640bd259ffdced90830152d1191e7a38_l

Μια συνέντευξη με τον Σύριο-Κούρδο ακτιβιστή και δημοσιογράφο Shiar Nayo

Ο Shiar Nayo είναι ένας Σύριος δημοσιογράφος και ακτιβιστής κουρδικής καταγωγής που έχει ζήσει στην εξορία για περίπου μια δεκαετία.

Σε αυτή τη συνέντευξη, ο Shiar μας μιλάει για τη σχέση μεταξύ των συρο-κουρδικών δυνάμεων και των άλλων συριακών ομάδων της αντιπολίτευσης, τόσο πριν όσο και μετά την επανάσταση· για το ακανθώδες ζήτημα της σχέσης μεταξύ Κούρδων ακτιβιστών και του Κόμματος Δημοκρατικής Ένωσης (PYD) και άλλα πιεστικά κουρδικά ζητήματα που έχουν γίνει πιο επιτακτικά από ποτέ.

Joseph Daher

Joseph Daher: Ας ξεκινήσουμε με τη συμμετοχή σας στην εξέγερση του Καμισλί το 2004 και τη συρειακή επανάσταση που ξεκίνησε το 2011. Γιατί συμμετείχατε σε αυτές και ποιος ήταν ο ρόλος σας;

Shiar Nayo: Δεν μπορώ να πω ότι συμμετείχα σε μία από αυτές, για να είμαι ειλικρινής, επειδή ήμουν έξω από τη Συρία και δεν θα μπορούσα να γυρίσω, λόγω του ότι είμουν πρόσφυγας και καταζητούμενοςαπό τον (συριακό) μηχανισμό ασφαλείας. Ο ρόλος μου περιορίστηκε στην υποστήριξηκάποιων ακτιβιστών στο εσωτερικό της Συρίας για ασφαλή επικοινωνία, στη δημιουργία και διαχείριση κάποιωνιστοσελίδων και, από καιρό σε καιρό, στο γράψιμο και στην επιμέλεια ειδήσεων με διάφορα ψευδώνυμα – με βάση την μέτρια εμπειρία μου σε αυτά τα πράγματα. Φυσικά, συμμετείχα και σε διαδηλώσεις και σεεκδηλώσεις στο εξωτερικό για την υποστήριξη της εξέγερσης στο Καμισλί και της Συριακής επανάστασης, όπως και πολλοί Σύριοι στην εξορία.

Ως προς το γιατί, δεν νομίζω ότι ο οποιοσδήποτε ακτιβιστής ή διανοούμενος που πιστεύει πραγματικά στα επαναστατικά συνθήματα που διακηρύσσει δεν μπορούσε να μην συμμετάσχει σε αυτού του είδους τα λαϊκά κινήματα· κινήματα που οι Σύριοι έχουν ονειρευτεί για δεκαετίες. Ξέρω πολλούς αριστερούς ακτιβιστές και διανοούμενους που αποστασιοποιήθηκαν από τα δύο κινήματα με πρόσχημα τη βία, ή τη στρατιωτικοποίηση, την αυξανόμενη επιρροή των αντιδραστικών δυνάμεων, και άλλες σαθρές δικαιολογίες. Το μόνο που μπορεί να πει κάπιος σ’ αυτούς τους ανθρώπους και να τους συμπονέσει είναι ότι ο κόσμος είναι πιο περίπλοκος από τις ιδεαλιστικές αντιλήψεις τους για την κοινωνικο-πολιτική αλλαγή, και αν δεν εμπλακούν σε σημαντικά γεγονότα όπως αυτά και αφήσουν χώρο για τους άλλους, μόνο τον εαυτό τους μπορούν να κατηγορήσουν αν το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι της αρεσκείας τους.

Joseph Daher: Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για την κουρδική εξέγερση του 2004;

Shiar Nayo: Αυτή είναι μία από τις πολύ λίγες φορές που έχω συμφωνήσει να μιλήσω για την εξέγερση του Καμισλί και τη Συριακή επανάσταση. Διότι, ειλικρινά, είμαι μάλλον σε δύσκολη θέση να μιλήσω για γεγονότα στα οποία δεν είχα εμπλακεί πραγματικά. Υπάρχουν πολλοί άλλοι που είναι πολύ πιο άξιοι και πιο ειδικοί από μένα να μιλήσουν γι’ αυτά. Έτσι, ό,τι θα πω αντανακλά την δική μου προσωπική οπτική γωνία υπό την ιδιότητά μου ως περίπου ενός εξωτερικού παρατηρητή – παρόλο που η οικογένεια και οι κοινωνικές συνδέσεις μου μέσα στη Συρία κάνουν και τα δύο αυτά γεγονότα πιο προσωπικά.

