neofa

Γράμμα μιας αντι-δικτατορικής αγωνίστριας και συλληφθείσας

Υπήρξε μία από τις πιο θλιβερές περιόδους της ελληνικής Ιστορίας η δεκαετία που προηγήθηκε του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου του 1967

και αυτήν εξιστορεί το βιβλίο του *Γιάννη Κάτρη, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1971

Αφιερωμένο στους ψηφοφόρους της χρυσής αυγής

 Μόνο 2 από τον κατάλογο των βασανιστών πλήρωσαν για τα εγκλήματά τους χάρη στη 17Νοέμβρη και τον ΕΛΑ 

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ

—«Εσείς που μέσα μπαίνετε αφήστε κάθε ελπίδα».
(Από την «Κόλαση» του Ντάντε)
Κατά το τέλος Ιουνίου 1969 πήρα από την Ελλάδα το παρακάτω γράμμα, χωρίς υπογραφή:

«Θέλω να ελπίζω ότι ένα άλλο γράμμα μου με πολλές πυκνογραμμένες σελίδες, που έστειλα μέσω Γενεύης σήμερα, θα φθάσει τελικά στα χέρια σας. Δεν ετόλμησα να το εμπιστευτώ στο ταχυδρομείο. Ένας φίλος που έφευγε για την Ελβετία δέχτηκε να το πάρει. Ξηλώσαμε μαζί τον πάτο της βαλίτσας του, απλώσαμε τα χαρτιά με συμμετρία για να μην εξέχει τίποτε και τον ξαναράψαμε με προσοχή. Στο αεροδρόμιο, από μακρυά, παρακολουθούσα τον έλεγχο του τελωνείου. Όταν η βαλίτσα πέρασε — χωρίς να την ανοίξουν — άφησα να βγει βαθειά η κρατημένη μου ανάσα. Και από την εξέδρα του αεροδρομίου, την εξέδρα με τα δακρυσμένα μάτια, είδα σε λίγο το ατσαλένιο πουλί να ξεκολλάει από την ελληνική γη και μουγκρίζοντας ν’ αφήνει τον αέρα της σκλαβιάς. Εγώ γύριζα πίσω στη μοίρα μου. Αλλά το γράμμα τώρα θα περνάει τα σύνορα και θα πετάει μακρυά από το κλουβί του φόβου, σε χώρες ελεύθερες.

Δεν έχει καμιά λογοτεχνική αξίωση το φτωχό μου γράμμα. Λέει όμως την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Και απευθύνεται στις ζεστές καρδιές όλου του κόσμου με την πονεμένη κραυγή: Κάνετε ό,τι μπορείτε σεις οι ελεύθεροι για μας τους σκλάβους. Κάντε κάτι…».
Το γράμμα με τις πολλές πυκνογραμμένες σελίδες ήρθε από τη Γενεύη λίγες ημέρες αργότερα. Και διαβάζοντάς το ανατρίχιαζα σε κάθε σελίδα, σε κάθε γραμμή. Οι λιτές φράσεις, οι απλές σκέψεις, έκαιγαν σαν πυρωμένο σίδερο. Αισθάνομαι το ιερό χρέος να το παραθέσω ακέραιο — χωρίς καμιά αφαίρεση ή προσθήκη — σ’ αυτό το βιβλίο. Οι μόνες διορθώσεις που έκρινα ότι έπρεπε να κάνω — και έκανα — είναι ένα ονοματεπώνυμο και μια διεύθυνση. Μη έχοντας το δικαίωμα να εκθέσω σε κίνδυνο μια ξένη ζωή άλλαξα το όνομα και (μια διεύθυνση κατοικίας) του προσώπου που έγραψε το γράμμα. Τίποτ’ άλλο.
…………………………………………..
…………………………………………..

«Το όνομά μου είναι Ηλέκτρα Παπά. Είμαι 26 χρονών και έχω τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών.

Ζωγραφίζω καλά, χωρίς να θεωρώ τον εαυτό μου κανένα σπουδαίο ταλέντο. Δυο χρονιές πήρα μέρος στην Πανελλήνια Έκθεση Ζαππείου. Οι γονείς μου ανήκουν στη λεγόμενη ανώτερη αστική τάξη και ψήφιζαν πάντοτε το κόμμα της δεξιάς: Παπάγο, Καραμανλή, Κανελλόπουλο. Δεν συμπαθούν τη δικτατορία της Χούντας, αλλά την ανέχονται. Ο πατέρας λέει ότι οι Αμερικανοί θ’ αποκαταστήσουν σιγά – σιγά την ομαλότητα.
Εδώ και τρία χρόνια ζω μόνη μου σ’ ένα διαμέρισμα της οδού Χάρητος.

Στον πολύ στενό κύκλο της ζωής μου ανήκει και ο Μανώλης. Σπουδάζει οικονομικές επιστήμες στο Χάρβαρντ. Φέτος (1969) τελειώνει. Τον πρωτογνώρισα στις αρχές του 1967, που είχε ρθει στην Ελλάδα για να δει τους δικούς του. Ο Μανώλης ανήκει στη σπάνια κατηγορία των ανθρώπων που δεν τους φτάνει να είναι καλοί. Κάνουν και τους άλλους καλύτερους. Αγαπηθήκαμε αμέσως και σχεδιάζαμε να παντρευτούμε στο τέλος των σπουδών του. Το όνειρό μου ήταν να κάνω δέκα παιδιά και να ζαλίζομαι τυλιγμένη από τη μουσική σκάλα των δέκα διαφορετικών φωνών. Σήμερα με τις φρικτές εμπειρίες που έζησα ξαναζωντανεύω τα όνειρά μου και μου φαίνονται σα να ανήκουν σε κάποια άλλη σβησμένη ζωή.Και όμως έχουν περάσει από τότε δυο μόνο χρόνια.

Το αστροπελέκι για την πατρίδα έπεσε στις 21 Απριλίου. Για μένα έπεσε στις 23 Νοεμβρίου, εφτά μήνες αργότερα.

Ντρέπομαι τώρα που το γράφω, αλλά το πρώτο αστροπελέκι δεν το πολυαισθάνθηκα. Ο κόσμος μου ήταν ο Μανώλης, οι γονείς μου, η ζωγραφική και τα όνειρά μου. Και τον «κόσμο μου» οι συνταγματάρχες δεν τον είχαν αγγίξει. Γιατί να είναι απαραιτήτως κακοί; έλεγα μέσα μου αναμηρυκάζοντας λόγια του πατέρα… Εξακολουθούσα να είμαι ερωτευμένη, ευτυχισμένη, ονειροπαρμένη. Εκείνα τα πατριωτικά θούρια που τρυπούσαν το μυαλό μόλις άνοιγες το ραδιόφωνο τα αντιμετώπιζα μ’ ένα πολύ απλό τρόπο: Κλείνοντας το ραδιόφωνο… Ας έκαναν το ίδιο και οι άλλοι να μην τους ενοχλεί η προπαγάνδα. Εφημερίδα δεν διάβαζα. Πού και πού έρριχνα καμιά ματιά στην καλλιτεχνική σελίδα. Για την πολιτική, γενικά, είχα ένα θώρακα αδιαφορίας.

Η πολιτική, έλεγα, αφορά τους πολιτικούς, όπως η ζωγραφική τους ζωγράφους. Από τον πατέρα μου άκουγα παλιότερα ότι ίσως ο Ανδρέας Παπανδρέου κάνει κίνημα. Το κίνημα έγινε, αλλά το έκαναν οι εχθροί των Παπανδρέου. Και το ένα κακό, σκεφτόμουνα, και το άλλο χειρότερο. Στο τέλος – τέλος αυτό που έγινε έχει πίσω του την Αμερική. Το άλλο θα είχε τη Ρωσία… Μας συνέβη, επομένως, το μικρότερο κακό…
Ο Μανώλης είχε απελπιστεί με την παιδικότητα της πολιτικής μου σκέψης και απέφευγε τέτοιου είδους συζητήσεις. Αλλά στις 21 Απριλίου αντίκρυσα ένα Μανώλη ανήσυχο, ταραγμένο, και νευρικό. «Αυτό είναι καταστροφή», έλεγε και ξανάλεγε βηματίζοντας. «Μας αλυσόδεσαν». Εγώ τον παρακολουθούσα δύσπιστα, ρίχνοντας ματιές στα χέρια μου, που — δόξα σοι ο Θεός — δεν είχαν αλυσίδες.

Να πού οδηγεί, σκεφτόμουνα, το πάθος της πολιτικής υπερβολής…

Έφυγε στα μέσα Αυγούστου για την Αμερική. Τα σχέδιά μας ήταν να εγκατασταθούμε, αργότερα, μετά το γάμο, στην πολιτεία που θα έπιανε δουλειά. Έμεινα μόνη με τα όνειρά μου και μ’ αυτά έχτιζα από τώρα την καινούργια ζωή στην ξενητειά. Δούλευα εντατικά για να τελειώσω τους μισοτελειωμένους πίνακες και τελειοποιούσα τα αγγλικά μου. Η ζωή μου κυλούσε όπως πριν από τις 21 Απριλίου. Ο ήλιος εξακολουθούσε να λάμπει ζεστός. Τα λουλούδια άφηναν και τώρα το εξαίσιο άρωμά τους. Τα πουλιά τιτίβιζαν όπως και άλλοτε. Και η εγωιστική μου εξοχότητα έχωνε με την επιπολαιότητα της στρουθοκαμήλου το κεφάλι στην άμμο της αδιαφορίας για τον υπόλοιπο κόσμο.
Αρχές Σεπτεμβρίου έμαθα από τη μητέρα μου ότι είχαν πιάσει τη Νέλλη, μια παλιά μου συμμαθήτρια στο κολλέγιο.

Ήταν ένα κορίτσι με πολύ ίσιο χαρακτήρα και με αίσθημα ευθύνης. Σπούδαζε μουσική και σύχναζε στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Μίκη Θεοδωράκη. Κανείς δεν ήξερε γιατί την έπιασαν. Ούτε και πού την κρατούσαν. Όταν η μητέρα της πήρε έναν δικηγόρο και πήγαν στη Γενική Ασφάλεια με μια κουβέρτα και φαγητό τους έδιωξαν με τις κλωτσιές. «Με τις κλωτσιές την κυρία…;» ρώτησα με ένα τόνο ειρωνικής κακίας, μη μπορώντας να συλλάβω την εικόνα της ψηλομύτας μαμάς της Νέλλης, με τις ανακτορικές σχέσεις, ν’ αντιμετωπίζει τέτοια ασυνήθιστη μεταχείριση. «Μην αστειεύεσαι», μου παρατήρησε κάπως αυστηρά η μητέρα. «Η Νέλλη κινδυνεύει».
Κατέβασα τα μάτια. Για πρώτη φορά άρχισα να συνειδητοποιώ την καινούργια κατάσταση. Άθελα ξανακύτταξα τα χωρίς αλυσίδες χέρια μου. Η Νέλλη όμως; Και οι άλλες Νέλλες και οι άλλοι ανώνυμοι άντρες και γυναίκες; Κι εγώ τι κάνω πέρα από το να ονειροπολώ και να ζωγραφίζω γλυκερά ηλιοβασιλέματα;

Θυμήθηκα μια φράση του Μανώλη:

«Ο πραγματικός άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται ευτυχισμένος μέσα σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον που το καταπιέζει η οργανωμένη βία».
Μήπως ήταν η περίπτωσή μου;
Θέλοντας να κάνω κάτι για τη Νέλλη πήγα σε μερικούς ισχυρούς γνωστούς μου. Όλοι κουνούσαν το κεφάλι τους αποθαρρυντικά. Σ’ αυτές τις υποθέσεις, μου είπε ένας, και η απλή εκδήλωση ενδιαφέροντος δημιουργεί κινδύνους.
Πέρασαν δυο μήνες. Ένα πρωινό βγαίνοντας από το σπίτι μου μου, στη γωνιά του άλλου δρόμου, έπεσα πάνω στη Νέλλη. Δεν την αναγνώρισα αμέσως. Στεκότανε μπροστά μου, φοβερά αδυνατισμένη, με μάτια και μάγουλα ρουφηγμένα.

Ένα χαμένο βλέμμα κι ένας ανεπαίσθητος σπασμός στο κάτω χείλος σούδιναν ολοφάνερη την αίσθηση του μεγάλου πόνου, σωματικού και ψυχικού. Έδειχνε δέκα χρόνια πιο μεγάλη. Περπατούσε με πατερίτσες.
«Πάμε σπίτι μου να μιλήσουμε», της είπα. Αρνήθηκε: «Όχι, όχι. Θα βρεις τον μπελά σου. Με παρακολουθούν». Την τράβηξα από το χέρι μ’ επιμονή και την έφερα στο σπίτι. Σωριάστηκε σ’ ένα καναπέ και την έπιασε ένα υστερικό κλάμα που τράνταζε ολόκληρο το κορμί της. Την άφησα να ηρεμήσει. Έψησα καφέ και ανάβοντας τσιγάρο και για τις δυο κάθησα στο χαλί κοντά και χάιδευα τα χέρια της.

Αυτά τα χέρια είχαν φορέσει τις αλυσίδες. Τα σημάδια ήταν ανατριχιαστικά. «Είμαι ένας χαμένος άνθρωπος», ήταν τα πρώτα λόγια της. Προσπάθησα να την παρηγορήσω. Σε καταλαβαίνω. Ταλαιπωρήθηκες. Βασανίστηκες. Όλα όμως περνάνε. Ακόμη και ο πιο δυνατός πόνος. Τώρα είσαι ελεύθερη. Ανασηκώθηκε περισσότερο πονεμένη παρά αγριεμένη. Μια αστραπή φώτισε τα ρουφηγμένα μάτια της: «Ελεύθερη, είπες; Ξέρεις όμως γιατί είμαι ελεύθερη;» Και ξαναμμένη συνέχισε: «Αφού δεν το ξέρεις θα στο πω. Και να το φωνάξεις σ’ όλο τον κόσμο. Για νάρχονται να με φτύνουν. Αυτό μου αξίζει. Άκουσε λοιπόν.

Μ’ άφησαν γιατί πρόδωσα. Εξαγόρασα αυτό που εσύ λες «ελευθερία» δίνοντας δυο ονόματα. Τα ονόματα των πιο πιστών και αγαπημένων φίλων μου. Κι αυτή τη στιγμή τα δυο παλληκάρια βασανίζονται, μέρα – νύχτα, στην ταράτσα της οδού Μπουμπουλίνας, ως που να πουν κι αυτοί άλλα ονόματα και να συνεχιστεί η αλυσίδα, ωσότου όλη τούτη η χώρα μεταβληθεί σε μια κοιλάδα με ανθρώπινα κουρέλια χωρίς ψυχή, χωρίς θέληση, χωρίς τίποτα. Να το μεγάλο ιδανικό της δικτατορίας. Η κοινωνία των νεκρών ψυχών».
Το ξέσπασμα του πόνου, το ξύσιμο της ανοιχτής πληγής την ανακούφιζε. Αλλά στη δική μου συνείδηση τα λόγια της Νέλλης έπεφταν σαν αλύπητο μαστίγωμα. Ποιος από τους δυο μας ήταν περισσότερο ένοχος;

Εκείνη που υπέκυψε στη βία η εγώ που ζούσα στην ουδέτερη μακαριότητά μου και δεν μ’ ένοιαζε για τίποτε άλλο εκτός από τη νησίδα της ατομικής ευτυχίας μου και τα φιλόδοξα όνειρα για εκθέσεις του «έργου» μου στις γκαλερί της Νέας Υόρκης;
Η Νέλλη συνέχιζε ν’ αδειάζει τον εαυτό της. Μονολογούσε μ’ ένα σβησμένο βλέμμα: «Οι βασανιστές, έλεγε, δεν είναι άνθρωποι. Είναι ανθρωπόμορφα φίδια, εκπαιδευμένα από επιστημονικούς εγκέφαλους στην τέχνη του βασανισμού. Και εφαρμόζουν μια πλήρη μέθοδο, κλιμακωμένη σε διάφορα στάδια.

Το βασικό της στοιχείο είναι η εναλλαγή του σωματικού και του ψυχικού πόνου.

Η «φάλαγγα», το συνεχές χτύπημα με ρόπαλα στα πέλματα, είναι, όπως έμαθα, παλιά μέθοδος. Τη χρησιμοποιούσαν και στη γερμανική κατοχή και στα χρόνια του εμφύλιου πολέμου. Αλλά η σημερινή φάλαγγα είναι εξελιγμένη. Συνήθως χτυπούν σε γυμνά πόδια και έχουν μάθει να σταματούν ακριβώς στα όρια της γάγγραινας. Στο μεταξύ το θύμα έχει λιποθυμήσει δυο – τρεις φορές και το έχουν συνεφέρει με κουβάδες νερό. Όταν τελειώνουν, λύνουν το δεμένο κορμί και το διατάσσουν να σηκωθεί και να περπατήσει. Το πόδι έχει γίνει μια ματωμένη σάρκινη μάζα, διπλάσια σε όγκο από πριν. Το θύμα σηκώνεται, αλλά μόλις το πόδι δεχτεί το βάρος του σώματος ο πόνος γίνεται αβάσταχτος:
Το μαστίγιο δουλεύει τότε όπως στο δύστροπο άλογο. Το θύμα αναγκάζεται να περπατήσει. Το διατάσσουν να τρέξει. Πολλές φορές γλυστράει πάνω στο αίμα του και πέφτει.

Οι δήμιοι απολαμβάνουν το θέαμα και αρχίζουν να χοροπηδάνε πάνω στο μισοπεθαμένο κορμί…

«Όταν με πήγαν στην ταράτσα, αυτός που έκανε τον «καλό» είπε σιγά με φωνή που μου φάνηκε φιλική: «Ξάπλωσε στον πάγκο και μη βγάζεις τα παπούτσια σου. Θα πονέσεις λιγώτερο». Ξάπλωσα μπρούμητα, με έδεσαν με δυο σκοινιά για να μην κουνιέμαι και άρχισαν…

Είπα μέσα μου: Τυχερή είμαι που μου άφησαν τα παπούτσια. Τα πρώτα χτυπήματα φάνηκαν ελαφρά.

