pablo-picasso

Ο Φασισμός ώς Life-style

Τώρα που φτάσαμε στην 17η Νοέμβρη, δεν έχω όρεξη να ασχοληθώ ούτε με κάποια απαρίθμηση ιστορικών γεγονότων αναφορικά με την επταετία, ούτε με κάποια ανάλυση για την συνθήκη που μετέτρεψε την Ελλάδα σε αμερικανικό προτεκτοράτο, ούτε με τα οικονομικά σκάνδαλα της χούντας και τους βασανισμούς, ούτε καν με τον ρόλο διάσημων επιχειρηματιών στη στήριξη του καθεστώτος.

Άλλωστε, δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ και επιπλέον, υπάρχουν άρθρα επί άρθρων για αυτά τα θέματα, από πολύ ικανούς αναλυτές. Πιο πολύ, θέλω να ασχοληθώ με ένα βιβλίο, η τυχαία ανάγνωση της παρουσίασης του οποίου στο Διαδίκτυο με φιλοδώρησε με στομαχικές διαταραχές.

Πρόκειται για το βιβλίο «Να γιατί», τα απομνημονεύματα της Ντέλλας Ρουφογάλη-Ρούνικ.

Η Βασιλική Πασβαντίδου, που έκανε το όνομά της Ντέλλα, έφυγε με τον πρώτο της άντρα στη Γαλλία και το Γιοχάνεσμπουργκ, έγινε μοντέλο και στη συνέχεια παντρεύτηκε τον αρχηγό της ΚΥΠ και ισχυρό άντρα της χούντας Μιχάλη Ρουφογάλη, που πλούτισε κάνοντας ρουσφέτια σε επιχειρηματίες. Ο γάμος τους ήταν μεγάλο κοσμικό γεγονός της Αθήνας. Η Ντέλλα, πρώην Βασιλική, δείχνει λαμπερή στο πανάκριβο νυφικό της, που στο Παρίσι ετοιμάστηκε ειδικά για αυτήν, ενώ οι καλεσμένοι, Βαρδινογιάννης, Μποδοσάκης, Πάππας, Κανελλόπουλος, Λάτσης και άλλοι πολλοί, υποκλίνονται στην ομορφιά της.

Η ίδια περιγράφει τη ζωή της ανάμεσα στο «καλύτερο χαβιάρι της Περσίας», με το οποίο τάιζε τα γατάκια της Βέροιας, και τα «παγωμένα καβούρια της Αλάσκας», τους πλούσιους επιχειρηματίες, τις διακοπές στις σουίτες του παρισινού Intercontinental με την Δέποινα Παπαδοπούλου και την Εριέτα Λάτση και τη λιμουζίνα του Ωνάση. Μετά την καταδίκη του Μιχάλη Ρουφόγαλη, που «μόνο δικτάτορας δεν της φαινόταν», όπως έλεγε, έζησε για λίγο με τον Μιρ Μπούτο της γνωστής πολιτικής οικογένειας του Πακιστάν και αργότερα παντρεύτηκε τον Αμερικανό επιχειρηματία Χέρμπερτ Ρούνικ.

eptaetia-1

Η εξιστόρησή της ομοιάζει τρομακτικά με μυθιστόρημα της Λένας Μαντά για στερημένες νοικοκυρές. Περιγράφει πώς από το δυαράκι της Βέροιας έφτασε στα μέγαρα του Ακαπούλκο και του Παλμ Μπιτς και τελικά βρήκε λιμάνι απάνεμο στη βίλα της Μυκόνου, πώς έζησε το πάθος δίπλα στους πλούσιους συζύγους της, πώς ανελίχθηκε στις επιχειρήσεις, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, τη φιλοσοφία, την ποίηση και τη συγγραφή.

Και για του λόγου το αληθές:

«Το βράδυ στο δωμάτιό του, με σιγανή φωνή μου λέει ότι παρ’ όλη τη χαρά που έκανε όταν με είδε, επιβάλλεται να φύγω όσο το δυνατόν γρηγορότερα από την Καμπούλ, γιατί οι Ρώσοι γνωρίζουν ποια είμαι, θεωρούν πως δουλεύω για τους Αμερικανούς και η παραμονή μου εκεί, έστω και για μία ακόμη μέρα, θα ήταν επικίνδυνη. Συνειδητοποιώ πόσο παράφορα, απελπισμένα, πόσο απελπιστικά καταδικασμένα τον αγαπώ. Σπαράζει η ψυχή μου. Τόσος δρόμος, τόσες νύχτες, τόσος φόβος στα πέρατα της γης, μόνο για μια νύχτα. Μια νύχτα, μια ζωή. Κολλημένη στο πρόσωπό του τού ψιθυρίζω πως τώρα πια δεν υπάρχει παρά στα βάθη τους αίματός μου μόνο η λαχτάρα να’ μαι λουλούδι, κάπου εδώ στην Καμπούλ· το πιο ωραίο να με μυρίσεις και να μ αγγίξεις Μιράκι μου, ένα λεπτό, το τελευταίο. Και να με κόψεις για να πεθάνω πάνω στο στήθος σου». Δεν κοιμηθήκαμε ποτέ. Το γλυκοχάραμα τον βρίσκει ριγμένο απρόσεχτα πάνω μου και την αγκαλιά μου γεμάτη από αυτόν.»