Για μένα, η εξέγερση του Καμισλί το 2004 ήταν ένα κλασικό παράδειγμα της αποκρυστάλλωσης της συσσωρευμένης απογοήτευσης και οργής εναντίον της εξουσίας, η οποία ξέσπασε αυθόρμητα σε μια απρόσμενη στιγμή. Με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησε και η συριακή επανάσταση στην Daraa τον Μάρτιο του 2011. Και τα δύο κινήματα διέθεταν όλα τα απαραίτητα στοιχεία απ’ τα οποία αποτελούνται οι λαϊκές εξεγέρσεις αυτού του είδους, από την αποκρυστάλλωση της μακρόχρονης κοινωνικής-πολιτικής-οικονομικής δυστυχίας σε ένα τραυματικό περιστατικό, που σπάει το φράγμα του φόβου, σε μια μορφή φυλετισμού (εθνοτικού, φυλετικού, περιφερειακού, κλπ), που αρχικά βοηθά τους ανθρώπους να μείνουν ενωμένοι και να προχωρήσουν πέρα από την «εθνική» ρητορική που επιβάλλεται από το καθεστώς που κυβερνά ως αποτρεπτικός παράγοντας ή ως χαλινάρι.

Ωστόσο, ο μηχανισμός ασφαλείας και ο στρατός, μαζί με μια σειρά από μισθοφόρους από τις τοπικές αραβικές φυλές, πέτυχαν – δυστυχώς – τη γρήγορηκατάσβεση της εξέγερσης στο Καμισλί καταφεύγοντας σε ακραία και εκτεταμένη βία, σκοτώνοντας, συλλαμβάνοντας και τρομοκρατώντας χιλιάδες ανθρώπους. Αλλά το καθεστώς δεν θα ήταν σε θέση νατο επιτύχει αυτό αν δεν υπήρχε η δειλία των συρο-κουρδικών πολιτικώνκομμάτων,τα οποίαπροσπάθησαν με όλες τους τις δυνάμεις, σε συνεργασία με τους μηχανισμούς ασφαλείας, να ηρεμήσουντους ανθρώπους στη βλαση· και αν δενυπήρχεη ανικανότητα των «αραβικών» παρατάξεων της συριακής αντιπολίτευσης και ηαπροθυμία τους να υποστηρίξουν το κίνημα ως μια νόμιμη συριακή λαϊκή πολιτική εξέγερση. Πράγματι, πολλοί Σύριοι διανοούμενοι και ακτιβιστές καταδίκασαν την εξέγερση εκείνη την περίοδο και εκτόξευσαν διάφορες κατηγορίες και αρνητικά επίθετα εναντίον της, όπως «βίαιη», «προδοτική», «αποσχιστική», «ρατσιστική» και ούτω καθεξής. Κατά ειρωνικό τρόπο, μερικοί από αυτούς τους ίδιους τους ακτιβιστές και διανοούμενους, σήμερα κατηγορούν τηνευρωπαϊκή και διεθνή αριστερά για την έλλειψη υποστήριξης προς τη συριακή επανάσταση με παρόμοιες προφάσεις: «σταθερότητα», «αντίσταση», «αντι-ιμπεριαλισμός», «το φάντασμα ισλαμιστών» (που οποίο είναι παρόμοιο, σε κάποιο βαθμό, με τον κουρδικό μπαμπούλα) και ούτω καθεξής.

Joseph Daher: Ας αναπτύξουμεπερισσίοτερο αυτό το σημείο. Πώς βλέπετετη θέση της συριακής αντιπολίτευσης σχετικά με το κουρδικό ζήτημα;

Shiar Nayo: Επιτρέψτε μου πρώτα να τονίσω ότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει μια ενιαία συριακή αντιπολίτευση, αλλά πολλές, όπως ακριβώς υπάρχουν πολλά κουρδικά ζητήματα που μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την ηθική και πολιτική θέση σας απέναντι σ’ αυτά τα ζητήματα, από την πίστη ότι πρόκειται απλώς για αναγνώριση πολιτιστικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων ή την άρνηση του δικαιώματος για αυτοδιάθεση των Κούρδων της Συρίας.

