγματοποίηση της υπόσχεσής του για δημιουργία ενός κράτους χωρίς τάξεις. Ο φασισμός υποσχέθηκε ένα νέο και καλύτερο εκλογικό νόμο και ισότητα στο δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες. Ο νέος εκλογικός νόμος του Μουσολίνι είναι στην πραγματικότητα ο χειρότερος περιορισμός του εκλογικού νόμου, προκειμένου να ευνοηθεί το φασιστικό κίνημα. Σύμφωνα με το νόμο αυτό, τα δύο τρίτα του συνόλου των θέσεων θα πρέπει να δοθούν στο ισχυρότερο κόμμα, και όλα τα άλλα κόμματα μαζί θα κρατήσουν μόνο το ένα τρίτο των εδρών. Τα δικαιώματα των γυναικών εξαλείφθηκαν σχεδόν τελείως. Το δικαίωμα του εκλέγειν δίνεται μόνο σε μια μικρή ομάδα ευκατάστατων γυναικών και στις αποκαλούμενες γυναίκες με «πολεμικές διακρίσεις». Δεν υπάρχει πλέον καμία αναφορά στην υπόσχεση για οικονομικό κοινοβουλίο και Εθνοσυνέλευση, ούτε για την κατάργηση της Γερουσίας που με τόσες επισημότητες είχαν υποσχεθεί οι φασίστες.

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για τις υποσχέσεις που δόθηκαν στον κοινωνικό τομέα. Οι φασίστες είχαν περιλάβει στο πρόγραμμά τους το οκτάωρο, αλλά το νομοσχέδιο που κατατέθηκε απ’ αυτούς παρέχει τόσες πολλές εξαιρέσεις που δεν πρόκειται να υπάρξει καμιά ημέρα οκταώρου στην Ιταλία. Τίποτα δεν έγινε και από τις υποσχέσεις για εγγύηση των μισθών. Η καταστροφή των συνδικάτων επέτρεψε στους εργοδότες να πραγματοποιήσουν μειώσεις μισθών από 20 έως 30 τοις εκατό, και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και 50 έως 60 τοις εκατό. Ο φασισμός είχε υποσχεθεί ασφάλιση για τους ηλικιωμένους και τους αναπήρους. Στην πράξη, η φασιστική κυβέρνηση, για λόγους οικονομίας, έχει βάλει χέρι και σε αυτό το πενιχρό ποσό των 50.000.000 λιρών που είχαν διατεθεί για το σκοπό αυτό από τον προϋπολογισμό.

Στους εργάτες είχαν υποσχεθεί το δικαίωμα της τεχνικής συμμετοχής στη διοίκηση των εργοστασίων. Προς το παρόν υπάρχει ένας νόμος στην Ιταλία, ο οποίος απαγορεύει εντελώς τα εργοστασιακά συμβούλια. Οι κρατικές επιχειρήσεις ελέγχονται από το ιδιωτικό κεφάλαιο. Το φασιστικό πρόγραμμα περιείχε μια διάταξη για ένα προοδευτικό φόρο εισοδήματος επί του κεφαλαίου, το οποίο σε κάποιο βαθμό θα λειτουργούσε ως μια μορφή απαλλοτρίωσης. Στην πραγματικότητα έγινε το αντίθετο. Καταργήθηκαν διάφοροι φόροι πολυτελείας, όπως ο φόρος αυτοκινήτων, επειδή θα περιορίσει δήθεν την εθνική παραγωγή. Οι έμμεσοι φόροι αυξήθηκαν επειδή αυτό θα περιορίσει την οικιακή κατανάλωση και έτσι θα βελτιωθούν οι εξαγωγικές δυνατότητες. Η φασιστική κυβέρνηση κατάργησε επίσης τη νομοθεσία για την υποχρεωτική καταχώρηση των μεταβιβάσεων τίτλων, με αποτέλεσμα την επανεισαγωγή του συστήματος των ανώνυμων ομολόγων και άνοιξε διάπλατα την πόρτα στην φοροδιαφυγή. Τα σχολεία παραδόθηκαν στους κληρικούς. Πριν από την κατάληψη του κράτους, ο Μουσολίνι απαίτησε μια επιτροπή για να διερευνήσει τα κέρδη του πολέμου, εκ των οποίων 85 τοις εκατό θα έπρεπε να επιστραφούν στο κράτος. Όταν αυτή η Επιτροπή έγινε δυσάρεστη για τους χρηματοδότες του, τους βιομήχανους της βαριάς βιομηχανίας, διέταξε η Επιτροπή να υποβάλει μόνο μία έκθεση στον ίδιο, και όποιος δημοσίευε κάποια από τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν σε αυτή την επιτροπή έπρεπε να τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών. Επίσης, στα στρατιωτικά ζητήματα ο φασισμός απέτυχε να τηρήσει τις υποσχέσεις του.