Αλλά πήγαιναν κρεσέντο. Όσο δυνάμωναν τόσο ένοιωθα τον πόνο να σουβλίζει το μυαλό. Στην αρχή πίεσα τον εαυτό μου να μετράει τα χτυπήματα. Στο τριακοστό έχασα τον αυτοέλεγχό μου. Αισθανόμουνα να σβήνω. Όταν συνήλθα είδα να μου περιχύνουν στο κεφάλι και στα πόδια νερό. Το κεφάλι άντεχε ακόμη, αλλά τα πόδια, πρησμένα όπως ήσαν, αγωνίζονταν να στριμωχτούν στα παπούτσια. Το δέρμα των παπουτσιών έσπαζε. Οι σάρκες ξεχείλιζαν. Το νερό πολλαπλασίαζε τον πόνο. Ο «καλός» ήταν ξεκαρδισμένος στα γέλια. «Θα πεις κανένα όνομα;».

Δεν έδωσα απάντηση. «Α, είπε, μη με κάνεις να θυμώσω». Παρενέβη όμως ο «κακός»: «Άστηνε να ζήσει και σήμερα. Την σκοτώνουμε αύριο».

Μου έλυσαν τα σκοινιά.

«Σήκω και προχώρα στη σκάλα», με διέταξαν. Έκανα να σηκωθώ κι έπεσα κάτω βογγώντας. Περπατώντας με τα τέσσερα έφτασα στη σκάλα και άρχιζα να την κατεβαίνω στηριζόμενη στα χέρια μου και αφήνοντας τα πόδια να σέρνονται. Ήμουνα ακόμη στο πάνω μέρος της σκάλας όταν με μια δυνατή κλωτσιά από πίσω κατρακύλησα ως κάτω. Έχασα τις αισθήσεις μου.

Όταν συνήλθα έπειτα από ώρες ήμουνα στο κελλί μου κουλουριασμένη. Έκλαιγα από τους πόνους.

Ακούγονταν φωνές απ’ έξω. Διέκρινα τη φωνή του «καλού»: «Αυτός είναι σκληρό καρύδι. Έξη ώρες στην ταράτσα και δεν θέλει να σπάσει. Ας πάνε άλλοι να συνεχίσουν». Έκανα τη σκέψη ότι εγώ στάθηκα τυχερή. Τη γλύτωσα με μια ώρα ταράτσα. Ίσως να είχα αποκοιμηθεί με το κεφάλι στα γόνατα, τότε που άκουσα την κλειδαριά του κελλιού μου να τρίζει. Η πόρτα άνοιξε και στο πηχτό σκοτάδι διέκρινα δυο ανθρώπινες φιγούρες. «Κάνε γούστο την τρομάρα της», έλεγε ο ένας σιγά. Και πλησιάζοντας με κλώτσησε ανάμεσα στα πόδια, ψηλά, με όλη του τη δύναμη.
Αναγκάστηκαν να με σηκώσουν όρθια και να με κρατάνε για να μην πέσω. «Άκουσε δω, κορίτσι μου, είπε ο άλλος. Να εξηγηθούμε από την αρχή. Ηρωίδα και ζωντανή δεν γίνεται να βγεις από της Μπουμπουλίνας. Κανένας δεν έχει βγει. (Έλεγε ψέμματα). Λοιπόν διάλεξε: Πού θες να πάμε;

Στο γραφείο για ονόματα ή στην ταράτσα για χορό;». Χωρίς να το σκεφτώ είπα σταθερά: «Στην ταράτσα».

Όσα έγιναν από κείνη τη στιγμή τα θυμάμαι σαν ένα εφιαλτικό όνειρο. Εξαγριωμένοι από την απάντηση πέσανε πάνω μου σα θεριά. Με χτυπούσαν αλύπητα με χέρια και με πόδια. Όταν πείστηκαν ότι ήμουνα ανίκανη να σηκωθώ με τύλιξαν σε μια κουβέρτα και μ’ ανέβασαν στην ταράτσα. Δεν θα σου πω τι μου κάνανε… Ντρέπομαι να περιγράψω και σε σένα την εφευρετικότητά τους στα μαρτύρια σεξουαλικής διαστροφής. Ήρθαν κι άλλοι τρεις. Άρχισε να ξημερώνει. Μέσα στο στόμα μου είχαν βάλει για να μη φωνάζω ένα στουπί βουτηγμένο σε ανθρώπινες ακαθαρσίες. Έκανα συνεχώς εμετό, που τον κατάπινα.

Ένας μου είπε: «Ένα όνομα μόνο και θα πας σπίτι σου». Έκανα με το κεφάλι μια κίνηση που σήμαινε «ναι». Μου έβγαλαν το κουρέλι.

Από τα σπλάχνα μου ξεχύθηκε όλη η φρίκη της νύχτας σ’ ένα ακατάσχετο εμετό. Μου έδωσαν νερό. Έπειτα είπα το όνομα. «Ένα ακόμη» άκουσα τη φωνή του επικεφαλής. Αρνήθηκα λέγοντας ότι δεν ξέρω άλλο όνομα. Κάποιος ξανάφερε το κουρέλι. Μου άνοιξαν το στόμα. Οι άλλοι ξανάπιασαν δουλειά. Καθώς το βρώμικο πανί ερχότανε σ’ επαφή με το στόμα μου έχασα και την τελευταία δύναμη αντιστάσεως. Είπα και το δεύτερο όνομα. Θάλεγα και τρίτο και τέταρτο, αλλά δεν ήξερα άλλα. Και όταν τους εξήγησα ότι από δω και πέρα ό,τι και αν έλεγα θα αφορούσαν αμέτοχα πρόσωπα πείσθηκαν και με κατέβασαν στο κελλί. Με κράτησαν όμως κοντά δυο μήνες.

Υπέγραψα κι ένα σωρό χαρτιά. Ένα απ’ αυτά έλεγε ότι η συμπεριφορά της αστυνομίας ήταν «πολιτισμένη και ανθρωπιστική».

Σ’ ένα άλλο διέψευδα με αγανάκτηση την συκοφαντική εκστρατεία του διεθνούς κομμουνισμού περί βασανιστηρίων…
«Όταν οι πληγές μου — εννοώ τις εξωτερικές — άρχισαν να κλείνουν με άφησαν ελεύθερη… Τα δυο όμως παλληκάρια που πρόδωσα είναι ακόμη στα χέρια τους. Και κάθε νύχτα οι εφιάλτες με ζώνουν. Πότε είμαι εγώ η ίδια βασανίστρια με το βούρδουλα στο χέρι. Πότε τα δυο παλληκάρια είναι σταυρωμένα, όπως ο Χριστός. Και εγώ στα πόδια τους ακούω τον ψίθυρο: «Γιατί, Νέλλη;». Οι λυγμοί την ξανάπιασαν. Η ψυχή της πονούσε δυνατά.
«Κατάλαβες τώρα, μου είπε με άγριο βλέμμα, γιατί είμαι ένας χαμένος άνθρωπος;».

Ανάσανε βαθιά και συνέχισε: «Άκου και το τελευταίο. Θέλησα να ξαναδουλέψω στην αντίσταση.

Ο άνθρωπος, που με πολλές προσπάθειες μπόρεσα να συναντήσω με κύτταξε συμπονετικά, με αντιμετώπισε επιφυλακτικά και μ’ έδιωξε ευγενικά. Αντίσταση! είπε. Δεν ξέρω να υπάρχει κάτι τέτοιο. Εγώ πάντως δεν ανακατεύομαι… Άκουσα ότι σε είχαν πιάσει… Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να καθήσεις ήσυχα… Μη σε κρατάω περισσότερο…».
Για πολλή ώρα μείναμε και οι δυο σιωπηλές. Ήμουνα αναστατωμένη. Πρώτη φορά ερχόμουνα καταπρόσωπο με την καφτή αλήθεια. Στα χαμένα μάτια της Νέλλης διέκρινα μια θαμπή λάμψη. Το ξαλάφρωμα της καρδιάς της και οι διεργασίες που διαισθανότανε να γίνονται μέσα μου της έκαναν καλό. Δυο νεκρές ψυχές γίνονταν ζωντανοί άνθρωποι
……………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Παραλείπω λεπτομέρειες που μπορεί να είναι χρήσιμες στον εχθρό. Εκείνο που έχει κάποια σημασία είναι ότι μπήκα στο χορό.

Ένα χορό που με συνεπήρε ολόκληρη κι έδωσε νόημα στον ανθρώπινο προορισμό μου. Παρ’ όλα όσα πέρασα, παρά την εφιαλτική προοπτική που ανοίγεται για όλη μου τη ζωή, δεν μετανοιώνω για το δρόμο που διάλεξα. Και ευγνωμονώ την ώρα εκείνη που καθισμένη στο χαλί στα πόδια της Νέλλης άκουγα τη δραματική ιστορία της και ζούσα την εσωτερική μου μεταμόρφωση.
Στην αρχή με χρησιμοποίησαν σε δουλειές που δεν απαιτούσαν πείρα και γνώσεις, αλλά προϋπόθεταν εμπιστοσύνη, όπως το κρύψιμο καταδιωκόμενων προσώπων. Τα κατάφερνα καλά, χωρίς να πάθουμε ποτέ ζημιά. Έπειτα πήρα μέρος σε δυσκολώτερες επιχειρήσεις. Μια απ’ αυτές ήταν η μεγάλη διαδήλωση της οδού Ερμού. Ούτε δω θα σας πω οργανωτικές λεπτομέρειες. Η διαδήλωση ξέσπασε ξαφνικά σαν μπόρα. Στην ώρα της μεγάλης κυκλοφορίας. Δωδεκάμιση με μία το μεσημέρι.

Φοιτητές και φοιτήτριες, σκορπισμένοι ανάμεσα στο πλήθος, έρριξαν το πρώτο σύνθημα: «Λευτεριά», «Δημοκρατία».

Στην αρχή βουβαμάρα, έπειτα ξεθάρρεμα. Χιλιάδες φωνές δόνησαν την ατμόσφαιρα. «Λευτεριά». Και χιλιάδες χέρια σηκώθηκαν κι έπιασαν στον αέρα τις προκηρύξεις που ρίχτηκαν από ψηλά κτίρια. Παρακολούθησα ως το τέλος την επιχείρηση και συγκράτησα τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες. Οι περισσότεροι έχωναν τις προκηρύξεις στις τσέπες τους. Οι γυναίκες βούρκωναν. Άλλες φοβόντουσαν. Ένα παιδί ως 13 χρονών έβαλε τρικλοποδιά στον αστυφύλακα που κυνηγούσε λυσσασμένος μια κοπέλλα. Κι όταν μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό κατέφθασαν συντεταγμένες δυνάμεις της αστυνομίας και άρχισε το ανθρωποκυνηγητό πολλές πόρτες άνοιξαν, για να φυγαδέψουν τους κυνηγημένους. Ως το απόγευμα συνεργεία αστυφυλάκων μάζευαν από τους δρόμους τα χρωματιστά χαρτιά, το φως της λευτεριάς.

Ένας Έλληνας σπουδαστής στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, είχε ρθει στην Αθήνα εκείνες τις ημέρες. Και παραπονιότανε γιατί στην Ελλάδα οι αντιστασιακές εκδηλώσεις ήσαν ακόμη μικρής εκτάσεως και δεν βοηθούσαν «το μέτωπο του Εξωτερικού». Ιδίως η αμερικανική κοινή γνώμη χρειαζόταν —έλεγε— εντυπωσιακά πράγματα για να ξυπνήσει… Κάποιος του εξηγούσε τις δυσκολίες που έχουμε, την αφόρητη τρομοκρατία, τη φοβία του μεγάλου πλήθους. Εγώ άκουγα αγανακτισμένη. Ώστε οι κύριοι δημοκράτες του Πρίνστον δεν ήσαν ικανοποιημένοι από μας. Δεν τους συγκλόνιζε και δεν τους ξυπνούσε ο θρήνος στα στρατόπεδα, οι οιμωγές από την ταράτσα της Μπουμπουλίνας, από τις πολλές ταράτσες, από τα αναρίθμητα μπουντρούμια;

Έκαναν λοιπόν «ανεπαρκή» αντίσταση τα χιλιάδες παλληκάρια και τα κορίτσια που ξεκινούσαν μέσα στη νύχτα για να ετοιμάσουν και μοιράσουν τον παράνομο τύπο, για να σκορπίσουν προκηρύξεις, για να τοποθετήσουν τα μαγνητοφωνημένοσυνθήματα, για να κάνουν τα καθημερινά σαμποτάζ, για να τοποθετήσουν μιαν αυτοσχεδιασμένη μπόμπα; Ξέρουν ότι κάθε πρωί μετρούσαμε τις απώλειες, με βεβαιότητα ότι κάθε πιασμένος θα περνούσε την τραγωδία της Νέλλης και ότι πολλοί περισσότεροι θάπρεπε να περάσουν στην παρανομία; Έμαθαν ποτέ πόσοι αγωνιστές, μη έχοντας καταφύγιο, κοιμόντουσαν μέσα στη βαρυχειμωνιά στα πάρκα ή σε μισοτελειωμένες οικοδομές, σαν κυνηγημένα ζώα;

Βγάζοντας από τη μέση τον εαυτό μου θέλω να φωνάξω και να μ’ ακούσουν όλοι, ότι το μεγάλο έπος της καινούργιας αντιστάσεως ήταν στους οκτώ μήνες του 1967.

Τότε που το ποσοστό ασφαλείας ήταν μηδέν και το ποσοστό του κινδύνου εκατό. Ποτέ δεν θα ξεχάσω ένα βράδυ που πήγαινα για «δουλειά» στη συνοικία Ζωγράφου. Εκεί, σ’ ένα απόμερο δρομάκι, μια μικρή σκιά περπατούσε σβέλτα στο πεζοδρόμιο. Πηδώντας σαν αίλουρος κύτταζε μπρος – πίσω και μ’ ένα πήδημα ξαναγύριζε κι έσκυβε σε κάθε κατώφλι. Σαν με είδε κοντοστάθηκε, μα σε λίγο συνέχισε τη δουλειά του. Στη γωνιά, κάτω από το ηλεκτρικό φως, ξεθαρρεμένος με πλησίασε, μου έβαλε στην παλάμη ένα χαρτί, έσφιξε το κλεισμένο χέρι μου στις μικρές γροθιές του και μου ψιθύρισε: «Για τη λευτεριά». Και χάθηκε αλαφροπατώντας σα σκιά μικρού Θεού στα σκοτεινά δρομάκια. Δεν είχαν περάσει τρία – τέσσερα λεπτά όταν ακούστηκαν πυροβολισμοί. Ήσαν από την κατεύθυνση που είχε ακολουθήσει, παίζοντας με το θάνατο ο μικρός Θεός της νύχτας…
Παράλληλα με τις άλλες δραστηριότητες η αντιστασιακή οργάνωση που δουλεύω ανάθεσε σε μένα και σε δυο άλλα μέλη της να συγκεντρώνουμε υλικό με γεγονότα για δολοφονίες, βασανιστήρια, συλλήψεις, εξαφανίσεις και ό,τι άλλου είδους εγκλήματα διαπράττει η Χούντα.

Είναι πολύ σοβαρή δουλειά, μας είπαν. Χρειάζεται για να διαφωτίσουμε τον Ο.Η.Ε., το Συμβούλιο Ευρώπης και τους άλλους διεθνείς οργανισμούς.

Γι’ αυτό προσοχή στην ακρίβεια. Εκτελούμε αυτή την αποστολή με τη μεγαλύτερη δυνατή ευσυνειδησία. Ασφαλώς μας διέφυγαν πολλά στοιχεία. Εκείνα όμως που καταγράφαμε σε τετράδια και έμπαιναν στο σιδερένιο κουτί και θάβονταν στον κήπο του σπιτιού μου είναι πραγματικά γεγονότα. Είναι τεχνικά αδύνατο να σας στείλω όλο τον όγκο του συγκεντρωμένου ως τώρα υλικού. Έπειτα νοιώθω ότι αυτό το σιδερένιο κουτί, που έχει μέσα του τον πόνο, το αίμα και τα δάκρυα του λαού μας, είναι ένα ιερό κειμήλιο του αγώνα. Και πρέπει να μείνει εδώ στο άγιο χώμα της πατρίδας. Όταν λυτρωθούμε από τη σκλαβιά — και τη λευτεριά δεν θα μας τη χαρίσει κανείς, θα την πάρουμε με τα δικά μας χέρια — τότε το υλικό αυτό θα γίνει η Μαύρη Βίβλος της Δικτατορίας.

Σας στέλνω όμως από τις προσωπικές μου σημειώσεις ορισμένα στοιχεία για βεβαιωμένα γεγονότα.

Συνθέτουν μια εικόνα ωχρή, αλλά πάντως εικόνα της πραγματικότητας. Χρησιμοποιήστε τα όπου μπορείτε για να ξυπνήσουν οι κοιμισμένες συνειδήσεις.
Αρχίζω από τους τιμημένους νεκρούς μας. Αυτούς που δολοφόνησε η «αναίμακτη Επανάσταση». Το πρωί της 21 Απριλίου οι ραδιοσταθμοί της Χούντας μετέδιδαν συνεχώς «ότι ουδείς εφονεύθη» κατά τις νυκτερινές επιχειρήσεις. Αλλά εκείνο το πρωί στο νεκροτομείο της Αθήνας ήσαν τοποθετημένα δεκαοκτώ πτώματα σκοτωμένων. Μας το εβεβαίωσαν αρμόδιοι υπάλληλοι του νεκροτομείου και τρεις δημοσιογράφοι. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν και το πτώμα της Μαρίας Καλόβρου, που την πυροβόλησαν από ένα τανκ σε κάποια πάροδο της οδού Πατησίων. Τις επόμενες ημέρες άλλοι νεκροί: Ο Παναγιώτης Ελλής δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο του Ιπποδρόμου από έναν αξιωματικό των Θωρακισμένων. Ο Γεώργιος Λαδάς σκοτώθηκε από έναν αστυνομικό που τον πυροβόλησε από πίσω.