Για μένα, και για πολλούς Κούρδους της Συρίας, αυτή η θέση που μόλις ανέφερα (η θέση πολλών Σύριων Αράβων διαφωνούντων και διανοουμένων για την εξέγερση στο Καμισλί) συνοψίζει το ιστορικό σύμπλεγμά τους προς το «κουρδικό ζήτημα»: από τη μία πλευρά, επιμένουν ότι οι κουρδικές πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να λειτουργήσουν μέσα σε ένα «ενιαίο» εθνικό πλαίσιο, αλλά, από την άλλη, δεν κάνουν καμία προσπάθεια για την ανασυγκρότηση αυτού του πλαισίου, έτσι ώστε να περιλαμβάνει και να εγγυάται τα εθνικά δικαιώματα και τις διεκδικήσεις των Κούρδων και άλλων μειονοτήτων στην Συρία. Φυσικά μιλάω εδώ για χειροπιαστά πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα και διεκδικήσεις, όχι συμβολικά, γενικά,ευμετάβλητα συνθήματα.

Το λιγότερο που μπορούμε να πούμε για αυτή τη θέση είναι ότι είναι διπρόσωπη και τυχοδιωκτική. Αλλά το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο από αυτό, κατά τη γνώμη μου. Μου φαίνεται ότι το πρόβλημα έγκειται στην αδυναμία αυτών των αραβο-εθνικιστών να φανταστούν μια περιεκτική εθνική ταυτότητα βασισμένη στην πολυμορφία, που δεν θα είναι ούτε απλουστευτική ούτε αφομοιωτική. Φυσικά η πολιτική του Κόμματος Μπάαθ απέναντι στους Κούρδους (η καταπίεση και οι διακρίσεις, σε συνδυασμό με τη συσκότιση και τη σχεδόν πλήρη άγνοια για οτιδήποτε κουρδικό, καθώς και το κλείσιμο όλων των δημόσιων χώρων συζήτησης και διαλόγου που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αυτή την άγνοια) έπαιξε ένα μεγάλο ρόλο στην εμβάθυνση αυτού του αραβο-κουρδικού ρήγματος. Αλλά δεν μπορούμε να κατηγορούμε τους Μπααθιστές για τα πάντα. Η θέση πολλών αραβο-εθνικιστών, που θεωρούν τους εαυτούς τους «προοδευτικούς», δεν είναι λιγότερο σοβινιστική στα κουρδικά ζητήματα στη Συρία.

Μπορούμε να προσθέσουμε σε αυτούς τους παράγοντες τον συντηρητισμό του κουρδικού εθνικιστικού κινήματος στη Συρία, από το 1950, τουλάχιστον, και την αδυναμία του να φανταστεί μορφές αγώνα, πέρα από ένα αγώνα, που θα τον έλεγα, κλειστό στον εαυτό του. Το φαινόμενο αυτό περιπλέχτηκε με τα ιστορικά αίτια που μπορούν να παρατηρηθούν σε πολλά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα σε όλο τον κόσμο.

Αυτό το χάσμα μεταξύ της συριακής κουρδικής και αραβικής αντιπολίτευσης άρχισε να γεφυρώνεται σε κάποιο βαθμό αφότου μια σειρά από συριακά-κουρδικά πολιτικά κόμματα – ιδιαίτερα το Yeketi και το Azadi – ανοίχτηκαν σε μερικές από τις «αραβικές» παρατάξεις της αντιπολίτευσης και άρχισαν να συμμετέχουν στις εκδηλώσεις και τις συνεδριάσεις τους, ιδίως στο πλαίσιο της λεγόμενης Διακήρυξης της Δαμασκού. Ωστόσο, αυτό ήταν ένα μερικό και σε μεγάλο βαθμό πραγματιστικό άνοιγμα, κατά την άποψή μου, όπως αποδείχτηκε αργότερα, μετά το ξέσπασμα της επανάσταση, από τις θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών στο πλαίσιο των ομάδων της αντιπολίτευσης σχετικά με το όνομα της Συριακής Δημοκρατίας, για παράδειγμα, (εάν θα συμπεριλάμβανεται ή όχι ο όρος «Αραβική» στο όνομα), ή σχετικά με το πώς θα καθορίζονταν τα δικαιώματα των Κούρδων… και πολλές άλλες διαφορές αυτού του είδους.