Είχε υποσχεθεί ότι ο στρατός θα περιοριζόταν στην άμυνα της χώρας. Στην πραγματικότητα, η θητεία για τον μόνιμο στρατό αυξήθηκε από οκτώ σε δεκαοκτώ μήνες, που σημαίνει αύξηση των ενόπλων δυνάμεων από 250.000 σε 350.000. Η Βασιλική Φρουρά καταργήθηκε, σαν μια δημοκρατική κίνηση που ταίριαζε στον Μουσολίνι. Από την άλλη πλευρά, οι καραμπινιέροι αυξήθηκαν από 65.000 σε 90.000, και όλα τα σώματα της αστυνομίας διπλασιάστηκαν. Οι φασιστικές οργανώσεις μετατράπηκαν σε ένα είδος εθνικής πολιτοφυλακής, η οποία σύμφωνα με τους τελευταίους υπολογισμούς έχει πλέον φτάσει στις 500.000. Αλλά οι κοινωνικές διαφορές έχουν εισαγάγει ένα στοιχείο πολιτικής αντίθεσης στην πολιτοφυλακή, η οποία θα πρέπει να οδηγήσει σε ενδεχόμενη κατάρρευση του φασισμού.

Όταν συγκρίνουμε το φασιστικό πρόγραμμα με την εκπλήρωσή του μπορούμε από σήμερα να προβλέψουμε την πλήρη ιδεολογική κατάρρευση του φασισμού στην Ιταλία. Η πολιτική χρεοκοπία αναπόφευκτα θα ακολουθήσει ως σύνεπεια αυτής της ιδεολογικής χρεοκοπίας.Ο φασισμός δεν είναι σε θέση να κρατήσει μαζί τις δυνάμεις που τον βοήθησαν να πάρει την εξουσία. Έχει ήδη κάνει αισθητή την παρουσία της μια σύγκρουση συμφερόντων με πολλές μορφές. Ο φασισμός δεν έχει ακόμη καταφέρει να υποτάξει την παλιά γραφειοκρατία σε αυτόν. Στο στρατό υπάρχουν τριβές μεταξύ των παλαιών αξιωματικών και των νέων φασιστών ηγετών. Οι διαφορές μεταξύ των διαφόρων πολιτικών κομμάτων αυξάνονται. Η αντίσταση κατά του φασισμού αυξάνεται σε όλη τη χώρα. Ο ταξικός ανταγωνισμός αρχίζει να διαπερνά ακόμη και τις γραμμές των φασιστών. Οι φασίστες δεν είναι σε θέση να τηρήσουν τις υποσχέσεις που έδωσαν στους εργάτες και τα φασιστικά Συνδικάτα.

