baby

Ο Στέλιος Μεγαλώνει Μόνος την Κόρη του Μέχρι να Αποφυλακιστεί η Γυναίκα του

Βρίσκομαι σε ένα μικρό γραφείο και πληκτρολογώ σχεδόν σπασμωδικά τον αριθμό του τηλεφώνου του. Η ώρα είναι περίπου 2.00 το μεσημέρι.

Όταν η γραμμή απαντά, ακούγεται από την άλλη άκρη μια ανδρική φωνή να λέει «ναι;» και μια παιδική φωνή να φωνάζει «μαμά». Είναι ο Στέλιος και η τρίχρονη κόρη του, η οποία περιμένει τηλέφωνο από τη μητέρα της που βρίσκεται στις γυναικείες φυλακές του Ελαιώνα Θηβών.

Εδώ και περίπου ένα χρόνο, από τότε που η γυναίκα του καταδικάστηκε για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και παράβαση του νόμου για τα ναρκωτικά, η επικοινωνία τους επιτυγχάνεται με υπεραστικά τηλεφωνήματα και εβδομαδιαία επισκεπτήρια. Όπως λέει ο Στέλιος: «Στην πρώτη δίκη, το 2011, είχε καταδικαστεί με αναστολή όταν συνελήφθη μαζί με κάποια συγγενικά της πρόσωπα, χωρίς να έχει κάνει παιδί και οικογένεια, χωρίς να έχει δουλειά. Όταν η υπόθεση εκδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό, η έδρα του δικαστηρίου τής επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκατριών ετών, αν και ποτέ δεν βρέθηκε τίποτα στην κατοχή της».

Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο και η γυναίκα μου, μου είπε πως δεν θα γυρίσει πίσω. Ποτέ δεν είσαι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο.

Όσο αναλύουμε με τον Στέλιο τη δικογραφία, η κόρη του ακούγεται από μέσα να παίζει και να γελάει. Σκέφτομαι πως, ευτυχώς, όταν είσαι τριών χρονών δεν καταλαβαίνεις τις δύσκολες λέξεις και τη νομικίστικη διάλεκτο. Αντιλαμβάνεσαι όμως την απουσία, ειδικά όταν η αποκοπή από τη μητέρα σου είναι βίαιη και απότομη όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. «Η δίκη έγινε, αλλά οι ποινές δεν είχαν ανακοινωθεί», εξιστορεί ο πατέρας της μικρής όταν η συζήτηση φτάνει στην πρώτη μέρα που έμειναν οι δυο τους και συνεχίζει: «Δύο εβδομάδες μετά, επειδή οι ποινές θα της ανακοινώνονταν Παρασκευή και το δικαστήριο ήταν εκτός Αθηνών, η γυναίκα μου έφυγε την Πέμπτη χωρίς να πάρει τίποτα μαζί της.

Έφυγε με τα ρούχα που φορούσε και την τσάντα της, στην οποία είχε ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα. Όλοι έλεγαν πως ακόμη και αν δεν αθωωνόταν, θα προέκυπτε μια πολύ μικρή ποινή. Έφυγε και δεν γύρισε ποτέ ξανά. Δεν είχε αποχαιρετίσει τη μικρή όπως ήθελε γιατί ήμασταν σίγουροι πως θα γυρνούσε».

Όταν η καθημερινότητά σου κάνει στροφή 180 μοιρών, μάλλον μένεις παγωμένος, πελαγωμένος, να αντιμετωπίσεις το χάος που δεν ξέρεις από πού ήρθε.

«Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο και η γυναίκα μου, μου είπε πως δεν θα γυρίσει πίσω. Ποτέ δεν είσαι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο. Εργαζόμουν και αναγκάστηκα να παρατήσω τη δουλειά μου για να μπορέσω να μεγαλώσω το παιδί μου. Επειδή δούλευα όλη μέρα δεν είχα άμεση σχέση με την καθημερινότητα του παιδιού και ξαφνικά βρέθηκα να τα κάνω όλα μόνος μου. Να έχω αποκτήσει όλους τους ρόλους και να έχω γίνει δύο άνθρωποι», λέει με εμφανώς αλλαγμένο τόνο από πριν. Τώρα η φωνή του έχει χαμηλώσει. Είναι το ηχόχρωμα που δεν σου αφήνει περιθώρια να πεις πολλά εκείνο το δευτερόλεπτο.

anthropoi-pou-perimenoun-na-apofilakisteis-body-image-1476283844.jpg

Τον ρωτώ τι σκέφτεται για να ανακτήσω ψυχραιμία, αλλά η απάντησή του με βγάζει ακόμη περισσότερο από τη βολή του γραφείου απ’ το οποίο τηλεφωνώ: «Τα επισκεπτήρια κι εκείνη, που συνέχεια αγχώνεται αν τα καταφέρνουμε εδώ έξω».

είνη να κρατάει το παιδί, εκείνος να την κοιτάζει και ανάμεσά τους να υπάρχει το τεράστιο ξύλινο τραπέζι της αίθουσας επισκεπτηρίων. Αν δεν ήταν μια τρομακτική πραγματικότητα και για τους τρεις τους, θα ήταν μια στιγμή ποιητική.