Μια πολύ πιο σημαντική διαδικασία, κατά τη γνώμη μου, από την άποψη αυτή ήταν το ξέσπασμα της επανάστασης το 2011, για ό,τι αυτό σήμαινε για τους Σύριους σχετικά με την επανανακάλυψη του εαυτού τους και την ανακάλυψη των άλλων με τους οποίους υποτίθεται μοιράζονταν αυτήν την «πατρίδα», για τους οποίους όμως δεν ήξεραν τίποτα. Η επανάσταση σήμαινε την ανοικοδόμηση μιας συριακής εθνικής ταυτότητας περισσότερο πολύχρωμης και ποικιλόμορφης και με λιγότερους αποκλεισμούς. Ήταν πολύ σημαντικό, για παράδειγμα, ότι οι διαδηλωτές στις κουρδικές και στις αραβικές περιοχές είχαν συνθήματα, πανό και πλακάτ με τα οποία εκδήλωναν μηνύματα αμοιβαίας υποστήριξης και αλληλεγγύης. Όπως και τα συνθήματα που προβάλλονταν από τους διαδηλωτές στην Αμούδα και στο Καμισλί και σε άλλες πόλεις με κουρδική πλειοψηφία σε ένδειξη αλληλεγγύης για την Ντέραα, τη Χομς, το Χαλέπι και άλλα μέρη. Ή τα πανό που σήκωσαν οι διαδηλωτές στο Ιντλίμπ, στο Χαλέπι, στη Χομς και αλλού εκφράζοντας την αλληλεγγύη τους για την Αμούδα και το Καμισλί και άλλες κατά κύριο λόγο κουρδικές περιοχές· πανό και πλακάτ με ευχές προς τους Κούρδους συντρόφους τους κατά τη διάρκεια των εθνικών εορταστικών εκδηλώσεων των τελευταίων, είτε παρηγορώντας τους κατά τη διάρκεια των «ιδιαίτερων» τραγωδιών τους (όπως ήταν η δολοφονία του Mesh’al Tammo). Τα φαινόμενα αυτά μπορούν να διαβαστούν από την προοπτική που ανέφερα νωρίτερα (της οικοδόμησης μιας νέας εθνικής ταυτότητας) και όχι απλώς ως έκφραση της συμβολικής, αμοιβαίας αλληλεγγύης ως ένα ζήτημα ανταπόδοσης ή της κοινής αίσθησης θυματοποίησης.

Ωστόσο, φαίνεται ότι αυτή η ριζοσπαστική, δημιουργική διαδικασία δεν έχει ακόμη αντίκτυπο στις καθιερωμένες ομάδες της συριακής αντιπολίτευσης – τόσο των Κούρδων όσο και των Αράβων – που παραμένουν αιχμάλωτες των ξεπερασμένων ταυτοτήτων και της ρητορικής τους.

Joseph Daher: Πώς είναι η κατάσταση που αναπτύχθηκε στις κουρδικές περιοχές από την έναρξη της επανάστασης; Πώςαντιμετώπισε το καθεστώς Άσαντ το λαϊκό κίνημα σε αυτές τις περιοχές; Ποια είναι η σχέση μεταξύ των διαφόρων κουρδικών ομάδων και των Σύριων επαναστατών, του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, τωνισλαμιστικών δυνάμεων, κλπ;

Shiar Nayo: Πολλοί κατηγορούν το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PYD), τη συριακή πτέρυγα του Κόμματος των Κούρδων Εργαζομένων (PKK), για συμπαιγνία και συνεργασία με το καθεστώς. Δεν πιστεύω ότι αυτή η αφήγηση είναι πολύ ακριβής. Αυτό που συνέβη, σύμφωνα με τη δική μου ανάγνωση των γεγονότων, ήταν μια πραγματιστική σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ των δύο πλευρών το 2012.