Οι μειώσεις μισθών και οι απολύσεις εργατών είναι στην ημερήσια διάταξη. Γι’ αυτό και η πρώτη διαμαρτυρία ενάντια στο φασιστικό συνδικαλιστικό κίνημα προήλθε από τις γραμμές των ίδιων των φασιστών. Οι εργάτες πολύ σύντομα θα επιστρέψουν στο ταξικό τους συμφέρον και στο ταξικό τους καθήκον. Δεν πρέπει να θεωρούμε το φασισμό ως μια ενιαία δύναμη ικανή να αντικρούσει την επίθεσή μας. Είναι περισσότερο ένας σχηματισμός που περιλαμβάνει πολλά αντιφατικά στοιχεία, και θα διαλυθεί από μέσα. Αλλά θα ήταν επικίνδυνο να υποθέσουμε ότι η ιδεολογική και πολιτική αποσύνθεση του φασισμού στην Ιταλία, θα πρέπει να ακολουθηθεί αμέσως από τη στρατιωτική αποσύνθεση. Αντιθέτως, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, ότι ο φασισμός θα προσπαθήσει να κρατηθεί ζωντανός με τρομοκρατικές μεθόδους. Ως εκ τούτου, οι επαναστάτες Ιταλοί εργάτες πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για περισσότερους σοβαρούς αγώνες. Θα ήταν μια μεγάλη συμφορά, αν μέναμε ικανοποιημένοι στο ρόλο των θεατών αυτής της διαδικασίας αποσύνθεσης. Είναι καθήκον μας να επιταχύνουμε αυτή τη διαδικασία με όλα τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας. Αυτό δεν είναι μόνο καθήκον του ιταλικού προλεταριάτου, αλλά και καθήκον του γερμανικού προλεταριάτου απέναντι στον γερμανικό φασισμό.

Μετά την Ιταλία, ο φασισμός είναι ισχυρότερος στη Γερμανία. Ως συνέπεια της έκβασης του πολέμου και της αποτυχίας της επανάστασης, η καπιταλιστική οικονομία της Γερμανίας είναι αδύναμη, και σε καμία άλλη χώρα η αντίθεση μεταξύ της αντικειμενικής ωρίμανσης της επανάστασης και της υποκειμενικής έλλειψης προετοιμασίας της εργατικής τάξης δεν είναι τόσο μεγάλη όσο αυτή τη στιγμή στη Γερμανία. Σε καμία άλλη χώρα, οι ρεφορμιστές δεν απέτυχαν τόσο εξευτελιστικά, όπως στη Γερμανία. Η αποτυχία τους είναι πιο εγκληματική από την αποτυχία οποιουδήποτε άλλου τμήματος της παλιάς Διεθνούς, επειδή είναι αυτοί που θα έπρεπε να διεξάγουν τον αγώνα για τη χειραφέτηση του προλεταριάτου με εντελώς διαφορετικά μέσα, στη χώρα όπου οι οργανώσεις της εργατικής τάξης είναι μεγαλύτερες και καλύτερα οργανωμένες από οπουδήποτε αλλού.

Είμαι απόλυτα πεπεισμένη ότι ούτε οι συνθήκες ειρήνης, ούτε η κατοχή του Ρουρ έχουν δώσει τέτοια ώθηση στο φασισμό στη Γερμανία, όπως έδωσε η κατάληψη της εξουσίας από τον Μουσολίνι. Αυτό το γεγονός ενθάρρυνε τους Γερμανούς φασίστες. Η κατάρρευση του φασισμού στην Ιταλία θα αποθαρρύνει σημαντικά τους φασίστες στη Γερμανία. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε ένα πράγμα: η προϋπόθεση για την ανατροπή του φασισμού στο εξωτερικό είναι η ανατροπή του φασισμού σε κάθε χώρα από το προλεταριάτο της. Είμαστε υποχρεωμένοι να νικήσουμε τον φασισμό ιδεολογικά και πολιτικά. Αυτό μας επιβάλλει τεράστια καθήκοντα. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο φασισμός είναι ένα κίνημα των απογοητευμένων και εκείνων των οποίων η ύπαρξη έχει καταστραφεί. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καταβάλλουμε προσπάθειες για να κερδίσουμε ή να εξουδετερώσουμε αυτές τις πλατιές μάζες που βρίσκονται ακόμη στο φασιστικό στρατόπεδο. Θα ήθελα να τονίσω τη σημασία τού να κατανοήσουμε ότι πρέπει να αγωνιστούμε ιδεολογικά για την κατάκτηση της ψυχής αυτών των μαζών. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι μάζες δεν προσπαθούν μόνο να απαλλαγούν από τα σημερινά δεινά τους, αλλά και ότι έχουν λαχτάρα για μια νέα φιλοσοφία. Πρέπει να βγούμε από τα στενά όρια της παρούσας δραστηριότητας μας.