Την ιστορία του Νικηφόρου Μανδηλαρά θα την έχετε ακούσει. Ήταν ένας εξαίρετος δικηγόρος, που είχε πάρει μέρος στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ σα συνήγορος των κατηγορουμένων. Επιχείρησε να φύγει στο Εξωτερικό με ένα μικρό πλοίο. Φαίνεται ότι προδόθηκε. Τον παρέδωσαν στη Χούντα. Το πτώμα του εκβράστηκε σε μια ακρογιαλιά της Ρόδου. Είχε φοβερά σημάδια βασανιστηρίων100. Στις 28 Ιουνίου (1967) δυο νέοι αγνώστου ταυτότητας μοίραζαν στο Περιστέρι προκηρύξεις του Πατριωτικού Μετώπου. Η αστυνομία τους μπλοκάρισε και τους έπιασε. Εκτελέστηκαν επί τόπου. Στις 7 Ιουλίου ο λοχίας Δημήτριος Κολυβάς δολοφονήθηκε από τη Στρατιωτική Αστυνομία. Οι σφαίρες είχαν συντρίψει το κεφάλι του. Οι εφημερίδες της λογοκρισίας έγραψαν ότι επρόκειτο για φόνο «εξ αμελείας». Ο αξιωματικός της Χωροφυλακής Πέτρος Σωτηρόπουλος, προσωπικός φίλος του Γεώργιου Παπανδρέου, βρέθηκε ένα πρωί νεκρός σ’ ένα χωριό των Θηβών.

Το κεφάλι του ήταν τρυπημένο από τέσσαρες σφαίρες. Ο λοχαγός Μαρμαράς βρέθηκε σκοτωμένος τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου. Στις 5 Σεπτεμβρίου (1967) η αστυνομία έκανε επιδρομή σ’ ένα σπίτι της Θεσσαλονίκης. Αργότερα οι αστυνομικοί βγαίνοντας τραβούσαν το ματωμένο σώμα του Γιάννη Χαλκίδη. Στην Ασφάλεια τον αποτελείωσαν και έθαψαν βιαστικά το πτώμα του. Στην Καβάλα πέντε στρατιώτες στήθηκαν στον τοίχο χωρίς δίκη, άγνωστο για ποια συγκεκριμένη αιτία. Όταν το πληροφορήθηκαν οι οικογένειές τους ζήτησαν τα πτώματα για να τα θάψουν Οι στρατιωτικές αρχές δεν έδωσαν άδεια. Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Κυριάκος Σιδηρόπουλος δολοφονήθηκε στο χωριό Απόστολοι του Κιλκίς. Ο Λάμπρος Σπύρου, στέλεχος της Νεολαίας της Ενώσεως Κέντρου, πιάστηκε την επομένη του πραξικοπήματος. Από τότε τα ίχνη του χάθηκαν. Ο αριθμός των εξαφανιζομένων έπειτα από τη σύλληψή τους είναι αρκετά μεγάλος. Έχω υπ’ όψη μου πάνω από εκατό συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αλλά είναι περισσότεροι.

Στο νεκροτομείο της οδού Μασσαλίας κουβαλάνε κάθε νύχτα πτώματα από την οδό Μπουμπουλίνας και από το Διόνυσο.

Στα ειδικά συρτάρια του νεκροτομείου που τοποθετούν τα πτώματα κρεμούν την πινακίδα: «Αγνώστων στοιχείων». Και η στερεότυπη απάντηση των αρχών στις οικογένειες των εξαφανισμένων είναι: «Δεν υπάρχει τέτοιο όνομα στους πίνακες των κρατουμένων». Μόνο σε τρεις περιπτώσεις, συγκεκριμένα για τους Γεώργιο Αντωνιάδη, Κωνσταντίνο Κάττη και Τάκη Τσάντη, δόθηκε η εξήγηση ότι «αυτοκτόνησαν».
Συνεχίζω: Ο υπαξιωματικός Κ. Παλαιολόγος πέθανε από τα βασανιστήρια στο πολεμικό σκάφος «Έλλη». Ο στρατιώτης Ιωάννης Αρβανίτης δολοφονήθηκε στη μονάδα στρατού Έβρου όπου υπηρετούσε. Στην ίδια μονάδα πέθανε ο στρατιώτης Ν. Καλιοντζής. Ο πατέρας του ήταν κρατούμενος στο στρατόπεδο Λέρου. Η αδελφή του βασανιζότανε στο ειδικό κέντρο του NATO, στο προάστιο Αγία Παρασκευή. Το μόνο ελεύθερο μέλος της οικογένειας, η μάνα, κατάφερε να παραλάβει το πτώμα του γυιού της. Έφερε ανατριχιαστικά ίχνη μαρτυρίων.

Και τώρα η περίπτωση του Γεώργιου Τσαρουχά.

Αγωνιστής με ηρωική ιστορία ο Τσαρουχάς είχε τιμηθεί από το λαό με το αξίωμα του βουλευτή. Την ημέρα της δολοφονίας του αξέχαστου Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963 ο Τσαρουχάς τραυματίσθηκε βαριά και στο δρόμο και μέσα στο ασθενοφόρο όχημα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Γλύτωσε το θάνατο. Αλλά οι φονιάδες δεν τον είχαν ξεχάσει. Στις 8 Μαΐου 1968 — έπειτα από πέντε χρόνια — ο Τσαρουχάς ταξίδευε με αυτοκίνητο από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Μέσα στο αυτοκίνητο ήσαν μαζί του ο Κώστας Μελέτης, η μνηστή του Γεωργία Παναγοπούλου, ο μηχανικός Μάστορας και ο εκδότης της εφημερίδας «Μακεδονική Ώρα» και πρώην βουλευτής Αλέξιος Παπαλεξίου. Λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη ένα απόσπασμα Χωροφυλακής σταμάτησε το αυτοκίνητο. Έσυραν έξω και τους πέντε επιβάτες. Σαν καννίβαλοι ρίχτηκαν πάνω τους. Εκεί, στην ερημιά της νύχτας, ο Τσαρουχάς άφησε την τελευταία του πνοή101

Από τις 11 το πρωί ως τις 7 το βράδυ το φέρετρο έμενε κατάκλειστο, φρουρούμενο από τους χωροφύλακες.

Σε μια στιγμή η Καίτη, κόρη του θύματος, άρπαξε τον ιατροδικαστή από το γιακά: «Αν είσαι γιατρός, του είπε, έχεις ορκιστεί να λες την αλήθεια. Λέγε, λοιπόν, από τι πέθανε ο πατέρας μου». Ο ιατροδικαστής της Χούντας περιορίστηκε να πει: «Η Ασφάλεια θα σας εξηγήσει». Στις 7 οι χωροφύλακες άρπαξαν το φέρετρο και το κατέβασαν βιαστικά στο σκαμμένο τάφο. Τότε . Χωρίς καν μια σφαίρα. Οι καννίβαλοι τον σκότωσαν με τα χέρια τους. Οι άλλοι μισοπεθαμένοι κλείστηκαν στη φυλακή. Την άλλη μέρα, στις 11 το μεσημέρι η Χωροφυλακή κάλεσε τη γυναίκα του Τσαρουχά Ιωάννα και της ανεκοίνωσε ότι ο άντρας της έπαθε καρδιακή προσβολή όταν τους είδε και ότι το πτώμα του βρίσκεται στο νεκροτομείο.

Η χήρα ζήτησε τότε να πάρει τον νεκρό στο σπίτι της και να τον κηδέψει. Η Χωροφυλακή αρνήθηκε. Και δεν επέτρεψε ούτε ν’ ανοιχτεί το φέρετρο ακριβώς εκτυλίχθηκε μια σκηνή που θυμίζει αρχαία ελληνική τραγωδία. Η Καίτη όρμησε πάνω στο φέρετρο και με μια υπεράνθρωπη δύναμη έσπρωξε τους φονιάδες και τράβηξε το σκέπασμα. Όλοι αντίκρυσαν το πολτοποιημένο πρόσωπο του σεμνού ήρωα. Τα χέρια του ήταν — και στον τάφο — δεμένα με χειροπέδες, τα ρούχα του λεκιασμένα από ξεραμένο αίμα.
Και οι άλλοι τέσσαρες; Ο Μάστορας και ο Παπαλεξίου επί μήνες βασανίζονταν μέρα – νύχτα. Δεν ξέρω αν ζούνε. Ο Μελέτης είναι ο ένας από τους δύο (ο άλλος λέγεται Μαρκετάκης) μάρτυρες που έστειλε η Χούντα το Δεκέμβριο 1968 στο Στρασβούργο για να καταθέσουν στο Συμβούλιο Ευρώπης ότι κανένας δεν έχει βασανιστεί.

Ο Μελέτης κατόρθωσε να δραπετεύσει, ζήτησε πολιτικό άσυλο στο προξενείο της Νορβηγίας και έγινε από μάρτυρας υπερασπίσεως μάρτυρας κατηγορίας της δικτατορίας.

Η μνηστή του Γεωργία Παναγοπούλου μπόρεσε στις αρχές του 1969 επίσης να δραπετεύσει. Πήγε στο Όσλο και βρήκε τον αγαπημένο της. Τώρα ζούνε μαζί μακρυά από τη ζούγκλα. Για τον Μαρκετάκη θα έχετε ακούσει. Έγραψε τόσα ο ξένος τύπος. Είχε ξεφύγει κι αυτός στο Στρασβούργο από τους φρουρούς του και μαζί με το Μελέτη ζήτησε άσυλο. Αργότερα έφυγε για τη Σουηδία. Αλλά ο αρχηγός της χουντικής αντιπροσωπείας πρόφτασε να του διαμηνύσει ότι «αυτό που έκανε θα το πλήρωναν ακριβά η γυναίκα του και τα παιδιά του». Ο Μαρκετάκης, άγρια βασανισμένος ο ίδιος, ήξερε τι σήμαινε η απειλή. Στη Στοκχόλμη η ελληνική πρεσβεία του επανέλαβε σαφέστερα την υπόμνηση ότι οι δικοί του ήταν όμηροι στην Αθήνα. Δείλιασε και ξαναγύρισε στην Ελλάδα. Όταν έλθει η υποεπιτροπή του Συμβουλίου Ευρώπης ο Μαρκετάκης θα καταθέσει ότι «τα περί βασανιστηρίων» είναι σατανική επινόηση των έχθρων της Ελλάδος…

Τώρα που έφθασα στο κεφάλαιο «Βασανιστήρια» δεν ξέρω από πού να αρχίσω και τι να πρωτοπεριγράψω.

Η φρίκη σταματάει την ψύχραιμη ταξινόμηση των γεγονότων. Καθώς ξεφυλλίζω το τετράδιο με τις σημειώσεις μου το χέρι τρέμει, το μυαλό θολώνει. Τα δάκρυα κυλάνε πάνω στο χαρτί και το μουτζουρώνουν.
Χιλιάδες οι περιπτώσεις. Και κάθε μια κρύβει κι ένα προσωπικό δράμα ή μια οικογενειακή τραγωδία. Ξεφυλλίζω τις σελίδες και διαβάζω για τον Πέτρο με το κομμένο πόδι. Οι δήμιοι φρενιασμένοι είχαν ξεπεράσει το όριο της γάγγραινας. Πιο κάτω η Αννούλα. Η κοιλιά και τα γεννητικά της όργανα είναι ακόμη πληγιασμένα από τα καψίματα των τσιγάρων… Να εδώ ο πατέρας της Ελένης. Τον βασάνιζαν μέρα-νύχτα στην ταράτσα. Έτσι όπως ήταν δεμένος στον πάγκο έφεραν τη γυναίκα του και την κόρη του Ελένη, 18 χρονών, και τις εβίαζαν συνέχεια ως που να πει, είτε αυτός είτε εκείνες, πού κρύβεται ο γυιος και αδελφός… Δεν είπαν. Αλλά τα λογικά του πατέρα σάλεψαν…
Και η παρέλαση της φρίκης συνεχίζεται, συνεχίζεται χωρίς τελειωμό.

Θέλω να πω τη σκέψη μου, όσο απλοϊκή ή παράλογη κι αν είναι. Λοιπόν δεν είναι οι βασανιστές που με τρομάζουν.

Πάντοτε σ’ όλες τις εποχές, σ’ όλες τις κοινωνίες υπήρχαν οι μισθωμένοι εγκληματίες. Είναι ανθρώπινα κτήνη, που εκτελούν το καθήκον τους σαν ευσυνείδητοι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως οι δήμιοι. Ούτε καν εκείνοι που επιστημονικά σχεδιάζουν τη βασανιστική υποταγή της ανθρώπινης ψυχής με τρομάζουν. Πρόκειται, όπως έμαθα, για διεστραμμένους εγκεφάλους με ανώτερες σπουδές, που καθισμένοι στα άνετα γραφεία και τα εργαστήρια των ξένων υπηρεσιών ερευνούν, μελετούν και καταστρώνουν προγράμματα μεγιστοποιήσεως του ανθρώπινου πόνου και ελαχιστοποιήσεως της καταβαλλόμενης ενέργειας. (Ο Καραπαναγιώτης, ένας σαδιστής της Μπουμπουλίνας, ενώ τυραννούσε το κορμί μου εξηγούσε, σ’ ένα διάλειμμα, στους βοηθούς του: Άλλοτε χρησιμοποιούσαμε πρωτόγονα μέσα. Και ιδρώναμε για να τους «σπάσουμε». Τώρα, μ’ αυτούς τους συρματένιους βούρδουλες, τα στεφάνια και τα ηλεκτροσόκ η δουλειά γίνεται πολιτισμένα. Ας είναι καλά η αμερικανική βοήθεια…)

Δεν με τρομάζουν όμως ούτε οι Καραπαναγιώτηδες, ούτε οι «πολιτισμένοι» βούρδουλες της αμερικανικής βοήθειας.

Εκείνοι που πραγματικά με τρομάζουν είναι οι αμέριμνοι άνθρωποι όλου του κόσμου. Τα πολλά εκατομμύρια των Αμερικανών και Ευρωπαίων και Αυστραλών και όλου του πλανήτη μας, που απολαμβάνουνε τη μικροευημερία τους — και την ψευτοελευθερία τους — βάζοντας παρωπίδες για ό,τι συμβαίνει έξω από το στενό τους κύκλο. Πάνε κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, εξομολογούνται με ειλικρίνεια, προσπαθούν να μην παραβαίνουν καμιά από τις δέκα εντολές και με καθαρή τη συνείδηση κοιμούνται και κάνουν παιδιά πάνω σε καθαρά σεντόνια. Είναι νομοταγείς πολίτες και καταβάλλουν εμπρόθεσμα τους φόρους τους. Από εδώ όμως αρχίζει η λειτουργία μιας καλά ρυθμισμένης γραφειοκρατικής διαδικασίας, που καταλήγει στην ταράτσα της οδού Μπουμπουλίνας και στα άλλα ελληνικά κολαστήρια. Ένα μέρος από το μόχθο των νομοταγών και ευσεβών αυτών πολιτών στην Αμερική το Κογκρέσο ψηφίζει να πάει —και πάει — στα ταμεία της Χούντας υπό μορφή «στρατιωτικής βοήθειας».

Υποπτευθήκατε ποτέ, μακάριοι άνθρωποι, ότι από το κομμάτι αυτό του μόχθου σας πληρώνονται οι μισθοί των βασανιστών μας και τα εργαλεία που χρησιμοποιούν στο κορμί του λαού μας;

Σεις, που είσαστε τόσο ευαίσθητοι όταν αρρωστήσει ο σκύλος σας, δεν θάπρεπε να δοκιμάσετε την ίδια τουλάχιστον συγκίνηση όταν ένα αγοράκι οκτώ χρονών, ο Γιαννάκης Δημόπουλος από το Αιγάλεω, σφάχτηκε από κτηνάνθρωπους της Στρατιωτικής Αστυνομίας, πληρωμένους από τους φόρους σας; Αν δεν την ξέρετε αυτή την ιστορία να σας την πω: Ο πατέρας του Γιαννάκη, κυνηγημένος από τη Χούντα, είχε περάσει στην παρανομία. Οι αστυνομικοί έπιασαν το παιδί και το χτυπούσαν ζητώντας να τους πει πού κρύβεται ο πατέρας του. Ο Γιαννάκης λάτρευε τον πατέρα του και μισούσε τους φονιάδες. Αρνήθηκε να μιλήσει. Τότε ένας έβγαλε ένα μυτερό μαχαίρι και άρχισε να το μπήζει λίγο – λίγο στο μέρος της παιδικής καρδούλας. Ο Γιαννάκης — σημειώστε αυτό το όνομα, είναι ο μικρότερος ήρωας των αιώνων και κάποτε σεις, σαν τουρίστες, θα φωτογραφίζετε το άγαλμα με τα χρυσά γράμματα που θα του στήσουμε — υπόμενε καρτερικά το μαρτύριο. Αυτό φρένιασε το φονιά και έσπρωξε το μαχαίρι. Το αγοράκι ξεψύχησε . Το έθαψαν σ’ ένα χωματένιο λάκκο στο Αιγάλεω. Χωρίς ένα σταυρό…

Να γιατί, καλοί μου άνθρωποι, εμείς εδώ στην Ελλάδα πιστεύουμε ότι τον Γιαννάκη Δημόπουλο και τους πολλούς άλλους Γιαννάκηδες τους σκότωσε και τους βασάνισε όχι το κτήνος του Αιγάλεω, αλλά η δική σας αμεριμνησία.

Αν καθένας από σας χρησιμοποιούσε τα δημοκρατικά δικαιώματα που έχετε κατακτήσει στις πατρίδες σας και έστελνε ένα λιγόλογο γράμμα στο γερουσιαστή του, στο βουλευτή του, ακόμη και στον ίδιο τον Πρόεδρο και τους έλεγε ότι δεν συμφωνεί να χρησιμοποιείται ο φόρος σας για να σκοτώνουν μικρά παιδιά στην Ελλάδα και να βασανίζουν κορίτσια νάστε σίγουροι ότι δεν θα είχαμε σήμερα στην πατρίδα μου τύραννους.
Έχετε πολύ μεγάλη δύναμη στα χέρια σας, πολίτες όλου του κόσμου. Και ξέρετε καλύτερα από μένα ότι αν ο κύριος γερουσιαστής της πολιτείας σας έπαιρνε μερικές χιλιάδες γράμματα από τους ψηφοφόρους του, κι αν συνέβαινε το ίδιο σε όλους τους κυρίους γερουσιαστές και βουλευτές των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν θα ψηφιζόταν από το Κογκρέσο η στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα, που είναι βοήθεια όχι για τον ελληνικό λαό, αλλά εναντίον του ελληνικού λαού. Και η Χούντα των συνταγματαρχών, χωρίς το οξυγόνο της αμερικανικής βοήθειας και της διπλωματικής υποστηρίξεως, χωρίς τη συμπαράσταση του NATO και μερικών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, θα κατέρρεε σαν χάρτινος πύργος.

