xrisi-augi-5708__article

Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά

Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά: Αστυνομία, Δικαιοσύνη, Στρατός, Εκκλησία

Ο συνειρμός του όρου «βαθύ κράτος» δημιουργεί μια σειρά διαφορετικών ερμηνευτικών προσεγγίσεων σε ό,τι γενικότερα αποκαλείται παρακράτος (είτε δομημένο κρατικό κατεστημένο είτε εξουσιαστικές δομές) με παρονομαστή τις μεταοθωμανικές πρακτικές: το ρουσφέτι. Η φράση-όρος αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς στα θέματα που έχουν τεθεί σε ετούτον τον τόμο, σε επτά θεματικές ενότητες που καταγράφουν τις πρακτικές της ελληνικής ακροδεξιάς και παράλληλα τον τρόπο αποδοχής τους από την ελληνική πολιτεία.

Και ιδού τα ερωτήματα:

Κατά πόσον ευθύνεται άμεσα η εκτελεστική εξουσία για τη διατήρηση των «σταγονιδίων» της μεταξικής και συνακόλουθα της χουντικής περιόδου στο σημερινό παρόν… πώς επανατροφοδοτείται η φασιστική-νεοναζί παράδοση στον σημερινό πολιτικό χάρτη… σε ποιο πλαίσιο πρέπει να τεθεί η πρακτική αντιμετώπισης του φαινομένου, εάν όχι πέραν της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής συγκαιρινής συνθήκης;

Ο επιμελητής Δ. Χριστόπουλος δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα στην προσέγγιση αυτού του πολυπλόκαμου συστήματος «αξιών» κι «αξιώσεων», περιπλεγμένου γύρω από το ακροδεξιό μόρφωμα των τελευταίων χρόνων, σε άμεση συνάρτηση με την ιστορική φθορά του διπολικού πολιτικού φάσματος, τις διεθνείς εξελίξεις και κάποιες άμεσες επιδράσεις τους στην ελληνική κοινωνία («λαθρο»μετανάστευση), καθώς και με τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης. Τη συνέχεια δίνουν οι κοινωνικοί επιστήμονες που συνυπογράφουν την έκδοση (Δημήτρης Κουσουρής, Κλειώ Παπαπαντολέων, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, Αλέξανδρος Σακελλαρίου), καταθέτοντας μια grosso modo, διευρυμένη προσέγγιση σε όλην αυτή τη διαδικασία «μεταλαμπάδευσης» αντιδημοκρατικής κουλτούρας και εξτρεμισμού σε καίριας σημασίας κρατικές δομές, όπως τα σώματα ασφαλείας, τη δικαστική και νομοθετική εξουσία, το εκκλησιαστικό λόμπυ.

vouleutes-xrysi-avgi-vouli.jpg

Η έρευνα ξεκίνησε με αφορμή την κορύφωση της χρυσαυγίτικης «επικαιρότητας» και την εμφανή, πλέον, διαπλοκή του νεοναζιστικού κόμματος με συγκεκριμένες εθελότυφλες ή αποπροσανατολιστικές πρακτικές από την παρούσα κυβέρνηση και τη δικαιοσύνη. Ως εκ τούτου, η προσέγγιση της χρυσαυγίτικης παρείσφρησης στις συγκεκριμένες δομές εξετάζεται με λελογισμένη αφηγηματική πρόθεση. Οι συγγραφείς επεξεργάζονται το υλικό με εμφανές πνεύμα ψύχραιμης αλλά κι επακριβούς καταγραφής και κατανόησης των γεγονότων, που είτε έφθασαν στο κορυφαίο επίπεδο της επικαιρότητας είτε έμειναν στο χαμηλότερο ενημερωτικό (δίχως να συνεπάγεται η μειωμένη σημασία τους, βεβαίως).

Τομή στο προκείμενο διακύβευμα, πάντως, αποτελεί η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και κατόπιν η πλημμυρίδα των πολιτικών εξελίξεων: το κράτος αντέδρασε με την αφορμή ετούτη, δεδομένου ότι οι μαφιόζικες πρακτικές, η εθνικιστική βία και η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία της ακροδεξιάς οργάνωσης εμφανίστηκαν πλέον ως άμεσα εχθρικό μόρφωμα στο πολιτειακό στερέωμα και στις νόρμες της ελληνικής κοινωνίας.

Αυτό που προέχει –και τονίζεται στο βιβλίο– είναι η κύρια διαπίστωση του φαινομένου. Η νωχελική αποδοχή της ακροδεξιάς πραγματικότητας (προβεβλημένης γενναιόδωρα από τα καθεστωτικά ΜΜΕ) όσο και το αίσθημα ανοχής στο μισαλλόδοξο «κίνημα» με πολλαπλασιαστική επίδραση στην κοινή γνώμη, αποτέλεσε ένα κοκτέιλ αδράνειας, υπεκφυγής και αδιανόητης παρελκυστικής πολιτικής. Κι ενόσω η έκδοση κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, αναμένονται εξελίξεις μετά τη σύλληψη μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος και τις κατηγορίες που τους αποδίδει το δικαστήριο, το οποίο θα αποφανθεί για τη σύσταση και τη δράση τους ως πρόσωπα εμπλεκόμενα σε εγκληματική οργάνωση.