Η Τρίτη Διεθνής είναι, σε αντίθεση με την παλιά Διεθνή, μια διεθνής όλων των φυλών, χωρίς οποιεσδήποτε διακρίσεις. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα δεν πρέπει μόνο να είναι η εμπροσθοφυλακή των προλετάριων χειρωνακτών εργατών, αλλά και οι ενεργητικοί υπερασπιστές των συμφερόντων των εργαζομένων του πνεύματος. Θα πρέπει να είναι οι ηγέτες όλων των τμημάτων της κοινωνίας που αντιτίθενται στην αστική κυριαρχία, λόγω των συμφερόντων τους και των προσδοκιών τους για το μέλλον. Ως εκ τούτου, χαιρέτισα την πρόταση του συντρόφου Ζινόβιεφ (μιλώντας σε συνεδρίαση της διευρυμένης Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τον Ιούνιο αυτού του έτους), να αναλάβουμε τον αγώνα για μία Κυβέρνηση Εργατών – Αγροτών. Χάρηκα πάρα πολύ όταν διάβασα γι’ αυτό. Αυτό το νέο σύνθημα έχει μεγάλη σημασία για όλες τις χώρες. Μας είναι απαραίτητο στην πάλη για την ανατροπή του φασισμού. Αυτό σημαίνει ότι η σωτηρία των πλατιών μαζών της μικρής αγροτιάς θα επιτευχθεί μέσω του κομμουνισμού. Δεν πρέπει να περιοριστούμε απλώς στο να αγωνιζόμαστε για το πολιτικό και οικονομικό μας πρόγραμμα. Πρέπει ταυτόχρονα εξοικειώσουμε τις μαζες με τα ιδανικά του κομμουνισμού ως φιλοσοφίας.

Αν το κάνουμε αυτό, θα δείξουμε το δρόμο προς μια νέα φιλοσοφία σε όλα εκείνα τα στοιχεία που έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους κατά τη διάρκεια της ιστορικής εξέλιξης των τελευταίων χρόνων. Η απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι, ότι καθώς πλησιάζουμε τις μάζες αυτές, γινόμαστε επίσης οργανωτικά, ως Κόμμα, μια γερά συγκολλημένη οντότητα. Αν δεν το κάνουμε αυτό, διατρέχουμε τον κίνδυνο να οδηγηθούμε σε οπορτουνισμό και χρεωκοπία. Πρέπει να προσαρμόσουμε τις μεθόδους δουλειάς μας στα νέα μας καθήκοντα. Θα πρέπει να μιλήσουμε με τις μάζες σε μια γλώσσα που μπορούν να κατανοήσουν, χωρίς να υπάρχει προκατάληψη για τις ιδέες μας. Έτσι, ο αγώνας κατά του φασισμού φέρνει στο προσκήνιο μια σειρά από νέα καθήκοντα.

Αρμόζει σε όλα τα τμήματα να εκτελέσουν το έργο αυτό δραστήρια και σύμφωνα με την κατάσταση που επικρατεί στις χώρες τους. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι δεν είναι αρκετό να νικήσουμε τον φασισμό ιδεολογικά και πολιτικά. Σήμερα η θέση του προλεταριάτου όσον αφορά στον φασισμό είναι θέση αυτοάμυνας. Η αυτοάμυνα του προλεταριάτου πρέπει να λάβει τη μορφή ενός αγώνα για την ύπαρξη και την οργάνωσή του.