Να γιατί είσαστε ηθικά υπεύθυνοι για τη σημερινή κόλαση της πατρίδας μου, αμέριμνοι άνθρωποι και της Αμερικής και της Ευρώπης και όλου του κόσμου. Και βέβαια αυτό ισχύει και για σας, πολίτες της Ρωσίας και των ανατολικών χωρών, που τόσο έντονα διακηρύσσετε την απέχθειά σας κατά του φασισμού. Όμως διατηρείτε διπλωματικές σχέσεις και πρεσβείες και εμπορικές αντιπροσωπείες και στέλνετε τεχνικούς συμβούλους — πού; — στη μόνη ευρωπαϊκή χώρα που ο φασισμός βρυκολάκιασε μετά τον πόλεμο. Πώς δεν κοκκινίζεις από ντροπή, εσύ, κύριε πρεσβευτή της Σοβιετικής Ενώσεως, όταν πηγαίνεις στις δεξιώσεις της Χούντας και σφίγγεις το χέρι του δικτάτορα και το χέρι του Παττακού και το χέρι του Λαδά, του αρχηγού των βασανιστών;

Αν θέλετε να κάνετε πολιτική και διπλωματία πατώντας πάνω στις πληγές μας κάνετέ την. Αλλά η μνήμη μας συγκρατεί και τις θετικές και τις αρνητικές πράξεις σας κατά τη μεγάλη μας δοκιμασία.
Είπα την απλοϊκή μου σκέψη και συνεχίζω φυλλομετρώντας το τετράδιο με τα βασανιστήρια. Πρώτα απ’ όλα ας δούμε τα άντρα των λεγομένων «ανακρίσεων» και τα στρατόπεδα των κρατουμένων. Ο ναζισμός είχε στην Αθήνα την οδό Μέρλιν και την οδό Ελπίδος και το Χαϊδάρι και πολλά άλλα. Και διεθνώς είναι γνωστότερα το Μπέλσεν, το Μαουτχάουζεν, το Νταχάου, το Άουσβιτς, η Τρεμπλίνκα…

Οι συνταγματάρχες μας έχουν την οδό Μπουμπουλίνας (έδρα της Γενικής Ασφαλείας), την Βασιλίσσης Σοφίας (έδρα της Στρατιωτικής Αστυνομίας), το Διόνυσο, μεταξύ Κηφισιάς και Νέας Μάκρης, που είναι η έδρα του 505 τάγματος πεζοναυτών, τη Βαρυμπόμπη, την Αγία Παρασκευή (κέντρο του NATO), την Ασφάλεια Πειραιώς, την Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Έξω απ’ αυτά, και εκτός από τα γνωστά στρατόπεδα της Λέρου και της Γυάρου, κέντρα βασανισμού με λιγώτερη «κίνηση» υπάρχουν, σε κάθε επαρχιακή πόλη και σε κάθε αστυνομικό τμήμα των μεγάλων πόλεων. Δηλαδή το σύνολο ξεπερνάει τα διακόσια πενήντα.

Αυτός ο αριθμός σας δίνει ίσως μια εικόνα της τρομακτικής εκτάσεως που έχει πάρει ο θεσμός των βασανιστηρίων.

Παρέλειψα ν’ αναφέρω το παροπλισμένο καταδρομικό «Έλλη», που δεν σεβάστηκαν την ένδοξη ιστορία του και το μετέτρεψαν σε άντρο μαρτυρίου υψηλής στάθμης για σημαίνοντα πρόσωπα. Εκεί βασανιζόταν επί τέσσαρες συνεχείς εβδομάδες, μαζί με πολλούς άλλους ο κοινωνιολόγος Γεράσιμος Νοταράς, γόνος αρχοντικής οικογενείας και βοηθός του Ελβετού καθηγητή Ζαν Μεϋνώ.
Στο στρατοδικείο ο Νοταράς δείχνοντας τις πληγές του ανέφερε μεταξύ των βασανιστηρίων που τον υπέβαλαν, τη φάλαγγα, τα ηλεκτροσόκ, τους ραβδισμούς καθώς και τη στέρηση τροφής, νερόυ και ύπνου.

Πόσοι είναι συνολικά οι συλληφθέντες κατά τα χρόνια της δικτατορίας;

Ο συνταγματάρχης Λαδάς — ο πιο αρμόδιος — χαριτολογώντας έδωσε σε Ευρωπαίους δημοσιογράφους την εξής απάντηση: «Ξέρετε, κύριοι, ότι ο αριθμός των συλληφθέντων μόλις υπερβαίνει το ένα εκατοστό του πληθυσμού της χώρας;». Ο πληθυσμός μας σήμερα είναι 8,5 έως 9 εκατομμύρια. Άρα οι συλληφθέντες είναι 85.000-90.000. Και ασφαλώς ο Λαδάς δεν υπερβάλλει. Όλοι αυτοί, λίγο – πολύ, έχουν υποστεί κάποιο είδος — ή και πολλά είδη — βασανισμού.
Και το επόμενο ερώτημα είναι: Από ποιους; Εκάμαμε συστηματική καταγραφή των βασανιστών και μέσα στο σιδερένιο κουτί υπάρχει ένας κατάλογος από πεντακόσιους περίπου.

Απ’ αυτούς οι πιο θηριώδεις είναι:

Οδός Μπουμπουλίνας. (Έδρα της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών): Ο αστυνόμος Βασίλειος Λάμπρου, οι υπαστυνόμοι Πέτρος Μπάμπαλης, Κωνσταντίνος Καραπαναγιώτης και Καλύβας, ο αστυνόμος Ευάγγελος Μάλλιος, οι Οδυσσέας Σπανός, Βασίλειος Κραβαρίτης, Γραμμόπουλος, Καραθανάσης, Χρηστάκης, Παπαγγελής, Μαρτίνος, Λογοθέτης, Γιαννομήτρος, Χρηστάρας, Γεωργιάδης, Λουκόπουλος και Σπάσος.

Γενική Ασφάλεια Πειραιώς: Ο υποδιοικητής αστυνόμος Σωτήριος Κουβάς, ο αστυνόμος Γιαννακόπουλος, ο υπαστυνόμος Λάμπρος Γιαννούτσος και οι Σωτήριος Αγγελόπουλος, Φωτεινός, Ηλιόπουλος, Τασσόπουλος και Κανάτας. Για τους εξαιρετικά σκληροτράχηλους κρατούμενους χρησιμοποιείται και ένας «Αντρίκος», αγνώστου επωνύμου.

Ασφάλεια Θεσσαλονίκης: Ιδιαίτερα γνωστός είναι ο ανθυπασπιστής Βασίλειος Καραμήτσος, επί κεφαλής του αποσπάσματος που σκότωσε τον βουλευτή Γ. Τσαρουχά. Άλλοι βασανιστές είναι ο υπομοίραρχος Βασίλειος Μήτσου, γυιος του στρατηγού Μήτσου, οργανωτή της δολοφονίας του βουλευτή Λαμπράκη, ο ταγματάρχης Ν. Κουρκουλάκος, ο υπομοίραρχος Τετραδάκης και ο αγνώστου βαθμού Βασίλειος Βαρελάς.
Σε άλλες περιοχές ξακουστοί βασανιστές είναι οι αντισυνταγματάρχες Καραφάτζος και Φάβατος και ο υπολοχαγός Μαυρογιάννης. Στο 561 Τάγμα πεζικού Σέδες τους βασανισμούς κρατουμένων εκτελεί, εκτός άλλων, ο ταγματάρχης Αναστάσιος Παπακωνσταντίνου.

Ασφάλεια Πατρών: Επί κεφαλής συνεργείου βασανιστών ο υπαστυνόμος Αδαμόπουλος.
Στρατόπεδο Διόνυσου: Ο ταγματάρχης Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος επί κεφαλής εννέα τετραμελών συνεργείων. Επίσης, οι ταγματάρχες Β. Ιωαννίδης, Μαυροειδής και Κωνσταντίνος Μπούφας, με βοηθούς τους ανθυπολοχαγούς Μαυρομάτη, ανθυπασπιστή Σεϊτανίδη και Σπυρόπουλο, αγνώστου βαθμού. Βασανίζει τέλος, και ο ίδιος ο διοικητής του 505 τάγματος Ιωάννης Μανουσαξάκης, καθώς και ο ταγματάρχης Χατζηζήσης.

Ο πίνακας δεν είναι πλήρης. Αυτοί που αναφέρθηκαν ονομαστικά αποτελούν την αφρόκρεμα των βασανιστών.

Γύρω απ’ αυτούς κινούνται περί τις δυο εκατοντάδες «βοηθοί», οι οποίοι είναι απλοί χωροφύλακες, είτε αστυφύλακες, ή μόνιμοι υπαξιωματικοί του στρατού. Η «ανακριτική απασχόληση» θεωρείται πρόσθετη εργασία και πληρώνεται από το κράτος μ’ ένα δεύτερο μισθό, που διπλασιάζει τον κανονικό. Εκτός από τους δυο μισθούς ο βασανιστής εισπράττει 450 δραχμές για κάθε «όνομα» που θ’ αποσπάσει από τον βασανιζόμενο. Η έκτακτη αυτή αμοιβή δίνει κάποια εξήγηση του ζήλου και της εφευρετικότητας των «ανακριτών» στην αναζήτηση μεθόδων κάμψεως του θύματος.

Ο ηθοποιός Περικλής Κοροβέσης, περιγράφοντας στο «Look» τις αλλεπάλληλες σκηνές βασανισμού του στην Μπουμπουλίνας, αφηγήθηκε ότι ο Καραπαναγιώτης του είπε:

«Ξέρουμε ότι δεν είσαι κομμουνιστής. Η οικογένειά σου είναι βασιλική. Θέλουμε ν’ μας βοηθήσεις. Δώσε μας τα ονόματα δυο φίλων σου που δεν συμπαθείς». Το ίδιο έλεγαν και σε άλλους κρατουμένους. Έτσι εξηγείται το φαινόμενο των πολλών εκατοντάδων πολιτών που πιάστηκαν, βασανίσθηκαν και τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι, όταν στην πορεία των «ανακρίσεων» διαπιστωνότανε το «λάθος» και η Χούντα ήθελε να διαφημίσει στο Εξωτερικό απολύσεις κρατουμένων… Οι βασανιστές όμως εισέπρατταν το «κατά κεφαλήν» επίδομα των 450 δραχμών.

Για τους Καραπαναγιώτη, Κραβαρίτη και Μάλλιο υπολόγισαν ότι το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του καθενός (μισθοί, επιδόματα κλπ.) κυμαίνεται μεταξύ 1000 και 1200 δολαρίων (περίπου μισθός πρωθυπουργού). Αρκετά προσοδοφόρο το επάγγελμα του βασανιστή.
Τα νήματα που κατευθύνουν το μηχανισμό του εγκλήματος, επιφανειακά τουλάχιστον, ξεκινάνε από την κορυφή της δικτατορίας και διακλαδούμενα μέσω των υπουργείων Δημοσίας Τάξεως και Εθνικής Αμύνης στα Αρχηγεία Χωροφυλακής, Αστυνομίας, ΚΥΠ και στις στρατιωτικές μονάδες φθάνουν υπό μορφήν αναλυτικών εγκυκλίων διαταγών στα «ανακριτικά κέντρα».

Μια τέτοια εγκύκλιος (αντίγραφο της οποίας υπάρχει στο σιδερένιο κουτί) λέει:

«Η ολιγωρία θα παταχθή. Ο ζήλος, και δη ο υπέρμετρος, θα αμειφθή υπό της Πατρίδος ηθικώς και υλικώς».
Όταν η εγκύκλιος αυτή έφθανε στην οδό Μπουμπουλίνας ο Λάμπρου και οι συνεργάτες του δεν είχαν απλώς την άδεια, αλλά και τη διαταγή να υποβάλουν τους κρατουμένους σε βασανιστήρια. Έτσι, σε μια μελλοντική «δίκη Νυρεμβέργης» δύσκολα ο κύριος Παπαδόπουλος θα μπορέσει να ισχυρισθεί ότι οι «υπερβασίες» ήταν έργο των κατωτέρων οργάνων…
Είναι όμως ο Παπαδόπουλος και οι άλλοι συνταγματάρχες η κορυφή της πυραμίδας; Εκατοντάδες από τους Έλληνες που βασανίστηκαν είναι πρόθυμοι να βεβαιώσουν ενόρκως: α) ότι οι δήμιοι τους έλεγαν με υπερηφάνεια: Δεν φοβόμαστε κανένα. Ούτε τον ΟΗΕ, ούτε τον Πάπα, ούτε το Συμβούλιο της Ευρώπης. Πίσω μας είναι οι Αμερικανοί και το NATO, β) Οι μοτοσυκλέττες, τα τζιπς, οι κλούβες, τα σιδερένια στεφάνια, που σφίγγουν το κεφάλι, τα ειδικά μηχανήματα για τα ηλεκτροσόκ, οι συρματένιοι βούρδουλες, οι «ορροί αληθείας», τα παραισθησιογόνα, ακόμη και οι κουβέρτες, με τις οποίες μεταφέρουν τα σακατεμένα κορμιά, φέρουν την ένδειξη η «MADE IN U.S.A.» ή «U.S.A.».

Ένας ταγματάρχης του χουντικού στρατού έλεγε σ’ έναν Αμερικανό δικηγόρο που του εξέφραζε την αποστροφή του για τα βασανιστήρια:

«Για μας η ανακριτική σκληρότης είναι θέμα επιβιώσεως της Επαναστάσεως. Αλλά σεις γιατί διαμαρτύρεστε; Δεν συμβαίνουν τα ίδια στο Βιετνάμ; Δεν ξέρετε ότι αυτά που αποκαλεί ο τύπος σας «κέντρα βασανισμού» είναι «πειραματικά κέντρα» του Πενταγώνου εντεταγμένα σε στρατηγικά προγράμματα;».
Για τη μεθοδολογία του βασανισμού θα μπορούσαν να γραφούν πολλά. Από την προσωπική μου εμπειρία και από εκατοντάδες άλλες περιπτώσεις καταλήγω στο συμπέρασμα ότι εφαρμόζεται μια ρυθμισμένη κλίμακα εναλλασσόμενων σωματικών και ψυχολογικών βασάνων, που αναζητεί το ευαίσθητο σημείο του κάθε θύματος.

Η φάλαγγα αποτελεί την κλασική αρχή, εφαρμόζεται όμως σε πολλές ποικιλίες. Με αμερικανικό βούρδουλα, με σιδηροσωλήνες ή με απλά ξύλινα ρόπαλα. Πού και πού, όταν η αντίσταση είναι μεγάλη, τότε χρησιμοποιούνται ειδικά ξύλα, στο κάτω μέρος των οποίων εξέχουν καρφιά. Και όταν δεν θέλουν ν’ αφήσουν σημάδια η φάλαγγα γίνεται με κάλτσες γεμισμένες άμμο.

Στο «Διόνυσο» εφαρμόζεται και το σιδερένιο στεφάνι, μια υπερμοντέρνα έκδοση του «ακάνθινου στεφάνου» του Χριστού. Είναι ένα μηχάνημα που εφαρμόζει στο κεφάλι και περισφίγγεται ολοένα και περισσότερο με σφίξιμο στις δυο βίδες του. Πολλοί απ’ αυτούς που υπέστησαν το στεφάνι τρελλάθηκαν και νοσηλεύονται στο Δημόσιο Ψυχιατρείο ή σε ιδιωτικές κλινικές.
Έχω μάθει ότι το στεφάνι έχει προκαλέσει αντιδικία μεταξύ αστυνομικών και στρατιωτικών αρχών. Τα ειδικά εργαλεία βασανισμού έρχονται στο πλαίσιο της στρατιωτικής βοήθειας και παραλαμβάνονται απ’ ευθείας από το επιτελείο στρατού, που τα κατανέμει στα διάφορα στρατιωτικά κέντρα «ανακρίσεων».

Οι αστυνομικές αρχές ζήτησαν να πάρουν και αυτές μια μικρή ποσότητα, αλλά το επιτελείο αντιτάσσει άρνηση. Τελευταία το στεφάνι χρησιμοποιείται και στην Ασφάλεια Πειραιώς, φαίνεται ότι το επιτελείο ενέδωσε.
Τρίτος βαθμός ανακρίσεως είναι το «κρέμασμα». Ο βασανιζόμενος, αφού έχει υποστεί και τη φάλαγγα και το στεφάνι, κρεμιέται με τα χέρια δεμένα πίσω με χειροπέδες από ένα σιδερένιο γάντζο. Σ’ αυτή τη στάση οι κρεμασμένοι Χριστοί, συνήθως γυμνοί, υφίστανται τα πιο φρικαλέα μαρτύρια. Με μια συντονισμένη συγχορδία ο ένας μαστιγώνει τον κορμό, ο άλλος συνθλίβει τα γεννητικά όργανα, ο τρίτος σβήνει αναμμένα τσιγάρα πάνω στην πληγιασμένη σάρκα, ο τέταρτος κάνει ηλεκτροσόκ στον τράχηλο και ένας πέμπτος ασχολείται με το ξερρίζωμα των νυχιών.