Έχοντας μιλήσει με αρκετές μητέρες κρατούμενες που βιώνουν τη διαδικασία των επισκεπτηρίων, γνωρίζω ήδη πως είναι από τις πιο επώδυνες διαδικασίες. Ειδικά τα πρώτα επισκεπτήρια, όπου προσπαθούν να βιώσουν την ελάχιστη κανονικότητα με τα παιδιά τους. Πρωταγωνιστές στην ίδια διαδικασία, αλλά στην αντίπερα όχθη, είναι όσοι πηγαίνουν να δουν τα έγκλειστα συγγενικά ή φιλικά τους πρόσωπα. Αυτή την πραγματικότητα βιώνουν ο Στέλιος και η κόρη του κάθε Κυριακή. Όπως και κάθε μέρα, ξυπνούν, της ετοιμάζει πρωινό, την κάνει μπάνιο, την ντύνει και προσπαθεί να της φτιάξει τις ίδιες κοτσίδες που της έφτιαχνε η μητέρα της για να μπουν μαζί στο αμάξι και να φτάσουν στη Θήβα.

Μου περιγράφει μια απ’ αυτές τις Κυριακές σαν να τη ζει εκείνη τη στιγμή:

«Πηγαίνεις σε ένα έρημο χωριό με τεράστιες εκτάσεις με χωράφια και ξαφνικά βλέπεις μπροστά σου ένα τσιμεντένιο οικοδόμημα. Αφήνεις το αυτοκίνητό σου πολύ πιο κάτω και περπατάς δέκα λεπτά για να φτάσεις στην πρώτη πόρτα και άλλα πέντε λεπτά για τη δεύτερη. Κάνουν ελέγχους και στις δυο εισόδους, κι εγώ απλώς λέω στο παιδί πως είναι αυστηρά τα πράγματα στη δουλειά της μαμάς. Πρώτα ξεκινάει το τηλεφωνικό επισκεπτήριο με το τζάμι και μετά, για 30 ή 45 λεπτά, είναι το ανοιχτό». Είναι πολλές οι κρατούμενες που αισθάνονται απομονωμένες γιατί τα παιδιά τους ή οι οικογένειές τους μένουν σε πολύ πιο απομακρυσμένες περιοχές και δεν έχουν τη δυνατότητα να ταξιδεύουν κάθε εβδομάδα για να τις δουν.

Η συγκεκριμένη διαδικασία δεν είναι εύκολη για κανέναν από τους τρεις. Ο Στέλιος είναι μόλις 30 ετών και η γυναίκα του 28.

Από τον τρόπο που μιλάει για εκείνη, ο έρωτας μοιάζει έκδηλος. Όταν μου μιλάει για το επισκεπτήριο, μου εξηγεί πως ο σωφρονιστικός υπάλληλος κάθεται από πάνω τους, ενώ η φωνή του βραχνιάζει τη στιγμή που λέει: «Δεν με αφήνουν ούτε να τη φιλήσω». Ζηλεύω αστραπιαία που υπάρχει μεταξύ δυο ανθρώπων ένας έρωτας ικανός να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο παρά τα ανυπέρβλητα εμπόδια της φυλακής, και φτιάχνω στο μυαλό μου την εικόνα δυο νέων ανθρώπων να κάθονται αντικρυστά ο ένας απ’ τον άλλο και να μπορούν να επικοινωνήσουν μόνο με το άγγιγμα των χεριών τους. Εκείνη να κρατάει το παιδί, εκείνος να την κοιτάζει και ανάμεσά τους να υπάρχει το τεράστιο ξύλινο τραπέζι της αίθουσας επισκεπτηρίων. Αν δεν ήταν μια τρομακτική πραγματικότητα και για τους τρεις τους, θα ήταν μια στιγμή ποιητική.

«Την τελευταία φορά που πήγαμε ήταν πολύ ψυχοφθόρο. Είχε κρεμαστεί από πάνω της και δεν την άφηνε να φύγει», μου λέει απότομα και αμέσως φτιάχνω και την επόμενη εικόνα στο μυαλό μου. Εκείνον να περπατάει για το αυτοκίνητο κρατώντας απ’ το χέρι την κόρη του στον σχεδόν εγκαταλελειμμένο περίγυρο της φυλακής κι εκείνη να γυρίζει στο κελί της.

Τον ρωτώ αν συζήτησαν ποτέ το ενδεχόμενο να πάει η μικρή με τη μητέρα της.

Η γυναίκα του συνελήφθη όταν ήταν δύο ετών, συνεπώς θα είχε τη δυνατότητα να μεγαλώσει στη φυλακή για έναν ακόμη χρόνο. Αυτό είναι και ένα από τα μεγαλύτερα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι μητέρες κρατούμενες, ενώ για ορισμένες το πρόβλημα καθίσταται οξύ όταν δεν έχουν πού να αφήσουν τα παιδιά τους. Και σε αυτή την περίπτωση, ο Στέλιος και η γυναίκα του το συζήτησαν, αλλά πολύ λογικά μου επισημαίνει πως «δεν θα μπορούσα να το δώσω και να μείνει εκεί. Τα παιδιά μέσα μένουν κλειδωμένα σε ένα κελί 14 ώρες την ημέρα και ακολουθούν το ίδιο πρόγραμμα με την κρατούμενη μητέρα τους. Δεν έχουν καμιά δημιουργική απασχόληση και δεν διαφέρουν σε τίποτα στην αντιμετώπιση από τους έγκλειστους», καταλήγει.

VICE