(Παύση για εμετό)

Αυτό το απαύγασμα του κιτς life style είναι ίσως το πιο ταιριαστό βιβλίο για την επέτειο της εξέγερσης ενάντια στον φασισμό.

Γιατί ο στόχος του life-style ήταν και είναι πάντα η απόκρυψη του απαίσιου προσώπου του ολοκληρωτισμού, σε όλα τα καθεστώτα: από τα αμερικάνικα εύπεπτα χαζοτράγουδα της μαζικής βιομηχανίας έως τις τέλεια σχηματισμένες γυμναστικές επιδείξεις του ανατολικού μπλοκ. Πρόκειται για την επιβολή ενός περιεχομένου που λατρεύει τον νεκρή ύλη ως εμπόρευμα και το ψεύτικο σε βάρος οτιδήποτε ζωντανού πίσω από την προβολή μιας επιτηδευμένης εικόνας πλαστικής λάμψης. Τότε, ήταν τα κοσμικά γεγονότα της ανερχόμενης σε life-style Αθήνας, το ’90 ήταν η καταναλωτική ευτοπία που ύμνησαν τα περιοδικά του Κωστόπουλου. Η ψεύτικη στυλιζαρισμένη εικόνα χρησιμοποιείται πάντα για την απόκρυψη της φρίκης, είτε αυτή διεξάγεται σε κάποια κρατητήρια, είτε μέσα στο μίζερο μικροαστικό διαμέρισμα μίας οικογένειας, είτε αυτή λέγεται βασανισμός, είτε κοινωνικός κανιβαλισμός.

Όπλο του life style του φασισμού είναι τα κλισέ.

Αυτά σχετίζονται με την ηθική του: για παράδειγμα, η οικογένεια θέλει έναν αυστηρό πατέρα, φιγούρα που θα απαιτεί μια ζωή την υποταγή, και μία μητέρα που έχει απαρνηθεί ότι είναι γυναίκα με ερωτικές επιθυμίες και που παίρνει αξία από τον ρόλο της στη στήριξη του σπιτικού και στη μητρότητα. Ως αποτέλεσμα, πίσω από το πατρις – θρησκεία – οικογένεια, το lifestyle του φασισμού χρειάζεται και την εικόνα-εμπόρευμα της γυναίκας-πόρνης, ως υποκατάστατο, ή τη σαπουνόπερα. Πηγάζουν, επίσης, και από την αισθητική του: Ως ομορφιά στο life style του φασισμού, νοείται η ψεύτικη πρόσοψη, η επιφάνεια, κάτι σαν τα γύψινα κολωνάκια των νεοκλασικών που έχτισαν οι Βαυαροί ηγεμόνες ή κάτι σαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο φασισμός χρειάζεται τη λάμψη των μεγάρων και των παλατιών για να κρύβει την εξαθλίωση εκείνων που τα έχτισαν.

Ο φασισμός δεν είναι μια παρά φύσει τερατογένεση της αστικής δημοκρατίας, αλλά η φυσική της συνέχεια.

Η πλήρης ανελευθερία δεν έχει άλλη πηγή από την ισοδυναμία του ανθρώπου με αριθμητικές μονάδες, από την αποξένωσή του από αυτό που δημιουργεί και την ένταξή του στο παγκόσμιο σύστημα της αγοράς. Όταν οτιδήποτε ζωντανό, ο έρωτας, η φύση, η αγάπη, η αρετή, η δημιουργικότητα γίνεται αντικείμενο προς αγοραπωλησία ως νεκρό εμπόρευμα, όταν η «τέχνη» γίνεται υποβλητική επανάληψη κλισέ, ο φασισμός ενυπάρχει και καραδοκεί. Η λατρεία του ψεύτικου, του νεκρού, όπως για παράδειγμα η εμμονή σε κάποιου κατασκευασμένου στο παρόν ένδοξου παρελθόντος που δεν υπήρξε ποτέ, στόχο έχει να απονεκρώσει ότι έχει απομείνει ως ανυπόταχτο ανθρώπινο υπόλειμμα. Ο φασισμός εξυπηρετεί την κυριαρχία, θρέφοντας τον μικροαστικό εθισμό στο θέαμα, υποκατάστατο της στέρησης από οτιδήποτε ουσιαστικό.