Κάθε τόσο ο κρεμασμένος λιποθυμάει. Κι αυτές είναι οι μόνες στιγμές που σταματάει ο πόνος. Αλλά οι κέρβεροι το ξέρουν και ρίχνουν βιαστικά άφθονο νερό για να συνέλθει ο βασανισμένος και να συνεχίσουν.
Αυτά όλα αν τα φαντασθήτε σε μια απίθανη αφθονία ποικιλιών103
, και με την παρεμβολή ατομικών αυτοσχεδιασμών, έχετε κάποια εικόνα της εφιαλτικής πραγματικότητας, για την οποία ο κύριος Κόλλιας, πρώτος πρωθυπουργός της δικτατορίας, είπε τον Οκτώβριο 1967 σε ομάδα Αμερικανών δημοσιογράφων: «Οι κρατούμενοι απολαμβάνουν περιφήμων συνθηκών».
Συγχωρείστε με, καλοί μου άνθρωποι, που μιλάω με πίκρα. Αλλά η ψυχή μου έχει μαυρίσει.

Και καθώς γυρίζω τις σελίδες και σταματάω στα πύρινα ονόματα Μπουμπουλίνα, Διόνυσος, Ασφάλεια Πειραιώς, το μυαλό μου θολώνει. Καταλάβετέ το ότι εκεί καίνε ανθρώπινες σάρκες, σπάζουν ανθρώπινα κόκκαλα. Αγωνίζονται να σπάσουνε και ψυχές. Δεν τα καταφέρνουν πάντοτε. Λέει ο Κουβάς του Πειραιώς στη Σελήνη Σαβινίδου την ώρα που τη βασάνιζε: «Σαβινίδου, ή υπογράφεις ή πρώτα θα πεθάνω εγώ και μετά θα βγεις εσύ από δω μέσα».

Και η Σελήνη ήρεμα απαντάει:

«Όχι, Κουβά. Δεν θα υπογράψω. Εγώ θα ζήσω και μετά το θάνατό σου για να δω λεύτερη την πατρίδα μου».
Ο Νίκος Κιάος είναι ένας νέος επιστήμονας. Μεγάλωσε χωρίς τους γονείς του, γιατί ο πατέρας και η μάνα του πέρασαν πολλά χρόνια στις φυλακές και στις εξορίες. Ο Νίκος ήταν γενικός γραμματέας του συνδέσμου Ειρήνης «Μπέρτραντ Ράσσελ». Επί ένα μήνα τον βασάνιζαν συνέχεια. Και στη Μπουμπουλίνας και στο Διόνυσο. Άντεξε όμως. Ένα παγερό χάραμα τον ξύπνησαν με βουρδουλιές. «Ετοιμάσου», του είπαν. «Κάνε και την προσευχή σου».

Του διάβασαν και την καταδίκη του:

«Εν ονόματι του Βασιλέως…». Σε λίγο ήρθε κι ένας παπάς για να τον μεταλάβει. Ξεκίνησαν για τον τόπο εκτελέσεων. Τότε ο Νίκος όρθωσε το σακατεμένο κορμί του και βαδίζοντας προς το θάνατο τραγούδησε τη «Ρωμιοσύνη» του Θεοδωράκη σε στίχους του Γιάννη Ρίτσου:
«Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται σε λιγώτερο ουρανό,
Αυτές οι καρδιές δεν βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο…».
Η εκτέλεση δεν έγινε. Ήταν εικονική.
Μια από τις μορφές του ψυχολογικού πολέμου. Αλλά καταλάβατε ποια είναι τα παλληκάρια μας;
Ξεφυλλίζω το τετράδιο. Τι να ξεχωρίσω, που κάθε σελίδα, κάθε ιστορία είναι μαζί μια κατάρα και ένας ύμνος για τον άνθρωπο; Να η περίπτωση του Σωτήρη Αναστασιάδη, ενός νέου σκηνοθέτη, γυιού της γνωστής ποιήτριας Γεωργίας Δεληγιάννη -Αναστασιάδη. Η Χούντα επικήρυξε το Σωτήρη και το φίλο του Δημήτρη Δαρειώτη σαν ληστές για 100.000 δραχμές το κεφάλι του καθενός. Σε μια συγκλονιστική έκκληση προς την παγκόσμια κοινή γνώμη η μάνα του Σωτήρη έλεγε ότι το μόνο έγκλημα του παιδιού της και του φίλου του ήταν ότι «νέοι και οι δυο ονειρεύτηκαν έναν κόσμο καλύτερο, βασισμένο στην ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη».

Τους πιάσανε, τους βασάνισαν. Στο δικαστήριο έδειξαν τις ουλές από τα εγκαύματα, τα σπασμένα δάκτυλα των χεριών, τα ξερριζωμένα με τανάλιες νύχια…

Ο Βασιλικός Επίτροπος στην αγόρευσή του είπε ότι «τα δήθεν βασανιστήρια αποτελούν σατανική επινόηση των εχθρών του έθνους». Οι στρατοδίκες τους δίκασαν σε πολλά χρόνια φυλακή.

Να η τραγωδία του Λεωνίδα Τσιαδή. Κατέρριψε το ρεκόρ της ταράτσας. Τον ανέβασαν 37 φορές. Οι δήμιοι είχαν απελπιστεί. Την 37η φορά όμως του είχαν ετοιμάσει μια έκπληξη που δεν την περίμενε. Ενώ ήταν δεμένος στον πάγκο φέρανε μπροστά την κορούλα του έντεκα χρονών. Ο Μπάμπαλης του είπε: «Θα την περάσει μπροστά σου η μισή Ασφάλεια. Τι λες;» Ο Τσιαδής κατέρρευσε. Και παρέδωσε την ψυχή του. Είχαν βρει την ευαίσθητη χορδή του πατέρα.

Κλείνω το κεφάλαιο με την περίπτωση της Ελένης Κ. Την πήγαν στο Διόνυσο και την έρριξαν σ’ ένα κελλί, που είχε μέσα μισό πόδι νερό.

Δυο μήνες την βασάνιζε και τη «γλεντούσε» ο ταγματάρχης Θεοφιλογιανάκος. Ετοίμαζαν τα χαρτιά της για το στρατοδικείο όταν ανακάλυψαν ότι είχε γίνει λάθος. Συνωνυμία με κάποιαν άλλη που καταζητούσαν. Η Ελένη διηγείται ότι μια από τις μέρες του μαρτυρίου της σκαρφάλωσε στο μικρό άνοιγμα της πόρτας για ν’ αναπνεύσει. Και αντίκρυσε το πρόσωπο του ένοπλου φρουρού της. Ήταν ένα νέο παιδί, κληρωτός στρατιώτης. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Μια αναλαμπή ανθρωπιάς στην κόλαση του Διονύσου.
Στο δεύτερο τετράδιο σταματάω στην πρώτη σελίδα. Μαζί σταματάει και η καρδιά μου. Είναι η προσωπική μου τραγωδία σε μορφή ημερολογίου. Οι περισσότερες σελίδες είναι γραμμένες από μνήμης. Αντιγράφω:

22 Νοέμβρη 1967.

Δεν μένω πια σπίτι μου, στο όμορφο διαμέρισμα της οδού Χάρητος.

Μια νύχτα, τον περασμένο μήνα χτύπησε δυνατά η πόρτα μου. Κατάλαβα… Από καιρό είχα καταστρώσει το σχέδιο διαφυγής. Έτσι, ενώ αγωνίζονταν να σπάσουν την πόρτα εγώ κατέβηκα από την είσοδο της υπηρεσίας στο ισόγειο και πηδώντας ένα τοίχο δυόμιση μέτρα ύψος βρέθηκα στη νυχτερινή ερημιά του πίσω δρόμου. Είχα μια διεύθυνση για καταφύγιο σε ώρα μεγάλης ανάγκης. Βαδίζοντας με μεγάλη προφύλαξη από τους πιο σκοτεινούς δρόμους μπόρεσα να φτάσω…
Τώρα είμαι παράνομη. Μένω στο υπόγειο μιας φτωχής γειτονιάς. Με κομμένα και αλλαγμένα στο χρώμα μαλλιά, φορώντας γυαλιά, έχω αλλάξει μορφή και δουλεύω στον μυστικό, τον αλογόκριτο τύπο. Εκτελώ καθήκοντα «συνδέσμου» για την εφημερίδα του Πατριωτικού Μετώπου.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πηγαίνω, με ακρίβεια δευτερολέπτου, σε πολλά σημεία της Αθήνας και να μαζεύω χειρόγραφα. Χρησιμοποιώ ένα ποδήλατο που στο τιμόνι έχει ένα καλαθάκι. Στο σημείο της συναντήσεως αφήνω το ποδήλατο στο πεζοδρόμιο και κυττάζω κάποια βιτρίνα. Ο άνθρωπος με τα χειρόγραφα περνάει ξυστά από το πεζοδρόμιο, αφήνει το φάκελο στο καλαθάκι του ποδηλάτου και φεύγει. Όταν τελειώσω τη συγκέντρωση των χειρογράφων συναντώ σε κάποιο σημείο ενός δρόμου, που κάθε φορά αλλάζει, το βοηθό του αρχισυντάκτη και με αστραπιαία ταχύτητα παραδίνω το πολύτιμο υλικό.

Ο κίνδυνος παραμονεύει κάθε στιγμή.

Αλλά όταν καμαρώνεις την τυπωμένη παράνομη εφημερίδα και ξέρεις ότι θα πάει σε δέκα χιλιάδες σπίτια και θα διαβαστεί από πολύ περισσότερο κόσμο η ικανοποίηση που αισθάνεσαι δεν διώχνει, βέβαια, τον κίνδυνο, αλλά διώχνει το φόβο του κινδύνου. Ας είναι…
Εδώ και λίγες μέρες ένας που δούλευε στα «μαγνητόφωνα» πιάστηκε. Και με ειδοποίησαν να τον αντικαταστήσω. Να πώς γινόταν η δουλειά με τα μαγνητόφωνα: Νοικιάζαμε ένα τρίκυκλο για μεταφορές και το σταθμεύαμε σ’ ένα πολυσύχναστο μέρος. Μέσα στο τρίκυκλο υπήρχε ένα κιβώτιο με το μαγνητόφωνο και το μεγάφωνο. Όταν ο οδηγός απομακρυνθεί σε απόσταση ασφαλείας, το ρυθμισμένο μαγνητόφωνο αρχίζει να λειτουργεί. Ώσπου να ειδοποιηθεί και να καταφθάσει η αστυνομία τα συνθήματα της αντιστάσεως τα έχουν ακούσει χιλιάδες άνθρωποι.

Αισθάνθηκα υπερήφανη που το ντεπούτο μου στην καινούργια δουλειά σημείωσε επιτυχία.

Ήταν γύρω στις οκτώ το βράδυ στην πλατεία Συντάγματος. Πήχτρα ο κόσμος. Ξαφνικά άρχισε να ξεχύνεται η απαγορευμένη θεία μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Το τραγούδι της Φαραντούρη έλεγε:
«Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει».
Ο κόσμος ανατριχιάζει. Εγώ κλαίω. Η μουσική και το τραγούδι σταματάνε. Και μια ζεστή φωνή, παλλόμενη από συγκίνηση, ακούγεται: «Σας μιλάει το Πατριωτικό Μέτωπο. Ο φασισμός θα συντριβεί. Η Δημοκρατία θ’ αναστηθεί…». Η φωνή είναι γνωστή. Είναι του Μίκη, γραμμένη σε μαγνητοταινία. Ο Θεοδωράκης βρίσκεται στα νύχια της Χούντας, αλλά η φωνή του είναι ελεύθερη.
Από τον κρυψώνα μου είδα τα λεφούσια της αστυνομίας νάρχονται. Καιρός να φύγω…

22 Νοεμβρίουυ 1967:

Οσμίζομαι ότι πλησιάζει και η δική μου ώρα. Δεν μπορώ να διατηρηθώ περισσότερο στην παρανομία.

Ένα ρίγος στη σπονδυλική στήλη με παραλύει. Το πρωί, ενώ από το παραθυράκι του υπόγειου έκανα την καθημερινή κατόπτευση του δρόμου, είδα στο απέναντι πεζοδρόμιο μια φάτσα που το ένστικτο μου λέει ότι είναι ύποπτη. Κοιτούσε δήθεν χαζά τη βιτρίνα στο αντικρυνό μαγαζάκι. Από καιρό σε καιρό βημάτιζε στο πεζοδρόμιο και περιεργαζότανε τα διάφορα σπιτάκια της γειτονιάς. Έπειτα από μια ώρα εξακολουθούσε να είναι στο ίδιο μέρος. Δεν έχω πια καμιά αμφιβολία. Έχουν φαίνεται επισημάνει την ακτίνα του σπιτιού, αλλά όχι το ίδιο το σπίτι. Δεν πήγα στη «δουλειά» μου εκείνη την ημέρα. Μπόρεσα όμως να ειδοποιήσω την οργάνωση.

Στις δυο το μεσημέρι διαπίστωσα από το παρατηρητήριό μου αλλαγή φρουράς. Μια καινούργια φάτσα κατέφθασε, αντάλλαξε ένα νεύμα με τον πρωινό και πήρε τη θέση του. Αυτός κοιτάζει επίμονα το σπίτι μου. Ο κλοιός σφίγγεται. Ξέρω ότι η ώρα μου πλησιάζει και όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Τώρα οι πολιορκητές είναι τρεις και καλύπτουν εκ περιτροπής ολόκληρο το εικοσιτετράωρο. Είμαι σαν το ανήμπορο ζώο που το έχουν ζώσει τα άγρια σκυλιά…
Οι προμήθειές μου σε τρόφιμα έχουν τελειώσει…

22 Νοεμβρίου:

Σήμερα ξύπνησα πεινασμένη. Από την κλειδαρότρυπα βλέπω ότι έξω από την πόρτα μου είναι δυο μπουκάλια γάλα. Δεν ανοίγω όμως να τα πάρω. Η τακτική μου είναι να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι λείπω από το σπίτι. Η πείνα είναι προτιμότερη από… Στη σκέψη αυτή αισθάνομαι να κουλουριάζεται πάνω μου ένα φίδι και να με σφίγγει, να με σφίγγει… Τη νύχτα, στις ελάχιστες ώρες που κοιμήθηκα ονειρεύτηκα το Μανώλη. Είμαστε μαζί, αγαπημένοι, σε κάποιο άγνωστο κάτασπρο νησί. Τον φιλούσα, με χάιδευε. Ξύπνησα τη στιγμή που ένα γλυκό σύννεφο τύλιγε την ψυχή μου. Ήταν το τελευταίο χαρούμενο όνειρο της ζωής μου. Από δω και πέρα θα ζω συντροφευμένη με τους αχώριστους εφιάλτες μου.

23 Νοεμβρίου:

Αποφάσισα να φύγω και ό,τι θέλει ας γίνει. Τα προβλήματα ήσαν δυο: πώς θα διαφύγω και πού θα πάω. Να βγω από την κεντρική πόρτα αποκλείεται. Θάπεφτα στο στόμα του λύκου. Θα επιχειρήσω να βρω διέξοδο από πίσω. Όπως στην οδό Χάρητος. Ως προς το πού να πάω, αν ξέφευγα, η οργάνωση μου είχε πει από καιρό ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη στέγη. Δεν έμενε παρά το πατρικό μου σπίτι. Αλλά δεν θα με αναζητούσαν πρώτα απ’ όλα εκεί; Δεν είχα όμως άλλη εκλογή. Ετοιμάσθηκα, έθαψα τις σημειώσεις μου στον κρυψώνα και στις τέσσαρες το πρωί ξεκίνησα. Το σκοτάδι έξω ήταν πηχτό. Πέρασα από το πλυσταριό και ανέβηκα στο διάδρομο του ισόγειου, που συνδέεται με τον πίσω δρόμο μ’ ένα παραθυράκι. Το άνοιξα και πέρασα τα πόδια μου.

Γλιστρώντας πέρασε και το κεφάλι μου. Όταν τα πόδια ακούμπησαν στο πεζοδρόμιο κι έκανα να σηκωθώ το αριστερό μου αυτί αισθάνθηκε την κρύα επαφή με την κάννη ενός περιστρόφου. Τέσσερα χέρια με άρπαξαν. Κάποιος μου έχωσε στο στόμα ένα μαντήλι. Ο άλλος πειθάρχησε τα χέρια μου σε σιδερένια βραχιόλια. Ακούστηκε το κλικ της χειροπέδης. Σηκωτή με κουβάλησαν στο τζιπ που ήταν κρυμμένο στη γωνία του δρόμου. Ξεκίνησε.

Ήμουνα, στα νύχια των θηρίων. Η σκέψη μου, με μια πυρετική υπερένταση, δούλευε στο ίδιο μοτίβο:

«Ήρθε η ώρα σου. Πρέπει ν’ αντέξεις. Ξέχασε τα ονόματα που ξέρεις. Το πολύ να πεθάνεις. Πρέπει, πρέπει, πρέπει..».
Να την η Μπουμπουλίνας. Φτάσαμε. Το καφετί κτίριο. Άλλοτε υπουργείο Εργασίας. Σήμερα η έδρα της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών. Το τζιπ σταματάει μπροστά στην κεντρική είσοδο. Με σπρώχνουν μέσα. Η ώρα κοντεύει τέσσαρες και μισή, αλλά η κίνηση μέσα στο κτίριο δείχνει σα νάναι μέρα. Η Μπουμπουλίνας δουλεύει ασταμάτητα ολόκληρο το 24ωρο. Ένα σωρό κόσμος ανεβαίνει και κατεβαίνει τις σκάλες… Όλοι νέοι, οι περισσότεροι αρτίστικα ντυμένοι, κρατάνε στα χέρια βιβλία. Ο αέρας που έχουνε, η άνεση που κινούνται, δείχνουν ότι βρίσκονται στο σπίτι τους.

Δεν είναι κρατούμενοι. Είναι χαφιέδες της Ασφάλειας, που προσπαθούνε να μοιάζουνε με φοιτητές. Το καθεστώς των συνταγματαρχών τους προσέλαβε κατά χιλιάδες. Είναι έκτακτοι υπάλληλοι και πληρώνονται όχι με μισθό, αλλά με το «κεφάλι». Κάθε επιτυχής κατάδοση που θα οδηγήσει στη σύλληψη ενός «εχθρού» πληρώνεται με 500 δραχμές. Για τα ελληνικά μέτρα είναι ένα γερό μεροκάματο. Καθώς με ανέβαζαν στο τέταρτο η κίνηση δυναμώνει. Πόρτες ανοίγουν και κλείνουν βιαστικά, ένα σωρό γραφιάδες, ανακριτές, δήμιοι.