Για το καθεστώς, ο πρωταρχικός στόχος αυτής της «κατανόησης» (δηλαδή η απόσυρση του μηχανισμού του καθεστώτος από τις κατά κύριο λόγο κουρδικές περιοχές και η παράδοση της διαχείρισής τους κατά κύριο λόγο στο PYD) ήταν η ουδετεροποίηση των κουρδικών περιοχών στην επανάσταση, τόσο στρατιωτικά όσο και πολιτικά (έτσι ώστε να μην ανοίξει άλλο ένα σημαντικό μέτωπο στο βόρειο-ανατολικό τμήμα της χώρας και να διαιρέσει την αντιπολίτευση κατά μήκος των εθνικών και θρησκευτικών γραμμών). Ο δεύτερος στόχος ήταν να χρησιμοποιήσει το PYD ως πίεση εναντίον της Τουρκίας, τον πιο σημαντικό υποστηρικτή του Ελεύθερου Συριακού Στρατού εκείνη τη στιγμή, με την ελπίδα να κλείσει στο μέλλον μια συμφωνία με την Τουρκία, όπως αυτή με την οποία το συριακό καθεστώς πούλησε τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν το 1999. Και φαίνεται ότι το καθεστώς έχει αποτύχει σε ορισμένες από αυτούς τους στόχους ενώ έχει πετύχει σε άλλους, για πολύπλοκους και αλληλένδετους λόγους που δεν μπορούμε να αναφέρουμε εδώ.

Από την πλευρά του PYD, αυτή ήταν μια χρυσή ευκαιρία για να επιβάλει την εξουσία του και να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής της στις κουρδικές περιοχές της Συρίας. Αυτός ο πολιτικός πραγματισμός και η δίψα για την εξουσία είναι δύο σημαντικοί παράγοντες για την κατανόηση των σχέσεων του κόμματος με το καθεστώς, την επανάσταση, τον FSA, και ακόμη και με τους ίδιους τους Κούρδους. Μπορεί επίσης να βοηθήσει στη εξήγηση πολλών φαινομένων τα οποία μοιάζουν να ζαλίζουν ορισμένους σχολιαστές και αναλυτές, όπως η καταστολή από τις δυνάμεις του PYD των ανεξάρτητων ακτιβιστών και εκείνων που επικρίνουν τις πολιτικές του κόμματος, με το ίδιο ύφος όπως κάνει και το καθεστώς Μπάαθ. Εν είδει παραδείγματος, μπορούν να αναφερθούν σε αυτό το πλαίσιο η σφαγή στην Αμούδα τον Ιούλιο του 2013, στην οποία οι Λαϊκές Μονάδες Προστασίας (YPG) άνοιξαν πυρ εναντίον άοπλων διαδηλωτών, ή το κλείσιμο του νέου ανεξάρτητου ραδιοφωνικού σταθμού Arta, τον Φεβρουάριο του 2014, με το πρόσχημα ότι δεν είχε «άδεια». Δυνάμεις του PYD έχουν επιτεθεί και σε μέλη άλλων κουρδικών πολιτικών κομμάτων και συνέλαβν μερικούς από αυτούς με διάφορες προφάσεις· έχουν τον έλεγχο των τροφίμων και των οικονομικών πόρων στις κουρδικές περιοχές και τα διανέμουν με έναν άδικο τρόπο, στη βάση της κομματικής ευνοιοκρατίας, και ούτω καθεξής και ούτω καθεξής. Τέτοιες πρακτικές θυμίζουν δικαιολογημένα στους ανθρώπους, τις καταπιεστικές πρακτικές του καθεστώτος Άσαντ.

Ύστερα από την έναρξη της επίθεσης των ένοπλων ισλαμιστικών ομάδων (του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του του Σιαμ (ISIS) και κυρίως της Τζάμπχατ αν-Νούσρα) εναντίον των κουρδικών περιοχών στα μέσα του 2013, που πυροδότησε έναν πόλεμο που συνεχίζεται αμείωτος μεταξύ αυτών και των δυνάμεων του PYD, πολλοί Συρίοι-Κούρδοι άρχισαν να αλλάζουν τη θέση τους προς το PYD και τις δυνάμεις YPG οι οποίες είναι κυρίαρχες.