Το προλεταριάτο πρέπει να έχει ένα καλά οργανωμένο μηχανισμό αυτοάμυνας. Κάθε φορά που ο φασισμός χρησιμοποιεί τη βία, η απάντηση θα πρέπει να είναι η προλεταριακή βία. Δεν εννοώ με αυτό πράξεις ατομικής τρομοκρατίας, αλλά τη βία της οργανωμένης επαναστατικής ταξικής πάλης του προλεταριάτου. Η Γερμανία έχει κάνει την αρχή με την οργάνωση των εργοστασιακών «Εκατονταρχιών»3. Αυτός ο αγώνας μπορεί να είναι επιτυχής μόνο εάν υπάρχει ένα προλεταριακό ενιαίο μέτωπο. Οι εργαζόμενοι πρέπει να ενωθούν για αυτό τον αγώνα, ανεξαρτήτως κόμματος. Η αυτοάμυνα του προλεταριάτου είναι ένα από τα μεγαλύτερα κίνητρα για τη δημιουργία του προλεταριακού ενιαίου μετώπου. Μόνο ενσταλάζοντας ταξική συνείδηση στην ψυχή του κάθε εργάτη θα καταφέρουμε να τον προετοιμάσουμε και για τη στρατιωτική συντριβή του φασισμού, η οποία, στην παρούσα συγκυρία, είναι απολύτως απαραίτητη.

Αν το πετύχουμε αυτό, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι σύντομα όλα θα τελειώσουν για τον καπιταλισμό και την εξουσία της αστικής τάξης, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επιτυχία της γενικής επίθεσης της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο. Τα σημάδια της αποσύνθεσης, που είναι τόσο ολοφάνερα μπροστά στα μάτια μας, μας δίνουν την πεποίθηση, ότι το γιγάντιο προλεταριάτο θα ξαναμπεί στην επαναστατική πάλη και ότι το σύνθημά του προς τον κόσμο της αστικής τάξης θα είναι: Είμαι η δύναμη, είμαι η θέληση, σε μένα βλέπεις το μέλλον!

20 Ιουνίου 1923

Πηγή: Σπάρτακος, τεύχος 112, Ιούνιος 2013. Τεύχος – αφιέρωμα, «Η μαρξιστική κριτική του φασισμού».

Η μετάφραση έγινε από τα αγγλικά:

Clara Zetkin, «Fascism», Labour Monthly, Αύγουστος 1923, σσ. 69-78· και Marxists’ Internet Archive. (Το αγγλικό κείμενο παραλείπει κάποια κομμάτια της ομιλίας). Το πρωτότυπο: Clara Zetkin, «Der Kampf gegen den Faschismus». Ομιλία στη διευρυμένη Εκτελεστική Επιτροπή της Κομουνιστικής Διεθνούς στη Μόσχα, 12/23 Ιουνίου 1920. Protokoll der Konferenz der Erweiterten Exekutive der Kommunistischen Internationale, Moskau, 12.-23 Juni 1923, Αμβούργο 1923, σσ. 204-232· Clara Zetkin, Ausgewählte Reden und Schriften, 2ος τόμος, Βερολίνο 1960, σσ. 689-729· και Marxists’ Internet Archive

Σημειώσεις [από e la libertà]

1 Ο Μίκλος Χόρτι ήταν ναύαρχος του στόλου της Αυστροουγγρικής αυροκρατορίας, μέχρι τη διάλυσή της από την επανάσταση του 1918. Μετά την συντριβή της ουγγρικής σοβιετικής δημοκρατίας από ρουμανικά στρατεύματα με της βοήθεια της Αντάντ το 1919, ο Χόρτι έγινε ο αρχηγός (αντιβασιλιάς) ενός βάρβαρου δικτατορικού καθεστώτος, το οποίο πραγματοποίησε μαζική εξόντωση των αριστερών. Εντάχθηκε στις δυνάμεις του Άξονα και εφάρμοσε μια σκληρή αντισημιτική πολιτική εναντιον των Ούγγρων Εβραίων, τους περισσότερους από τους οποίους παρέδωσε στους ναζί για να τους θανατώσουν στο Άουσβιτς. Στα τέλη του 1944 ο Χόρτι, βλέποντας ότι η πορεία του πολέμου δεν μπορούσε να αντιστραφεί υπέρ του Άξονα, προσπάθησε να έρθει σε διαπραγματεύσεις με τους σιοβιετικούς.

Οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες όμως το έμαθαν και ο Χίτλερ ανάγκασε τον Χόρτι να παραιτηθεί (συνελλήθφη και στάλθηκε στη Γερμανία) και στη θέση του διορίστηκε ο Φέρεντς Σάλασι, ο αρχηγός ενός μεγάλου φασιστικού κόμματος (Σταυρός Βέλος / Nyilaskeresztes), το οποίο δρούσε στην Ουγγαρία του Χόρτι, χωρίς όμως ο δικτάτορας να του επιτρέψει να έχει πρόσβαση στην εξουσία. Αξίζει να αναφερθεί ότι τελικά ο Χόρτι απελευθερώθηκε από τους Αμερικάνους και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του στην Πορτογαλία του Σαλαζάρ, χωρίς να δικαστεί για τα εκλήματα που διέπραξε το καθεστώς του εναντίον αμάχων (των Εβραίων της Ουγγαρίας αλλά και των πληθυσμών των περιοχών που είχε προσαρτήσει η Ουγγαρία κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ).

 

2 Ενωτικό Συνέδριο της 2η Διεθνούς και της “2½” Διεθνούς, δηλαδή των κομμάτων τα οποία διασπάστηκαν από τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εξαιτείας της στάσης υπέρ του πολέμου που κράτησε το μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας κατά τον Α΄ ΠΠ. Ένα σημαντικό μέρος αυτών των κομμάτων – οι αριστερές τους πτέρυγες – προσχώρησε στην Κομουνιστική Διεθνή. Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα επανεντάχτηκαν στη 2η Διεθνή στο Ενωτικό Συνέδριο στο Αμβούργο το 1923.

 

3 Καθώς, κατά την διάρκεια της οικονομικοπολιτικής κρίσης στη Γερμανία το 1922-1923 άρχισαν να αυξάνονται οι ακροδεξιές παραστρατιωτικές δυνάμεις και τα μέλη του φασιστικού κόμματος, το Κομουνιστικό Κόμμα Γερμανίας πήρε την απόφαση να προωθήσει μέσα στην εργατική τάξη το σύνθημα της δημιουργίας εργατικών μορφών αυτοάμυνας, για την αντιμετώπιση των ένοπλων επιθέσεων της ακροδεξιάς. Οι Προλεταριακές Εκατονταρχίες (Proletarische Hundertschaften), όπως ονομάστηκαν, συγκροτούνταν με αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων στα εργοστάσια και στους χώρους δουλειάς και αποτελούνταν από εργαζόμενους και ανέργους.

Το άμεσο καθήκον τους ήταν η προστασία των εργατικών κινητοποίησεων από τις επιθέσεις των ακροδεξιών, αλλά και της αστυνομίας· επίσης η πλατειά αντιφασιστική δράση, η οποία περιλάμβανε από συγκρούσεις με τους φασίστες στους δρόμους, μέχρι πολιτικές συζητήσεις για τον φασισμό. Ταυτόχρονα όμως είχαν και πολλές άλλες αρμοδιότητες, όπως ο έλεχγος τιμών των προϊόντων στις περιοχές της εργατικής τάξης. Οι Εκατονταρχίες, στις οποίες εντάσσονταν μέλη όλων των εργατικών κομμάτων και ακομμάτιστοι εργάτες, εξελίχθηκαν σε εργατική φρουρά των εργοστασιακών συμβουλίων, των εργατικών επιτροπών ελέγχου και των συνδικάτων που αναπτύσσονταν αυτή την περίοδο.

elaliberta.gr