Τα τηλέφωνα κουδουνίζουν, οι γραφομηχανές δουλεύουν, τα ραδιόφωνα στη διαπασών, μοτοσικλέτες με τις μηχανές αναμμένες. Ένα πανδαιμόνιο. Ο μηχανισμός του εγκλήματος δουλεύει σκληρά.
Στο τέταρτο, δυο μεγάλα χολ και συνέχεια τα κελιά. Τα ξεχωρίζεις από μια τρύπα που έχει το καθένα στο ύψος κανονικού άντρα, του φρουρού. Με πέταξαν μέσα σ’ ένα απ’ αυτά. Έπειτα από τα εκτυφλωτικά φώτα των διαδρόμων το πηχτό σκοτάδι του κελιού ηρέμησε τα τεντωμένα νεύρα μου. Οι χειροπέδες με τα χέρια στριμμένα στην πλάτη με πονούσαν. Το μαντήλι στο στόμα μ’ έπνιγε. Κουλουριάστηκα στο τσιμεντένιο πάτωμα κι έκλεισα τα μάτια. Από το χολ έφταναν στο κελί μου παράξενοι θόρυβοι. Ανασηκώθηκα και πλησίασα στην τρύπα του φρουρού.

Είχε γυρισμένες τις πλάτες του. Μπόρεσα και είδα την πρώτη φρικτή εικόνα της Μπουμπουλίνας. Δυο – δυο οι βασανιστές κουβαλούσαν μέσα σε κουβέρτες σακατεμένα παλικάρια. Από την εσωτερική σκάλα τους ανέβαζαν στην ταράτσα. Ένας πήγαινε μόνος του. Περπατούσε δύσκολα με τα τέσσερα. Οι συνοδοί τον κλωτσούσαν για να βιαστεί. Κάποια στιγμή γύρισε το πρόσωπο προς τη μεριά του. Θεέ μου, αυτός είναι ο Γληνός, τον ξέρω. Είχε πιαστεί πριν από ένα μήνα. Κι ακόμη τον βασανίζουν.
Αυτοί που ανέβαιναν το Γολγοθά της ταράτσας διασταυρώθηκαν στη σκάλα μ’ έναν άλλον που τον κατέβαζαν.

Το κεφάλι του εξέχει από την κουβέρτα κι είναι πεσμένο, δείχνει άψυχο. Προλαβαίνω να τον δω. Είναι ο Παπαζής, ένας λεβέντης ως εκεί πάνω.

Μοιάζει με πληγωμένο περήφανο αετό που τα γεράκια έχουν πέσει πάνω του και τον κατασπαράζουν. Όχι, δεν μπορώ ν’ αντέξω εγώ η φτωχιά, αδύναμη γυναίκα. Και όμως πρέπει… Ξαναγύρισα στη γωνιά μου. Έτρεμα ολόκληρη. Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος. Ήταν μέρα όταν ανοίγοντας τα μάτια μου αντίκρισα μπροστά μου το ψυχρό κι αγέλαστο πρόσωπο του Καραπαναγιώτη. Στεκότανε ορθός, ακίνητος, με γυάλινα πράσινα μάτια, και με κοιτούσε: «Εγώ είμαι ο Καραπαναγιώτης», είπε με ήρεμη φωνή, ζυγιάζοντας κάθε λέξη. «Μ’ έχεις ακουστά;» Κράτησα την αναπνοή μου για να μην φαίνεται η ταραχή μου κι έδειξα ότι το μαντήλι στο στόμα μ’ εμπόδιζε ν’ απαντήσω. Άπλωσε το χέρι του και το τράβηξε. «Ναι», είπα.
—Τι άλλο έχεις ακούσει για μένα;
—Ότι είσαι βασανιστής.
—Ποιος στο είπε αυτό;
—Το ξέρει όλη η Αθήνα.
—Ποιος συγκεκριμένος άνθρωπος στο είπε;

Πολύ γρήγορα είχαμε φθάσει στο κρίσιμο σημείο. Ονόματα λοιπόν ήθελε.

Και άρχιζε το παιγνίδι με ανοιχτά χαρτιά. Αν ήθελα να πολεμήσω έπρεπε να κάνω κι εγώ το ίδιο. Συγκέντρωσα όση αυτοκυριαρχία μπορούσα να δείξω ότι έχω, στύλωσα τα μάτια μου περιφρονητικά απάνω του και είπα: «Άκουσε, Καραπαναγιώτη, είμαι έτοιμη για όλα. Δεν σε φοβάμαι».
Στα ψυχρά πράσινα μάτια άστραψε μια κόκκινη φλογίτσα.
Το θηρίο ήταν έτοιμο να χιμήξει. Είδα το χέρι του να χουφτώνει το περίστροφο που κρεμότανε από τη ζώνη του. Τον άκουσα να λέει: «Αυτό που είπες τώρα δεν θα το λες αύριο».

Από το στόμα μου βγήκε η κοφτή απάντηση:

«Οι άντρες που απειλούν δεμένες γυναίκες δεν είναι άντρες». Τον προκαλούσα με την κρυφή ελπίδα να χάσει την αυτοκυριαρχία του και να με με πυροβολήσει. Ήταν το μικρότερο κακό που μπορούσε να μου συμβεί.
Έχασε την αυτοκυριαρχία του, αλλά δεν πυροβόλησε. «Θα τα ξαναπούμε», μου σφύριξε φεύγοντας. Και πρόσθεσε: «Και πολύ σύντομα».
Έτρεμα ολόκληρη. Ήξερα όμως ότι τον πρώτο γύρο της πρώτης μέρας μου στη Μπουμπουλίνα δεν τον είχε κερδίσει ο Καραπαναγιώτης.

25 Νοεμβρίου:

Χθες βράδυ στις οκτώ με ανέβασαν στην ταράτσα. Ήρθαν δυο στο κελί μου και μου είπαν να τους ακολουθήσω. Περάσαμε στο διάδρομο, το χολ, και μπροστά ο ένας, στη μέση εγώ και από πίσω ο άλλος, ανεβήκαμε την εσωτερική σκάλα. Ο ένας έφυγε. Ρούφηξα με ηδονή τον καθαρό αέρα και αγωνιζόμουνα να συγκρατήσω την καρδιά μου που πήγαινε να σπάσει. Ο φρουρός μου αμίλητος. Περιεργάστηκα την ταράτσα. Μια συνηθισμένη μεγάλη ταράτσα. Στο βάθος το συνηθισμένο επίσης πλυσταριό. Στη μέση του πλυσταριού ένας πάγκος με σκοινιά λυμένα στις δυο άκρες του.

Στη γωνιά πεταμένα δυο – τρία ρόπαλα σπασμένα. Ένα ντουλάπι ανοιχτό και μέσα κρεμασμένοι βούρδουλες από σύρμα. Δυο σιδερένιοι σωλήνες λυγισμένοι. Πιο κει ένα βαρέλι άδειο. Τότε δεν ήξερα ακόμη τον προορισμό του. Τώρα τον ξέρω. Καθώς το χτυπάει κάποιος αλλοιώνεται και πολλαπλασιάζεται και η πιο σπαρακτική κραυγή. Η μοτοσικλέτα είναι για να σκεπάζει τις φωνές. Το βαρέλι για να δυναμώνει τον τρόμο. Στη σειρά 3-4 ντους για τους λιποθυμισμένους. Στη συνέχεια του πλυσταριού υπάρχει ένα πολύ μικρό δωμάτιο. Στον τοίχο το άνοιγμα μιας τρύπας. Ίσα – ίσα για να χωράει ένα ανθρώπινο σώμα. Αυτή η τρύπα φτάνει ως το υπόγειο. Δεν την χρησιμοποιούν συχνά αυτήν την τρύπα. Είναι ένα είδος χαριστικής βολής.

Πότε – πότε, όταν το θύμα δεν δίνει τα ονόματα που του ζητάνε και έχουν εξαντλήσει όλα τα μαρτύρια, τότε το τοποθετούν μέσα στην τρύπα, με το κεφάλι προς τα μέσα. Δεν το σπρώχνουν όμως. Γιατί, όπως είπαν και σε μένα, «εμείς δεν είμαστε φονιάδες σαν και σας». Αλλά τι συμβαίνει; Το παλικάρι ή το κορίτσι που βάζουν στην τρύπα, χάνει τις αισθήσεις του και το βάρος του σώματος κάνει μόνο του τη βουτιά του θανάτου. Καμιά φορά μένει σφηνωμένο ως την άλλη μέρα. Αλλά είναι άψυχο. Τότε κάποιος το σπρώχνει και πέφτει σα βολίδα στο υπόγειο.

Μεταφέρεται στο νεκροτομείο με την ένδειξη: «Αυτόχειρ αγνώστων στοιχείων». Η τρύπα είναι πάλι ελεύθερη…

Βήματα ακούστηκαν στη σκάλα. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Μπροστά μου πάλι τα γυάλινα μάτια του Καραπαναγιώτη.
Έδιωξε το φρουρό, με άρπαξε από το λαιμό και αμίλητος μ’ εκσφενδόνισε στον τοίχο. Το κεφάλι μου χτύπησε, κλονίστηκα κι έπεσα μπρούμυτα με τα χέρια δεμένα πίσω. Αγωνιζόμουνα να κρατήσω τις αισθήσεις μου. Μερικές σταγόνες αίμα κύλησαν από το μέτωπο στα μάτια. Έβλεπα θαμπά κόκκινα τα πόδια του Καραπαναγιώτη, το τσιμεντένιο πάτωμα πιτσιλισμένο από το αίμα του κεφαλιού μου, τα σπασμένα μπαμπού. Στο βάθος η ανταύγεια από τα φώτα της νυχτερινής Αθήνας…

Ήθελα να σηκωθώ, αλλά δεν τα κατάφερα. Ο Καραπαναγιώτης έσκυψε και με σήκωσε τραβώντας με από τα δεμένα χέρια. Τότε ένοιωσα τον πρώτο δυνατό πόνο. Δάγκωσα τα χείλια μου για να μη φωνάξω. Έτσι κρεμασμένη με πήγε κάτω από ένα ντους και άνοιξε τη βρύση. Το νερό ξέπλυνε το αίμα και ξεκαθάρισε τα μάτια μου. Με κάθησε στον πάγκο. Εκείνη την ώρα μπήκαν στο πλυσταριό άλλοι τρεις. Από περιγραφές γνώρισα τον Μπάμπαλη και το Σπανό. Ο τρίτος ήταν καινούργιος. Με έριξαν ανάσκελα και μ’ έδεσαν στον πάγκο. Τα χέρια με τις χειροπέδες στην πλάτη πονούσαν. Τα μάτια ξανακοκκίνισαν από το αίμα του κεφαλιού.

Χτυπούσαν με λύσσα και οι τρεις. Από το λαιμό και κάτω οι βουρδουλιές έπεφταν με ρυθμό.

Όταν ο ένας βούρδουλας υψωνότανε ο άλλος έπεφτε. Ανάπνεα δύσκολα. Αυτό κράτησε σχεδόν μισή ώρα. Κάθε δέκα λεπτά περίπου ο καθένας σταματούσε εκ περιτροπής για να ξεκουραστεί. Τώρα όλα χόρευαν μπροστά μου. Οι βούρδουλες που ανεβοκατέβαιναν, τα γυάλινα μάτια του Καραπαναγιώτη, πιο κει αυτός που ανανέωνε τις δυνάμεις του παίρνοντας βαθιές εισπνοές για να ξαναρχίσει, στο βάθος η φωτισμένη Αθήνα, όλα τώρα μπερδεύονταν σ’ ένα πυρρίχιο χορό του μυαλού. Ας έχανα τουλάχιστον για λίγο τις αισθήσεις μου. Ακόμη κι ο Χριστός είπε: «παρελθέτω…». Θεέ μου παντοδύναμε, βοήθησέ με ν’ ανθέξω. Βοήθησέ με να πεθάνω.
Τώρα ξεκουραζόταν ο Καραπαναγιώτης. Άναψε ένα τσιγάρο. Τράβηξε δυο – τρεις ρουφηξιές και πλησίασε. Με το τσιγάρο στο στόμα σήκωσε τα μανίκια του πουκάμισού του. Οι άλλοι σταμάτησαν. Ο Καραπαναγιώτης έλυσε τα σκοινιά των ποδιών. Έπειτα με αργές κινήσεις σήκωσε τη φούστα μου ψηλά.

Τράβηξε ακόμη μια δυνατή ρουφηξιά από το τσιγάρο του, τίναξε τη στάχτη του και το έσβησε στο μηρό μου, πάνω από την κάλτσα.

Έβγαλα ένα ουρλιαχτό πόνου και ένοιωσα να βυθίζομαι στο χάος. Τότε χτύπησε κάποιος το βαρέλι και ο ήχος της κολάσεως με ξαναγύρισε στον κόσμο των ανθρώπων. Ο Καραπαναγιώτης πίεζε ακόμη το τσιγάρο πάνω στην καμένη σάρκα για να σβήσει και την τελευταία μικρή κάφτρα. Όταν τέλειωσε είπε: «Δεν προτιμάς να πάμε στο γραφείο;». Η φωνή μου δεν έβγαινε. Με πολλή προσπάθεια ψιθύρισα: «Κτήνος».
Με ξανάδεσαν και άρχισαν να με χτυπάνε πάλι. Κάθε φορά που έβλεπα τον βούρδουλα υψωμένο παρακαλούσα το Θεό να μην πιέσει πάνω στο καμένο σημείο του ποδιού. Οι παρακλήσεις μου δεν εισακούονταν όλες τις φορές. Ο πόνος με βύθιζε ξανά στο χάος. Ίσως να πέθαινα και να λυτρωνόμουνα από τα χέρια τους. Ναι, σίγουρα πέθαινα… Μανώλη, μάνα, πατέρα, συγχωρείστε με. Σας αγαπάω όλους.

Αγαπάω τον κόσμο όλο…
2266 ΝΝοοεεμμββρρίίοουυ: Δεν είμαι σίγουρη αν είναι 26 ή 27 ή και 25 Νοεμβρίου.

Είμαι σίγουρη ότι είναι νύχτα. Το καταλαβαίνω από το πηχτό σκοτάδι του κελιού. Αναπνέω δύσκολα. Και σε κάθε εισπνοή πονάω σα να με σουβλίζουνε και να με καίνε μαζί. Είμαι όμως ζωντανή. Ακούω στους διαδρόμους και στη σκάλα το πήγαινε-έλα. Η ταράτσα δεν σταματάει ποτέ.
Το κλειδί στριφογύρισε στην κλειδαριά. Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε η σωματώδης σκιά. Ο Καραπαναγιώτης. «Έχεις να πεις τίποτα;» ρώτησε. «Ναι, είπα. Ότι είσαι ένας φονιάς». Χύμηξε. Το πληγιασμένο κορμί δεν αισθανότανε τα χτυπήματα, τις κλωτσιές. Ευχαριστώ, Παναγιά μου, θ’ αντέξω… Μανιασμένος με τράβηξε από τις χειροπέδες. Δυο με τύλιξαν σε κουβέρτα και μ’ ανέβασαν. Κατ’ ευθείαν μ’ έδεσαν στον πάγκο. Ο Καραπαναγιώτης είπε: «Φωνάξτε το γιατρό της υπηρεσίας». Σε λίγα λεπτά ο γιατρός ανέβηκε. Ένα ήρεμο πρόσωπο εξοικειωμένο με την ταράτσα. «Για κύτταξε, κύριε Κιούπη, αντέχει ακόμη; Μας κάνει πολύ τη δύσκολη». Ο γιατρός κύριος Νικόλαος Κιούπης έβγαλε το στηθοσκόπιο και με εξέτασε. Ευσυνείδητα γνωμάτευσε: «Αντέχει ακόμη. Αλλά όχι για πολύ». Ο Καραπαναγιώτης είπε: «Καλά, γιατρέ. Αλλά μη φεύγεις, σε παρακαλώ».
Μ’ έλυσαν από τον πάγκο. Μήπως φοβήθηκαν ότι θα πεθάνω; Δεν ήταν αυτό. Ο Καραπαναγιώτης με σήκωσε από τις χειροπέδες και πλησιάζοντας τον τοίχο με κρέμασε από έναν γάντζο. Ο πόνος τρύπησε το μυαλό. Έγειρα το κεφάλι και με το κάψιμο της πρώτης βουρδουλιάς ο κόσμος μέσα μου έσβησε. Συνήλθα εισπνέοντας ένα μπαμπάκι με κάτι σαν αιθέρα, που είχε βάλει στη μύτη του ο γιατρός.

«Ένα όνομα και πας σπίτι σου», είπε ο Καραπαναγιώτης. Το ψιθύρισμά μου είχε τον τόνο της άγριας ικεσίας: «Σκοτώστε με».

—Για αφήστε μένα, είπε μια φωνή. Το μόνο που πρόσεξα καθώς πλησίαζε ήταν ότι είχε βλογιοκομμένο πρόσωπο. Έκανε μια κίνηση και μούσκισε το μπούστο. Έπιασε τον αριστερό μαστό και τον έστυψε με όλη του τη δύναμη. Η σιχασιά ήταν δυνατότερη από τον πόνο.
Άφησε το μαστό και άναψε ένα σπίρτο. Η φλογίτσα έδειξε μερικές σταγόνες ιδρώτα γύρω στα σημάδια της βλογιάς. Αλλά η φλογίτσα πλησίαζε. Το κτήνος είχε καρφώσει τα μάτια του στα δικά μου, ηδονιζόμενο προκαταβολικά με τις αντιδράσεις μου. Η φλογίτσα άγγιξε τη ρόγα. Τσίριξε η καμένη σάρκα. Το σπίρτο πήγαινε γύρω – γύρω στη ρόγα ώσπου έσβησε.

Βογγητά σφαγμένου ζώου έβγαιναν από μέσα μου.