Οι ισλαμιστικές παρατάξεις αγωνίζονται σ’ αυτή τη μάχη άλλοτε κάτω από ένα ισλαμιστικό λάβαρο και άλλοτε κάτω από το λάβαρο του αραβισμού. Αλλά ο πραγματικός μηχανισμός πίσω τους είναι η τουρκική κυβέρνηση, ο μεγαλύτερος εχθρός των Κούρδων, όχι μόνο εξαιτίας της στρατηγικής θέσης των περιοχών αυτών στα τουκικά και ιρακινά σύνορα, αλλά και για τον πλούτο τους σε πετρέλαιο. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων έχει ωθήσει πολλούς Κουρδο-Σύριους να αποδεχτούν την εξουσία του PYD για λόγους αυτοάμυνας ή από φόβο ότι οι ριζοσπάστες ισλαμιστές θα μπορούσαν να νικήσουν και στη συνέχεια να επιβάλλουν την κυριαρχία τους και τις αξίες τους που είναι ξένες προς τον τοπικό πληθυσμό, όπως συνέβη στην αρ-Ράκα. Εκτός από όλα αυτά, οι Συροι-Κούρδοι στο σύνολό τους είναι λιγότερο θρησκευόμενοι και λιγότερο θρησκευτικά ακραίοι από ό,τι πολλές άλλες συριακές κοινωνικές ομάδες. Πέρα από οτιδήποτε άλλο, το PYD συνεχίζει να μιλάει για εκκοσμίκευση, δημοκρατία, δικαιώματα των γυναικών, κλπ. Ακόμα και οι πιο κριτικοί απέναντι στο κόμμα άρχισαν να το βλέπουν ως το «μη χείρον βέλτιστον». Ξέρω πολλούς Κούρδους ακτιβιστές στο Καμισλί, στην Αμούδα και σε άλλες περιοχές οι οποίοι, πριν από αυτές τις εξελίξεις, οργάνωναν διαδηλώσεις και έγραφαν εναντίον του PYD, αλλά τώρα ξαφνικά άρχισαν να συμμετέχουν εθελοντικά στις τάξεις των YPG, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό ελέγχονται από το PYD, για να πολεμήσουν εναντίον των ισλαμιστών για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως.

Αυτή η αλλαγή στη στάση πολλών Σύριων-Κούρδων απέναντι στο PYD ενισχύθηκε από την διπρόσωπη θέση της συριακής αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα του Εθνικού Συνασπισμού και των ισλαμικών ομάδων, απέναντι στην ISIS, ακόμη και αφού ο FSA κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της. Ενώ πολλές σελίδες και ιστοσελίδες της αντιπολίτευσης είναι γεμάτες με κριτικές για την ISIS και γελοιοποίηση των πρακτικών της, όταν ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ της ISIS και των δυνάμεων του PYD και των συμμάχων του στις κουρδικές περιοχές, η ISIS ξαφνικά μετατράπηκε σε «Ελεύθερο Συριακό Στρατό» και γινόταν μια ολόκληρη συζήτηση για τη σύγκρουση μεταξύ των «δυνάμεων της αντιπολίτευσης» και των «αυτονομημένων Κούρδων».

Εγώ προσωπικά δεν πιστεύω ότι τέτοια λάθη είναι πάντα σκόπιμα. Είναι, ως επί το πλείστον, το αποτέλεσμα του κουρδικού μπαμπούλα και της αδυναμίας να φανταστεί κανείς μια εθνική ταυτότητα χωρίς αποκλεισμούς. Έχω ήδη αναφέρει δύο σημεία. Είναι πεποίθησή μου ότι, αν η συμπεριφορά και η ρητορική των συριακών παρατάξεων της αντιπολίτευσης δεν βελτιωθούν όσον αφορά τα κουρδικά ζητήματα – ριζικά και ουσιαστικά, και όχι από την άποψη ενός αμφιλεγόμενου πραγματισμού – το αποτέλεσμα θα είναι μόνο στην ενίσχυση του PYD στις κουρδικές περιοχές, τόσο σε βάρος των άλλων κουρδικών λαϊκών επαναστατικών δυνάμεων όσο και σε βάρος της όποιας ελπίδας για μια συριακή πατρίδα για όλους.