Αν μη τι άλλο, η ματιά των συγγραφέων του τόμου είναι διαφωτιστική.

Συνεισφέρει στη δημιουργία μιας κάτοψης – στοιχειοθετεί τον κορμό της διαπλοκής γύρω από τον ελληνικό κρατικό μηχανισμό, ο οποίος στην προκειμένη περίσταση είναι ευάλωτος, επιλήψιμος ως προς τη λειτουργικότητά του και την ικανότητα διασφάλισης της πολιτειακής σταθερότητας. Το βέβαιον, για ό,τι αφορά το βιβλίο, είναι πως προλειαίνει το έδαφος για τη δημιουργία μιας εκτενέστερης σχετικής βιβλιογραφίας.

Επιμέλεια: Δημήτρης Χριστόπουλος
Εκδόσεις Νήσος, 2014

toperiodiko.gr

Το  «βαθύ  κράτος»  δεν  είναι  παρακράτος. 

Συγκροτείται  όμως  από μηχανισμούς εξουσίας που δρουν σχετικά αυτονομημένοι  από  το  επίσημο  κράτος,  παρεκκλίνοντας  ενίοτε  από  τις  εγγυήσεις  του  δημοκρατικού  κράτους  δικαίου.  Σε  μια  εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έρευνα που μόλις δημοσιεύθηκε, με  τον  τίτλο  «Το  βαθύ  κράτος  στη  σημερινή  Ελλάδα  και  η  Ακροδεξιά» (επιμ.  Δ.  Χριστόπουλου,  εκδ. Nήσος), αναδεικνύονται  οι  θύλακες  ακροδεξιού  εξτρεμισμού  σε  τέσσερις  νευραλγικούς  μηχανισμούς  του  κράτους,  την  αστυνομία, τον στρατό, τη δικαιοσύνη και την Εκκλησία.

Η  ακροδεξιά  στην  Ελλάδα  έχει  ιστορικές  ρίζες. 

Στοιχεία  της  ακροδεξιάς  ιδεολογίας  τέμνουν  κάθετα  τον  κοινωνικό  σχηματισμό  και  οριζόντια  ολόκληρο  το  πολιτικό  σύστημα, λαμβάνοντας ιδίως  τη μορφή  του εθνικισμού,  του  ρατσισμού, της ξενοφοβίας και του σεξισμού. Δεν χρειαζόταν να ενισχυθεί  η  εκλογική  επιρροή  της  Χρυσής  Αυγής  για  να  εδραιωθούν  ακροδεξιές  αντιλήψεις  και  βαθιά  συντηρητικές  πρακτικές  σε  συγκεκριμένους  μηχανισμούς  εξουσίας.  Το  πρόβλημα  προϋπήρχε. Στο  βιβλίο  τεκμηριώνεται  η  διάχυτη  υποψία  ότι  η  κατάσταση  στην  ΕΛ.ΑΣ  είναι  ανησυχητική,  εξαιτίας  της  ύπαρξης  φορέων  της  που  ολισθαίνουν  προς  την  ακροδεξιά  ιδεολογία, διαχέοντας  μια  επιχειρησιακή  κουλτούρα  που  δεν  συνάδει  προς  τον  σεβασμό  των  ανθρωπίνων  δικαιωμάτων.

  Στο  πεδίο  της  δικαιοσύνης  επισημαίνονται  αποφάσεις  ή  παραλείψεις παρέμβασης που απηχούν ρατσισμό ή εθνικισμό. 

Στον στρατό, τον  πιο  δυσπρόσιτο  κρατικό  μηχανισμό,  παρουσιάζονται  ενδείξεις  μιας  διαδικασίας  αντιστροφής  της  δυναμικής  εκδημοκρατισμού  που  επιτεύχθηκε  τα  τελευταία  30  χρόνια. Τέλος,  η  Εκκλησία  διαπνέεται  σε  σειρά  ζητημάτων  από  έναν  ακραίο  συντηρητισμό,  ενώ  ισχυρά  ερείσματα  διαθέτουν  ακροδεξιοί και ρατσιστικοί κύκλοι. Υπάρχει  ο  κίνδυνος  η  ανάδειξη  της  παρείσφρησης  της  ακροδεξιάς  στους  τέσσερις  αυτούς  βασικούς  θεσμούςνα παρερμηνευθεί ως άλωσή τους ή ως αλλοίωση της λειτουργίας  τους,  αδικώντας  την  πλειονότητα  όσων  υπηρετούν  σε  αυτούς  και  εμφορούνται  από  τις  αρχές  του  δημοκρατικού  και  κοινωνικού  κράτους  δικαίου. 

Ένα  τέτοιο  λανθασμένο  συμπέρασμα  θα  οδηγούσε,  όπως  τονίζουν  οι  συγγραφείς  του  βιβλίου,  σε  επικίνδυνη  απαξίωση  των  θεσμών.  Ωστόσο  και  η  υποτίμηση  ή  αγνόηση  της  ακροδεξιάς  διείσδυσης  θα  ήταν  εξίσου επικίνδυνη.

 Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ», 7/10/2014