Ο θάνατος δεν έρχεται όταν τον αποζητάς. Ευτυχώς που έρχεται πότε – πότε το λιποθύμισμα και μαζί και η φευγαλέα λησμονιά της φρίκης.
Γρήγορα με ξαναζωντάνεψαν. Τώρα ο πόνος, ένας άγνωστος πόνος, έρχεται από τα νύχια. Θεέ μου, θα πω ονόματα, δεν έχω άλλη δύναμη μέσα μου. Ο τρίτος βασανιστής, ενώ είχα χάσει τις αισθήσεις μου, θέλοντας να με ξυπνήσει είχε πάρει μια καρφίτσα, κατέβασε τις κάλτσες μου και έμπηξε την καρφίτσα στη σάρκα κάτω από τα νύχια.

Η καρφίτσα έμπαινε όλο και πιο βαθιά. Τα μάτια μου θάμπωναν ξανά. Κύριε γιατρέ, κύριε Κιούπη, δεν θα πεις το «όχι άλλο»; Αλλά ο κύριος Κιούπης είχε φύγει. Ο Καραπαναγιώτης, πιο έμπειρος και από γιατρός, σταμάτησε τον άνθρωπο με την καρφίτσα. «Φτάνει, του είπε. Έχει έγκαυμα δευτέρου βαθμού. Δεν της κάνω το χατήρι να πεθάνει. Η δουλειά πρέπει να γίνεται όμορφα και πολιτισμένα, χωρίς ζοριλίκια»…

8 Δεκεμβρίου:

Είμαι στο κελί μου δυο μέρες τώρα χωρίς να μ’ αγγίξει κανείς, χωρίς να με πάνε στην ταράτσα. Πονάω παντού και καίω από τον πυρετό. Αλλά το κελλί είναι η βάση της Μπουμπουλίνας. Συντροφευμένη από τον πόνο και τον πυρετό — θα πιστέψετε; — αισθάνομαι όμορφα. Άντεξα ως τώρα. Έχω κι άλλη συντροφιά. Το φρουρό μου από το έξω μέρος της πόρτας. Αλλάζει κάθε τέσσερες ώρες. Έχω δει μόνον αυτόν που έχει βάρδια 10-2 την ημέρα. Χτες μου έδωσε από την τρύπα ένα κομμάτι ψωμί και ένα πλαστικό δοχείο με νερό. Συμπαθητική ουδέτερη φυσιογνωμία.

Την ώρα που μούδινε ψωμί και νερό ξεθάρρεψα και τον ρώτησα:

«Ανεβαίνεις και συ στην ταράτσα;». «Όχι», είπε. «Δεν έχω υπηρεσία στις ανακρίσεις». Και αφού κοίταξε δεξιά – αριστερά πρόσθεσε σιγά μ’ έναν αταίριαστο στη Μπουμπουλίνας ανθρώπινο τόνο: «Όλοι μιλάνε για σας. Έχετε ψυχή». Μου γύρισε την πλάτη και ξαναπήρε το απρόσωπο ύφος.
99 ΔΔεεκκεεμμββρρίίοουυ: Ούτε τη νύχτα που πέρασε με θυμήθηκαν. Είναι άραγε καλό σημάδι; Ή προετοιμάζουν κάτι; Και τι;

10 Δεκεμβρίου:

Στις 9 το πρωί σήμερα με πήγαν χωρίς χειροπέδες, κρατώντας με από τις μασχάλες, στο γραφείο του κυρίου Λάμπρου. Είναι διευθυντής, αρχηγός των «ανακριτικών» ομάδων της Μπουμπουλίνας. Αργότερα έμαθα ότι έχει σπουδάσει στην Αμερική σε σχολή ψυχολογικού πολέμου. Μου φέρθηκε ευγενικά. Μου πρόσφερε καρέκλα. Έπειτα μου μίλησε για τον πατέρα μου, έναν αξιοσέβαστο, όπως τον χαρακτήρισε, παράγοντα της οικονομικής ζωής της χώρας. Πώς έμπλεξα με τους εχθρούς της πατρίδος; Αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Και προσφέρεται, ο ίδιος, για να προστατεύσει την εθνική υπόληψη της οικογένειάς μου, να με βοηθήσει, παραβιάζοντας ακόμη και το καθήκον του, ώστε να επαναφερθώ στους κόλπους της υγιούς κοινωνίας.

Βέβαια, μερικοί υπάλληλοι της Γενικής Ασφαλείας, από υπερβάλλοντα ζήλο, συμπεριφέρονται καμιά φορά με ανάρμοστον τρόπον προς τους κρατουμένους, αλλά το κάνουν για να τους επαναφέρουν εις την εθνικήν οδόν, δηλαδή για το καλό τους! «Εγώ όμως δεν τα εγκρίνω αυτά».

«Εγώ δεν θα σας ζητήσω ονόματα, συνέχισε. Μόνο μια απλή δήλωση. Έτσι για να υπάρχει στο φάκελό σας και να μην σας ξαναενοχλήσει ποτέ κανένας».
Άνοιξε ένα συρτάρι, πήρε ένα τυπωμένο χαρτί και μου το έδωσε.
«Διάβασέ το με την ησυχία σου, είπε. Και μόλις το υπογράψεις είσαι ελεύθερη».
Το χαρτί έγραφε: «Βαθύτατα συγκεκινημένη από την στοργικήν μεταχείρισιν της οποίας έτυχον κατά την κράτησίν μου και από το πατρικόν ενδιαφέρον των Αρχών Ασφαλείας προς εμέ την παραπλανηθείσαν εκφράζω την βαθυτάτην μου ευγνωμοσύνην και δηλώ ότι εφεξής θέλω προσφέρει και την τελευταίαν ρανίδα του αίματός μου υπέρ της Εθνικής Στρατιωτικής Κυβερνήσεως, η οποία αγωνίζεται διά την πραγματικήν Δημοκρατίαν».

12 Δεκεμβρίου:

Από χθες τη νύχτα είμαι ένας χαμένος άνθρωπος. Θυμάμαι αυτή τη φράση της Νέλλης και τώρα τη νοιώθω να τυλίγει εμένα την ίδια. Όχι, δεν υπέγραψα την δήλωση του Λάμπρου. Ούτε έδωσα ονόματα. Αλλά ωστόσο είμαι ένας χαμένος άνθρωπος. Άμα σας διηγηθώ τι μου συνέβη θα με καταλάβετε. Πιο καλά θα με νοιώσουν όσες γυναίκες διαβάσουν το γράμμα μου.
Από το απόγευμα διαισθανόμουνα ότι η νύχτα αυτή θα ήταν κρίσιμη για όλη μου τη ζωή. Χωρίς να έχω καμιά ένδειξη, ήξερα από μια νευρική υπερευαισθησία ότι στις οκτώ θα ξανάβλεπα την ταράτσα. Στις οκτώ παρά τέταρτο η αγωνία μου είχε φθάσει στο ζενίθ. Ακόμη κι ο μόνιμος πόνος του κορμιού είχε παραμεριστεί από το τέντωμα των νεύρων. Μυριζόμουνα έναν απροσδιόριστο κίνδυνο, που μπροστά του ο φυσικός πόνος έσβηνε.

Στις 8 παρά ένα λεπτό μούρθε να βάλω τις φωνές ή να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Μετά τις οκτώ κατέρρευσα. Φαντάζομαι ότι κάτι ανάλογο θα αισθάνεται ο κατάδικος που οδηγείται στην ηλεκτρική καρέκλα και τη στιγμή που ο δήμιος πάει να πατήσει το κουμπί ειδοποιείται ότι η εκτέλεση αναβάλλεται. Γιατί κι εγώ ήξερα ότι για αναβολή επρόκειτο. Το αργότερο ως αύριο.

Στις εννέα άνοιξε η πόρτα. Ο Καραπαναγιώτης.

«Τι έκανες με το χαρτί που σούδωσε ο κύριος διοικητής;» ρώτησε. Από τη σιωπή μου κατάλαβε. Ανεβήκαμε. Με υποβάσταζε ο Κραβαρίτης. Άλλοι δυο, φρεσκοξυρισμένοι, προχωρούσαν μπροστά. Ο Καραπαναγιώτης από πίσω. Ένας από τους αγνώστους βλαστημούσε γιατί είχε εισιτήριο για το θέατρο και δεν προλάβαινε. Η ταράτσα η ίδια, όπως την είχα αφήσει πριν έξη μέρες. Ωραία η θέα του Λυκαβητού. Και η Ακρόπολη φωτισμένη. Όλη η Αθήνα είναι όμορφη και φαντάζει ακόμη πιο όμορφη όταν την ατενίζεις ψηλά από το κολαστήριο της ταράτσας. Σπίτια φωτισμένα και μέσα ζούνε άνθρωποι. Άντρες που γυρίζουν από τις δουλειές τους, γυναίκες που μαγειρεύουν, ζευγάρια που καυγαδίζουν γι’ ασήμαντες εγωιστικές αφορμές. Παιδιά που διαβάζουν για το αυριανό σχολείο.
Κάποια κοπελίτσα παίζει πιάνο. Τη φαντάζομαι να τεντώνει τα χεράκια της να πιάσει τις οκτάβες.

Κοντά στο κολαστήριο μια μαιευτική κλινική. Κάποια ξεγεννάει δύσκολα. Ακούγονται οι δυνατές φωνές της.

Καινούργιες ζωές έρχονται στον κόσμο. Και δεν ξέρουν ότι γεννιούνται πλάι στη ζούγκλα, ότι ο κόσμος όλο και πάει να ξαναγίνει μια απέραντη ζούγκλα… Ήσυχοι, καλοί άνθρωποι, που σας λένε η σπονδυλική στήλη της κοινωνίας, δεν είμαι παρά μια ανήμπορη γυναίκα και τα θεριά γύρω ακονίζουν τα δόντια τους έτοιμα να χυμήξουν. Αν δεν ξυπνήσετε θα χιμήξουν και στις δικές σας γυναίκες και στα δικά σας παιδιά…
Χίμηξαν και οι τέσσερες μαζί. Αυτός που ήταν πίσω μου, έτσι όπως είχαν σχηματίσει κύκλο γύρω μου, μούδωσε μια δυνατή κλωτσιά στο κάτω μέρος της πλάτης. Έχασα την ισορροπία μου και κλονίστηκα. Προτού πέσω ο μπροστινός με κλώτσησε στο πρόσωπο. Καθώς ταλαντευόμουνα ο πλαϊνός με χτύπησε με γροθιά στο στομάχι και ενώ έβγαινε από μέσα μου ακατάσχετος εμετός εξακολουθούσε το κυκλικό παιγνίδι της μπάλας. Κάποιος αστόχησε και κυλίστηκα χάμω. Τότε το παιγνίδι άλλαξε.

Ο Καραπαναγιώτης πήδησε στην κοιλιά μου. Ο Κραβαρίτης έκανε το ίδιο πάνω στο καμένο στήθος.

Ένας τρίτος έβαλε το πόδι του στο λαιμό μου και τον πίεζε. Η αναπνοή μου σταμάτησε. Να, ο θάνατος επί τέλους έρχεται να με λυτρώσει. Όχι. Το πόδι τραβήχτηκε από το λαιμό. Τέσσερα χέρια με σήκωσαν και με πέταξαν στον πάγκο. Μου έβγαλαν όλα τα ρούχα. Θεόγυμνη, μ’ έδεσαν σφιχτά. Ο Καραπαναγιώτης έσκυψε και έφερε τα σκοινιά στα σημεία που να πιέζουν τις πληγές της καμένης ρόγας του αριστερού στήθους και του δεξιού μηρού. «Θα πάθεις κι άλλα χειρότερα», είπε. Στο χέρι σου είναι να γλυτώσεις». Δεν είχα δύναμη να μιλήσω. Η φωνή δεν έβγαινε. Με υπεράνθρωπη προσπάθεια έδωσα στο στόμα το σχήμα που παίρνει όταν θέλει να φτύσει. Αλλά δεν βγήκε παρά ένα μικρό κομματάκι ματωμένο σάλιο που κόλλησε στο δεξί του μάγουλο. Ένα γερό χαστούκι με επανέφερε στην τάξη.

«Ρε σεις, είπε ο Καραπαναγιώτης στρεφόμενος στους άλλους, θέλει κανείς να τη γλεντήσει; Παίρνω γω την ευθύνη».

Το βλέμμα μου πήγε διαδοχικά και στους τέσσαρες. Περιεργάζονταν το γυμνό μου κορμί, όχι όμως σαν πραγματικοί αρσενικοί. Ο Καραπαναγιώτης απομακρύνθηκε προς το κεφαλόσκαλο κι έμπηξε μια φωνή: «Ρε Φώτη, τσακίσου κι έλα απάνω». Πέρασαν ένα-δυο λεπτά νεκρικής σιγής. Ακούγονταν οι φωνές της γυναίκας που γεννούσε στο διπλανό μαιευτήριο. Κάποιο κοντινό ραδιόφωνο μετέδιδε ότι «ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός εύρεν ικανοποιητικάς τας συνθήκας διαβιώσεως των κρατουμένων εν Ελλάδι». Ο Κραβαρίτης γελούσε δυνατά…

Από το κεφαλόσκαλο πρόβαλε η ζωώδης μορφή του Φώτη. Κοντός και πλατύς σαν παλαιστής με γαμψή μύτη.

Το μισό χείλος ήταν κομμένο και άφηνε να φαίνονται δυο χρυσά δόντια. Η έκφρασή του δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο. Το βλέμμα του έπεσε λαίμαργο πάνω στο γυμνό γυναικείο κορμί.
«Κοίτα, ρε Φώτη, τι μεζέ έχω για σένα. Φύτεψέ της ένα Φωτάκι να θυμάται την ταράτσα σ’ όλη της τη ζωή».
Ένας μορφασμός που πρέπει να σήμαινε γέλιο και χαρά διέστειλε την απαίσια μορφή. Χωρίς να πει τίποτε πέταξε το σακάκι του και ξεκουμπώθηκε μπροστά. Μισοπεθαμένη από φόβο και πόνο μπόρεσα να φωνάξω: «κτηνάνθρωποι, δεν φοβάστε το Θεό;». Ο Φώτης ξαναγέλασε. Ο Κραβαρίτης πήρε ένα κομμάτι σφουγγαρόπανο και μου τόχωσε στο στόμα. Τώρα οι τέσσερεις θεατές ήταν πολύ κοντά. Ο Φώτης έπεσε πάνω μου. Είδε όμως ότι τα πόδια μου ήταν δεμένα και δεν μπορούσε να τ’ ανοίξει. Μουγκρίζοντας για το εμπόδιο ανασηκώθηκε και μισόγυμνος έλυσε τα σχοινιά. Έκλεισα τα μάτια μου τη στιγμή που μου σήκωσε τα πόδια, αλλά τα ξανάνοιξα από τον οξύ πόνο καθώς με ξέσκιζε εισορμώντας μέσα μου. Ένας δεύτερος οξύτερος πόνος ήρθε όταν τα χρυσά δόντια του μπήχτηκαν βαθιά στο πληγωμένο αριστερό στήθος. Με παίδεψε πολλή ώρα. Κάθε φορά που τελείωνε το μουγκρητό ικανοποιήσεως του γουρουνιού σκέπαζε τις κραυγές από το μαιευτήριο.

Ο χορός των βασανιστών σκυμμένος πάνω μου φώναζε: «Μπράβο, Φώτη… Κι άλλο…».

Όταν αποκαμωμένος τραβήχτηκε τα ελεύθερα πόδια μου σε μια υπέρτατη προσπάθεια εκτινάξεως του έδωσαν μια τρομερή κλωτσιά στο πρόσωπο. Κλονίστηκε για μια στιγμή, το μάτι του θόλωσε και είδα στα τεράστια χέρια του, καθώς τα άπλωνε προς το λαιμό μου, την έκφραση του στραγγαλιστή. Οι άλλοι πάλεψαν σκληρά για να τον συγκρατήσουν. Σηκωτό τον πέταξαν από τη σκάλα…

23 Ιανουαρίου 1968:

  Είμαι πάλι στο δικό μου σπίτι της οδού Χάρητος. Με άφησαν ελεύθερη την άλλη μέρα των Χριστουγέννων. Τη φοβερή εκείνη νύχτα της 12 Δεκεμβρίου με κουβάλησαν με μια κουβέρτα από την ταράτσα όχι στο κελί μου, αλλά σ’ ένα από τα απομονωτήρια του υπογείου. Εκεί που καταλήγει η τρύπα του θανάτου από το πλυσταριό. Εδώ ο αέρας είναι λίγος, η ατμόσφαιρα πνιγερή. Το πάτωμα δεν έχει τσιμέντο.
Όταν με άδειασαν από την κουβέρτα στο κελί το γυμνό πληγιασμένο κορμί μου ανακατεύθηκε με τη γλύτσα και τα πεταμένα ρούχα μου. Ήταν λάσπη που μύριζε αίμα και ακαθαρσίες. Το μάκρος του κελιού μόλις έπαιρνε το σώμα μου αν είχα διπλωμένα τα πόδια.

Ήμουνα όμως χωρίς χειροπέδες κι έτσι μπόρεσα να ντυθώ, να κρατάω τη μύτη μου και ν’ αναπνέω με το στόμα. Στα πρώτα δέκα λεφτά, παρά τους πόνους, την αιμορραγία και την εξάντληση, στεκόμουνα ορθή. Αυτή η βρώμικη λάσπη μου έφερνε εμετό. Και ο εμετός γινότανε το επίστρωμα της λάσπης. Δεν άντεξα για πολύ. Έπεσα κάτω και παραδόθηκα άνευ όρων στη λάσπη και στους εμετούς. Έζησα εκεί ως τις 26 Δεκεμβρίου. Αλλά δεν με βασάνισαν άλλο. Και δεν ξαναείδα ούτε τον Καραπαναγιώτη, ούτε τους άλλους, ούτε το βιαστή μου.

Στις 26 το μεσημέρι ένας αστυφύλακας με στολή με πήγε στο γραφείο του Λάμπρου.