Joseph Daher: Τι πιστεύετε για τοΚουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ) γενικά;Καθώς και το πείραμα της αυτονομίας / αυτοδιακυβέρνησης του ΣυριακούΚουρδιστάν;

Shiar Nayo: Όπως έχω ήδη πει, οι πρακτικές του κόμματος, τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν, θυμίζουν τις πρακτικές του καθεστώτος Άσαντ και άλλων καταπιεστικών, ολοκληρωτικών καθεστώτων όπως αυτό. Και αυτή είναι μια ομοιότητα που προκύπτει από αντικειμενικούς λόγους. Το PKK είναι ένα εθνικιστικό κόμμα που είναι ιδιαίτερα ιδεολογικό και βασίζεται σε ένα αυστηρό στρατιωτικό καθεστώς και στην τυφλή πίστη, καθώς και στην αποθέωση του αρχηγού και την ιδέα ενός κόμματος που οδηγεί την κοινωνία και το κράτος. Με αυτή την έννοια, το PKK δεν είναι πολύ διαφορετικό από πολλά αραβικά αριστερά κόμματα τα οποία υποφέρουν από την σταλινική-λενινιστική ασθένεια.

Όσο για την εμπειρία της αυτο-διακυβέρνησης, πρέπει πρώτα να γίνει διάκριση μεταξύ των φιλοδοξιών και των δικαιωμάτων μιας ομάδας στην αναζήτηση της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας και ενός συγκεκριμένου μοντέλου που ισχυρίζεται ότι ενσωματώνει αυτές τις φιλοδοξίες και τα δικαιώματα στην πράξη. Έτσι, αν μιλάμε για το δικαίωμα των Σύριων-Κούρδων για αυτονομία και αυτοδιάθεση – με την προϋπόθεση ότι αυτό είναι που επιθυμούν – τότε, φυσικά, υποστηρίζω αυτό το δικαίωμα, όπως και ο καθένας που ισχυρίζεται ότι είναι αριστερός ή προοδευτικός. Όποιος λέει το αντίθετο είναι υποκριτής ή φασίστας. Προσωπικά, είμαι κατά των εθνών-κρατών και των κρατών γενικότερα. Ωστόσο, αν μια ομάδα ανθρώπων, ή η πλειοψηφία τους, επιδιώκουν ή αναζητούν κάποιο στόχο – ανεξάρτητα από το αν συμφωνώ ή όχι με αυτόν – ή εάν ένα έθνος-κράτος είναι το μόνο δυνατό πλαίσιο που μπορεί να επιτευχθεί σήμερα μεγαλύτερη ελευθερία και δικαιοσύνη γι’ αυτούς, τότε φυσικά υποστηρίζω αυτές τις φιλοδοξίες και αυτές τις προσπάθειες.

Αλλά αν μιλάμε για το σημερινό σχέδιο του PYD στις συριακές-κουρδικές περιοχές, τότε το θέμα γίνεται πιο περίπλοκο. Από τη μια πλευρά, φαίνεται ότι η εμπειρία έχει αρχίσει να επιτυγχάνει αξιόλογα επιτεύγματα, όπως η κοσμική διαχείριση του κρατικού μηχανισμού, η εξασφάλιση περισσότερων δικαιωμάτων για τις γυναίκες και η συμμετοχή των μειονοτήτων στη διοίκηση, μια μεγαλύτερη συμμετοχή και περισσότερη παρέμβαση για τον τοπικό πληθυσμό στην διαχείριση των υποθέσεών του, ειδικά με την απουσία ενός ισχυρού, εδραιωμένου κράτους. Και πρέπει να θυμόμαστε εδώ ότι το PYD βασίζεται σε μια πλούσια εμπειρία αυτο-διακυβέρνησης που έχουν βιώσει οι συντρόφοί τους στο τουρκικό Κουρδιστάν.

Από την άλλη πλευρά, όμως, το πείραμα μπορεί κάλλιστα να καταλήξει στην ενίσχυση της κυρίαρχης θέσης του PYD και στην αύξηση της καταπίεσης στο όνομα της προστασίας αυτών των επιτευγμάτων, σε συνδυασμό με τη σταδιακή κατασπατάληση τους σε αντάλλαγμα για στενά πολιτικά συμφέροντα. Αυτό είναι ένας πραγματικός και πιθανός κίνδυνος.