Δεν είναι τυχαίο που όσοι δουλεύουν για την κατασκευή του life-style περιτυλίγματος, της καταναλωτικής αποχαύνωσης σπεύδουν να δώσουν τα διαπιστευτήριά τους όταν ο ολοκληρωτισμός τους χρειάζεται.

Πολύ εύκολα ο Αναστασιάδης πέρασε από τα «ελαφρά» σεξιστικά ανέκδοτα στα ρεπορτάζ για τους Χρυσαυγίτες που συνοδεύουν τις γριές στα ΑΤΜ. Εξίσου εύκολα οι εφημερίδες τύπου Espresso περνούν όποτε είναι ανάγκη από την κάλυψη της ζωής των σταρς σε πρωτοσέλιδα για τους γύφτους που κλέβουν ξανθά μωρά και στην μακάβρια περιγραφή της δολοφονίας «αδίστακτων Αλβανών εγκληματιών». Οι πιο «σοβαροί», που προσανατολίζονται στο να πουλάνε σφηνάκια ημιμάθειας για υψηλή τέχνη και στην παρουσίαση φιλανθρωπικών βραδιών από πλούσιες κυρίες, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για την αναγκαιότητα να σοβαρευτεί το κράτος ως κατασταλτικός μηχανισμός.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-35

Επίσης, το life style του φασισμού δεν εξαντλείται, ούτε καν δεν επικεντρώνεται, σε μεταφυσικές θέσεις περί περιούσιου λαού και άλλες τέτοιες μπούρδες.

Η ρητορική του παρουσιάζεται ορθολογικότατη, με ερείσματα στην επιστήμη. Μας εξηγεί, βάσει στοιχείων, γιατί το σύστημα Υγείας δεν θα επιβιώσει αν δεν πληρώνεις για να σε δει γιατρός ή γιατί πρέπει να πουληθούν οι εταιρίες υδροδότησης, ή γιατί έπρεπε να δοθούν στη δημοσιότητα φωτογραφίες και προσωπικά δεδομένα οροθετικών κοριτσιών.

Κοιτάω αυτό το πλακάτ από την εξέγερση της 17ης Νοέμβρη: Σήμερα πεθαίνει ο φασισμός.

Κι όμως, ο φασισμός θα ξεριζωθεί στ’ αλήθεια όταν η ασχήμια δε θα κρύβεται πια πίσω από περιτυλίγματα, αλλά όταν θα γκρεμισθεί, μια για πάντα και αυτό θα γίνει από αυτούς που, μεταξύ άλλων, αηδιάζουν με το life-style του. Μπορούν όλοι να το καταφέρουν αυτό; Κάποιοι έχουν το «προνόμιο» να εμμένουν στην επιφάνεια, αφού η κοινωνική τους θέση το επιτρέπει. Είναι, όμως, και οι άλλοι. Είναι και οι άλλοι που δουλεύουν για να παράγουν εμπορεύματα και ταυτόχρονα πουλούν σαν εμπόρευμα τη δημιουργικότητά τους, το είναι τους. Είναι αυτοί που μπορούν να δουν πέρα από την επιφανειακή χαρούμενη και μοδάτη ουτοπία που πλασάρει πάντα ο ολοκληρωτισμός και να υπερασπιστούν την πραγματική ομορφιά και την πραγματική ελευθερία. Τότε και μόνο τότε θα έχει πεθάνει ο φασισμός.

Άννα Β.

Υ.Γ.: Ο φασισμός είναι η απόλυτη κοινοτοπία και για να εξηγούμαι: δουλειά – σπίτι – Πρετεντέρης – μπάλα – καφετέρια και μπουζούκια ή αφίσα- μπάφος- ρεμπέτικο- ρετσίνα δεν έχει και τόση σημασία. Ούτε κάνει καμιά διαφορά η άρνηση του life style ως αυτοσκοπός ψεύτικης μεταμοντέρνας διαφοροποίησης και θλιβερού ναρκισσισμού. Η ανάδειξη του νεκρού και αποστεωμένου σε βάρους του ζωντανού δεν είναι μονοπώλιο της δεξιάς. Ίσως δεν είναι εδώ ο χώρος συζήτησης για αυτό, αλλά μπορούμε ωστόσο να θυμηθούμε ένα σύνθημα από τον Μάη του ’68: «Όποιος μιλάει για επανάσταση χωρίς να μιλάει για καθημερινή ζωή, έχει ένα πτώμα στο στόμα του. Και όποιος μιλάει για καθημερινή ζωή χωρίς να μιλάει για επανάσταση, καταπίνει και το φέρετρο».

inred.gr