Μέσα στο γραφείο αντίκρισα τον πατέρα μου. Κράτησα τους λυγμούς μου. Δεν ήθελα να δώσω ικανοποίηση στον κύριο διοικητή που στεκότανε όρθιος. Ο πατέρας μπροστά στο φάντασμα που έβλεπε είχε καταρρεύσει.
«Είσαι ελεύθερη», είπε ψυχρά ο Λάμπρου.
Και νάμαι πάλι από τη φρίκη της Μπουμπουλίνας στη θαλπωρή και στις ανέσεις του πατρικού σπιτιού.
Η μητέρα ήταν ακόμη στην κλινική. Είχε πάθει καρδιακή προσβολή την ημέρα που έμαθε ότι μ’ έπιασαν. Ο πατέρας είπε ότι ήταν θαύμα που σώθηκε. Σε τρεις μέρες γύρισε σπίτι. Εμένα με εξέτασε συμβούλιο γιατρών και με υπέβαλε σε πολύπλευρη συστηματική θεραπεία. Το κάψιμο του μηρού έχει αφήσει μια βαθειά ούλη. Πιο αποκρουστική είναι η πληγή του στήθους. Είχε αρχίσει μόλυνση και χρειάστηκε να εγχειριστώ. Μου κόψανε το μισό στήθος. Ο αριστερός ώμος είχε υποστεί εξάρθρωση από το κρέμασμα. Ένα σπασμένο πλευρό μπήκε σε νάρθηκα. Έχω συνεχείς ιλίγγους και μου κάνουν ηλεκτροθεραπεία.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο φοβερό και αγιάτρευτο. Σήμερα το πρωί βεβαιώθηκα οριστικά ότι είμαι έγκυος.

Έχω μέσα στα σπλάχνα μου το σπόρο της απαίσιας εκείνης νύχτας.
Δεν έχω πει σε κανένα αυτή την ιστορία. Η μητέρα και ο πατέρας θα πέθαιναν από ντροπή. Τι έπρεπε όμως να κάνω με τον Μανώλη;
Ο πατέρας τού είχε γράψει για τη σύλληψή μου. Και μ’ ένα τηλεγράφημά μου «Είμαστε όλοι καλά. Ηλέκτρα» του έδωσα να καταλάβει ότι είμαι ελεύθερη ζωντανή. Πήρα γράμματά του που εξέφραζαν αγωνία για την υγεία μου και μου έδιναν κουράγιο. Εξακολουθούσε να με αγαπάει βαθιά και αληθινά. Αλλά εγώ τι να του γράψω; Πώς να τον πληγώσω λέγοντας ότι είμαι έγκυος και πρόκειται να φέρω στον κόσμο μια ζωή που δεν είναι δική του; Νύχτες και νύχτες τυραννήθηκα μ’ αυτή τη σκέψη. Κι ακόμη τυραννιέμαι…104

Οι μέρες κυλάνε άδειες. Από την πρώτη μέρα που μ’ άφησαν, με την εμπειρία της παρανομίας ερευνούσα από το άνοιγμα της κουρτίνας το δρόμο.

Τις πρώτες μέρες δεν έβλεπα καμιά απολύτως ύποπτη κίνηση. Ένα σούρουπο θέλοντας να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου ξεκίνησα με τα πόδια για την οδό Χάρητος. Σε τι κατάσταση να βρισκόταν άραγε το σπίτι μου; Στρίβοντας στη γωνιά σταμάτησα σ’ ένα περίπτερο ν’ αγοράσω κάτι. Ενώ πλήρωνα κοιτάζοντας προς τη γωνιά του δρόμου είδα να ξεπροβάλει ένα «μούτρο». Τον θυμήθηκα αμέσως. Τον είχα δει την νύχτα που με πρωτοπήγαν στη Μπουμπουλίνας να κατεβαίνει, μαζί με άλλους, τη σκάλα, κρατώντας βιβλία στο χέρι. Προχώρησα κι έπειτα από τρία τετράγωνα σταμάτησα σε μια βιτρίνα.

Ο «τύπος» ερχότανε, δήθεν αμέριμνος, από πίσω μου. Τώρα δεν είχα καμιά αμφιβολία.

Φτάνοντας στην πολυκατοικία της Χάρητος η θυρωρός καθώς με αντίκρισε μόνο που δεν λιποθύμησε. Άνοιξα το διαμέρισμά μου και είδα την εικόνα της καταστροφής. Τη νύχτα που είχαν έρθει και τους ξέφυγα από την πόρτα υπηρεσίας τα έκαναν από τη λύσσα τους γης Μαδιάμ. Έπιπλα, καθρέφτες, κρεβάτια σπασμένα. Τα χαλιά σκισμένα με ξυραφάκια. Τα βιβλία φύλλο – φύλλο. Τα ρούχα μου έλειπαν.
Όταν γύρισα στο πατρικό σπίτι εξήγησα στους δικούς μου την καταστροφή. Ο πατέρας με παρηγόρησε λέγοντας ότι σε λίγες μέρες όλα θα ήσαν όπως πριν. Θυμάμαι ότι ακούγοντας
τη φράση «όπως πριν» έβαλα τα κλάματα.

Κλείστηκα στην κάμαρά μου και για πρώτη φορά άφησα τον συγκρατημένο εαυτό μου να ξεσπάσει. Έκλαιγα βουβά ώρες ολόκληρες.

Όχι, ποτέ πια για μένα δεν θα ξαναγίνει η ζωή όπως ήταν «πριν». Η ταράτσα ίσως με τα χρόνια ξεχαστεί. Αλλά το έμβρυο που έχω στα σπλάχνα μου, τα χρυσά δόντια με το κομμένο χείλος που δάγκωναν το πληγωμένο στήθος, όχι αυτά δεν θα σβήσουν ποτέ. Θα είναι οι παντοτινοί αχώριστοι εφιάλτες μου.
Παρά τις αντιρρήσεις των γονιών μου μετακόμισα στο σπίτι μου. Ο καημένος ο πατέρας το είχε κάνει πιο όμορφο από «πριν». Πρώτη μου δουλειά ήταν να κατέβω τη νύχτα στον κήπο και να κοιτάξω για το θαμμένο σιδερένιο κουτί. Ήταν στη θέση του. Φίλησα το χώμα που ήταν κολλημένο απάνω του. Το χάιδεψα σαν ένα πιστό και ανεκτίμητο σύντροφο. Να ο προορισμός της ζωής μου. Θα το πλουτίσω με υλικό, θα το πλουτίζω κάθε μέρα. Και κάποια μέρα, μέσα από το πολύτιμο κουτί, θα ζωντανέψει το χρονικό της θεομηνίας.
Όχι, δεν είμαι φιλόδοξη.

Είμαι μια απλή πονεμένη γυναίκα που θέλει να κάνει το χρέος της προς τους άλλους ανθρώπους σ’ όποια φυλή ή θρησκεία κι αν ανήκουν.

Χωρίς να έχω ιδέα από φιλοσοφία και κοσμοθεωρίες, το ένστικτο μου λέει ότι η πυρκαγιά που φούντωσε στην πατρίδα μου είναι το προγεφύρωμα ενός καινούργιου φασισμού, που αν δεν σβήσει οι φλόγες της θ’ απλωθούν σ’ όλη την Ευρώπη. Και όχι μόνο στην Ευρώπη. Οι Ιταλοί και οι Σκανδιναβοί και οι Ολλανδοί δείχνουν ότι έχουν συνείδηση του κινδύνου που τους απειλεί. Οι άλλοι όμως Ευρωπαίοι — και οι Αμερικανοί — όχι ακόμη. Μα αυτού του είδους η φωτιά δεν λογαριάζει σύνορα και ωκεανούς. Στο σημερινό κόσμο κανένας δεν είναι απρόσβλητος. Μόνο το ξύπνημα των ανθρώπων θα σταματήσει την αυτοκαταστροφή τους.

Πρέπει να ξυπνήσουν τώρα, για να μην ξυπνήσουν μια μέρα τρομαγμένοι και από τα ζεστά τους κρεβάτια βρεθούν στα σφραγισμένα βαγόνια που πήγαιναν τους Εβραίους στα κρεματόρια. Τα πεντάγωνα σ’ όλες τις χώρες εκτρέφουν θηρία. Συνταγματάρχες. Καραπαναγιώτηδες. Φώτηδες. Και τα θηρία καραδοκούν την ευκαιρία να χιμήξουν στους λαούς, όπως χιμούσαν πάνω μου στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας. Και το αναμμένο τσιγάρο πάνω στο στήθος μιας γυναίκας σαλεύει το λογικό το ίδιο στην Ελληνίδα, και στη Βιετναμέζα, και στην Τσεχοσλοβάκα, μα και στην Αμερικάνα. Ο πόνος είναι κι αυτός αδιαίρετος..
……………………………………………………………………………….

Στο υπογειάκι που ζούσα όταν πιάστηκα υπάρχει θαμμένο ένα μικρότερο κουτί με υλικό.

Το νοίκι είναι πληρωμένο και μπορώ να πάω. Αλλά το «μούτρο» που με παρακολουθεί; Ευτυχώς βρήκα τη λύση του προβλήματος. Εκτός από τους γονείς μου, η πρώτη επίσκεψη που είχα ήταν της Νέλλης. Πέσαμε η μια στην αγκαλιά της άλλης και κλάψαμε πολύ.
Απέφευγα να της πω ό,τι θα μπορούσε να ξύσει την πάντα ανοιχτή πληγή της. Μόνη της μου είπε τη συνέχεια της ιστορίας της. Τα δυο παλικάρια που είχε δώσει τα ονόματά τους πιάστηκαν και βασανίστηκαν. Ο ένας δεν μίλησε. Πέρασε από στρατοδικείο κι έφαγε δέκα χρόνια φυλακή. Ο άλλος μίλησε και είπε το μοναδικό όνομα που ήξερε. Αλλά το «όνομα» αυτό πρόλαβε κι έφυγε στο Εξωτερικό. Έτσι, η αλυσίδα είχε κοπεί. Η Νέλλη υπέφερε ακόμη.

Οι αναμνήσεις την τυραννούσαν. Αλλά δεν ήταν η νεκρή ψυχή που είχα αντικρύσει εδώ και μερικούς μήνες.

Της ζήτησα να πάει στο υπογειάκι και να ξεθάψει το κουτί με το υλικό. Της εξήγησα ότι η αποστολή αυτή είχε τους κινδύνους της. Η Νέλλη τα κατάφερε θαυμάσια. Το μικρό κουτί ήρθε στα χέρια μου και θάφτηκε δίπλα στο μεγάλο. Οι μέρες και οι μήνες της σκλαβιάς κυλάνε. Και τα δυο σιδερένια κουτιά γεμίζουν. Και το γέμισμα των κουτιών σημαίνει ότι τα κολαστήρια δουλεύουν, αλλά και η αντίσταση δυναμώνει. Ξέρεις, κύριε Λάμπρου, πόσες συνειδήσεις ξύπνησαν τα εγκλήματά σου, πόσα αντρειωμένα παλικάρια έχεις προσφέρει στον αγώνα;

21 Απριλίου 1968:

 Σήμερα είναι η πρώτη επέτειος της σκλαβιάς. Από τη βεράντα του σπιτιού μου αντικρίζω την εικόνα του πανηγυρισμού. Συνεργεία αστυφυλάκων περιτρέχουν την πόλη και σημειώνουν τα σπίτια που δεν έχουν αναρτήσει σημαία. Αύριο θα κληθούν στην Μπουμπουλίνας να μάθουν να σέβονται τη γιορτή της Χούντας. Το ραδιόφωνο μεταδίδει θούρια και δοξολογίες. Χαμηλώνω την ένταση και γυρίζω τη βελόνα στο Λονδίνο. Το Μπι – Μπι – Σι περιγράφει διαδηλώσεις που έγιναν στα μεγάλα κέντρα της Ευρώπης και της Αμερικής εναντίον της δικτατορίας στην Ελλάδα.

Δάκρυα κυλάνε από τα μάτια μου.

Ο εκφωνητής ενός άλλου σταθμού μεταδίδει ότι φοιτητές και φοιτήτριες σε 80 ευρωπαϊκά και 41 αμερικανικά πανεπιστήμια διέκοψαν τα μαθήματά τους για να εκδηλώσουν αλληλεγγύη προς τον ελληνικό λαό. Αθάνατη σπουδαστική νεολαία, λουλούδι της κοινωνίας και ελπίδα της ανθρωπότητας. Συνέχισε τις ωραίες παραδόσεις σου, ξύπνησε και τον υπόλοιπο κόσμο. Γυρίζω τη βελόνα στο Λονδίνο. Μεταδίδει μια περίληψη από μήνυμα του Ανδρέα Παπανδρέου.

Προσπαθώ να θυμηθώ τη μορφή του όπως την είχα δει σε φωτογραφίες των εφημερίδων. Ναι, ένας πολύ γοητευτικός άντρας, με το στοχαστικό βλέμμα του σοφού. Ας μη τον συμπαθεί ο πατέρας, ο Ανδρέας είναι ένας σπουδαίος άνθρωπος. Ο λαός τον λάτρευε. (Γιατί όμως λέω ότι τον λάτρευε; Δεν τον λατρεύει τώρα;) Θυμάμαι που μόλις είχα λυτρωθεί από τη Μπουμπουλίνα όταν άκουσα ή διάβασα ότι ο Ανδρέας είναι ελεύθερος και έφυγε στο Εξωτερικό. Η φυλάκιση και η απειλή εκτελέσεώς του είχαν προκαλέσει παγκόσμια συγκίνηση. Στο «Νιούσγουηκ» έχω διαβάσει όλη την ιστορία της απελευθερώσεως του Ανδρέα Παπανδρέου, τις δραστηριότητες του Γκαλμπραίηθ και τέλος την προσωπική παρέμβαση του Τζόνσον.

Όλα αυτά ήταν ωραία και τα κατάλαβα. Εκείνο που το φτωχό μου μυαλό δεν κατάλαβε ποτέ ήταν γιατί ο Ανδρέας έφυγε και ζει στο Εξωτερικό. Η θέση του ήταν στην Ελλάδα, εδώ κοντά στο μαρτυρικό λαό που τον είχε αποθεώσει. Ένας λαός που ανεβαίνει στην ταράτσα δεν του αρέσει να ξέρει ότι ο αρχηγός του κοιμάται στα μαλακά κρεβάτια της Στοκχόλμης ή του Παρισιού. Ίσως η αναχώρηση του Ανδρέα από την Ελλάδα να αποδειχτεί κάποτε σπουδαία πποολλιιττιικκήή πράξη.

Δεν θ’ αποδειχτεί όμως ποτέ σωστή ενέργεια Αρχηγού. Και μπορεί το μέλλον να του επιφυλάσσει ένα σημαντικό πολιτικό ρόλο. Όχι όμως το φωτοστέφανο του Αρχηγού του λαού.

ΗΛΕΚΤΡΑ ΠΑΠΑ

Υ.Γ. Τώρα που ξαναδιάβασα το γράμμα μου πρόσεξα ότι αφήνει ειδικά στον Αμερικανό αναγνώστη μια πικρόχολη γεύση. Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Όλοι οι Έλληνες τρέφουν αγάπη και θαυμασμό για τον αμερικανικό λαό. Οι μεγαλύτεροι από μένα θυμούνται με ευγνωμοσύνη τους θρύλους των αμερικανικών στρατευμάτων, που στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο, ίδιες στρατιές αγγέλων με ρομφαίες, ξεκίνησαν από την άλλη άκρη του Ατλαντικού και βοήθησαν στο λύτρωμα της σκλαβωμένης Ευρώπης από την κατάρα του ναζισμού.

Η αλλαγή στα αισθήματά μας άρχισε με τη Χιροσίμα.

Έπειτα ήρθε το Δόγμα Τρούμαν, που μας αγόρασε από την Αγγλία. Και από τότε η μοίρα της πατρίδας μου χαράσσεται από τους ψυχρούς εγκέφαλους του NATO, του Σταίητ Ντιπάρτμεντ, του Πενταγώνου και της CIA, που εμάς, τον ελληνικό λαό, μας βλέπουν όχι σαν μια κοινωνία ανθρώπων, αλλά σαν ένα πιόνι της παγκόσμιας στρατηγικής τους. Μα σε τι διαφέρει αυτό από το δουλεμπόριο των περασμένων αιώνων; Και πάλι δεν τάχουμε μαζί σας. Ξέρουμε ότι ο αμερικανικός λαός έχει μια ηθική αγνότητα, μια θαυμαστή ειλικρίνεια, αλλά και μια — μη σας κακοφανεί — παιδική πολιτική ανωριμότητα.

Οι ηγέτες σας, παρασυρμένοι από το δαίμονα της δυνάμεως, κατρακυλάνε κάθε μέρα και περισσότερο προς τα είδωλα των μεγάλων αυτοκατεστραμμένων αυτοκρατοριών. Κοιτάξτε στη διαδρομή της ιστορίας την τύχη που είχαν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η Περσία του Δαρείου, η Μακεδονία του Αλεξάνδρου, η Ρώμη των Καισάρων, η Βενετία των Δόγηδων και τελευταία η Γερμανία του Χίτλερ.

Όλες έγιναν το φόβητρο της οικουμένης. Αλλά και όλες κατέρρευσαν από την αλαζονεία και την απληστία τους.

Σεις όμως, ο αμερικανικός λαός, διαθέτετε αακκόόμμηη (προσέξτε αυτό το «ακόμη») το μεγάλο όπλο της δημοκρατίας, που δεν το είχαν οι λαοί των ρημαγμένων αυτοκρατοριών. Συγκρατήστε τους ηγέτες σας από τον κατήφορο. Στο κρίσιμο σταυροδρόμι τής σήμερα ξαναγίνετε οι άγγελοι του καλού. Ξαναδώστε στην Ελλάδα μας την ελευθερία που της αφαιρέσατε…

Η. Π.

Aπό το βιβλίο του Γιάννη Κάτρη η γέννηση του Νεοφασισμού στην Ελλάδα 

*Ο Γιάννης Κάτρης, κορυφαίο στέλεχος της ελληνικής δημοσιογραφίας, γεννήθηκε στο Άργος, μεγάλωσε στην Πάτρα και από το 1940 έμεινε στην Αθήνα.

Στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940-41 πήρε μέρος σαν απλός στρατιώτης, τραυματίστηκε και παρασημοφορήθηκε, ζώντας από κοντά την έξαρση της νίκης, αλλά και την προδοσία της συνθηκολόγησης.

Στην Κατοχή πήρε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση και δούλεψε στον παράνομο Τύπο.