Φαντάζομαι ότι, αν ζούσα σε ένα από τα τρία κουρδικά καντόνια που βρίσκονται υπό την κυριαρχία της διοίκησης της αυτο-διακυβέρνησης, θα είχα συμμετάσχει στο πείραμα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά θα προσπαθούσα όσο το δυνατόν περισσότερο να συνεργαστώ με άλλους ακτιβιστές και φορείς, προκειμένου να το προστατεύσω από τους κινδύνους που έχω μόλις αναφέρει.

Joseph Daher: Νομίζετε ότι είναι δυνατόν να οικοδομήσουμε μια τρίτη δύναμη, που να είναι δημοκρατική και προοδευτική και να εγγυάται την εκπλήρωση των αρχικών στόχων της επανάστασης, και να είναι επίσηςανεξάρτητη από το καθεστώς και τιςοπισθοδρομικές ισλαμιστικές δυνάμεις;

Shiar Nayo: Δεν μου αρέσει στην πραγματικότητα αυτή η ετικέτα «Τρίτη Δύναμη», η οποία χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις συριακές-κουρδικές δυνάμεις ή το PYD και να τις διακρίνει τόσο από το καθεστώς όσο και από την «αραβική» ή την «ισλαμική» αντιπολίτευση. Επειδή η ετικέτα προϋποθέτει, ή επιβάλλει, την ομοιογένεια των κουρδικών δυνάμεων και την ενότητα των προσδοκιών τους, όπως ακριβώς προϋποθέτει την ομοιογένεια των παρατάξεων της αντιπολίτευσης.

Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω ότι αυτό που έχει συμβεί στις κουρδικές περιοχές – παρ’ όλες τις επιφυλάξεις και την κριτική μου στο PYD – αποτελεί ένα βήμα προς τα εμπρός, αν θέλουμε να το συγκρίνουμε με τις άλλες εναλλακτικές λύσεις που θα μπορούσαν να έχουν κυριαρχήσει στην περιοχή (το καθεστώς ή τους ριζοσπάστες ισλαμιστές). Αλλά δεν νομίζω ότι το PYD και το ΡΚΚ είναι οι σωστοί πολιτικοί φορείς, ικανοί να επιτύχουν την αληθινή ελευθερία, τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη, που επιδιώκουν πολλοί στη Συρία.

Δεν αμφιβάλλω ούτε για μια στιγμή ότι το PYD – αν τα πράγματα συνεχίσουν να ξελίσσονται με αυτό τον τρόπο – θααναπαράγει ένα καταπιεστικό, απολυταρχικό καθεστώς, όπως έκανε τοκόμμα Μπάαθ ή όπως έκαναν τα δύο κόμματα που κυβερνούν στο ιρακινό Κουρδιστάν – λαμβάνοντας φυσικά υπόψη τις διαφορές στις εμπειρίες τους. Το ίδιο ισχύει και για πολλές από τις άλλεςσυριακές παρατάξεις της αντιπολίτευσης, από τις ριζοσπαστικές ισλαμιστικέςδυνάμεις ως τα εθνικιστικά αριστεράκόμματα που τείνουν προς τον φασισμό. Ελπίζω ότι το επαναστατικό κίνημα θα συνεχίσει και θα γεννήσει διαφορετικές μορφές οργάνωσης και αυτο-οργάνωσης, και νέες δομές που θα είναι πιο συνεπείς απέναντιστις αρχικές αξίες και τους στόχους της επανάστασης.

Αλλά όσο η τυφλή βία συνεχίζεται (κυρίως από το καθεστώς και τους υποστηρικτές του), και εφ’ όσον οι αριστεροί συνεχίζουν να εστιάζουν τις ενέργειές τους στις δραστηριότητες της κοινωνίας των πολιτών και να αφήνουν τον χώρο της πολιτικής και του ένοπλου αγώνα στους άλλους, οι πιθανότητες να εκπληρωθούν οι ελπίδες αυτές γίνονται όλο και πιο αδύναμες. Φυσικά, δεν είναι εύκολο, ύστερα απ’ όλα αυτά που συνέβησαν, να πάμε πίσω στις ημέρες της έλλειψης της δημοκρατίας και των ελευθεριών, τουλάχιστον σε ένα βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Αλλά η επίτευξη της αληθινής κοινωνικής δικαιοσύνης είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα.

e la libertà