Old Copper Complex

Δεν υπάκουαν όλες οι εποχές στους νόμους της αγοράς και του κέρδους
Αυτός ο νέος κόσμος των «οικονομικών κινήτρων» βασίστηκε σε μια πλάνη. Η πείνα και το κέρδος δεν είναι εγγενώς πιο «οικονομικές» απ’ ό,τι η αγάπη ή το μίσος, η περηφάνια ή η προκατάληψη. Κανένα ανθρώπινο κίνητρο δεν είναι καθαυτό οικονομικό. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικά μια sui generis οικονομική εμπειρία με την ίδια έννοια που ο άνθρωπος μπορεί να έχει μια θρησκευτική, αισθητική ή σεξουαλική εμπειρία. Αυτές οι τελευταίες γεννούν κίνητρα που σε γενικές γραμμές αποσκοπούν στην πρόκληση παρόμοιων εμπειριών.

Όσον αφορά την υλική παραγωγή, οι όροι αυτοί δεν έχουν αυταπόδεικτη σημασία. (Karl Polanyi, Η απαρχαιωμένη αγοραία νοοτροπία μας)

Ο όρος Old Copper Complex αφορά τις αρχαίες Ιθαγενείς βορειοαμερικάνικες κοινωνίες, που ανέπτυξαν ευρέως την χρήση του χαλκού, πριν την επίσημα ονομαζόμενη Εποχή του Χαλκού στην περιοχή, πριν δηλαδή τη συστηματική χρήση του. Εμφανίστηκε στις δυτικές Μεγάλες Λίμνες, που διέθεταν καθαρό χαλκό σε ποσόστωση 99%. Τελικά, 7.000 ή 6.000 χρόνια πριν από σήμερα (περίπου 5-4.000 Παλαιά Χρονολογία) έμαθαν να σφυρηλατούν τον χαλκό σε φύλλα και να φτιάχνουν από αυτόν εργαλεία. Σύμφωνα με στοιχεία, τα πιο πρώιμα χρονολογημένα χάλκινα αντικείμενα προέρχονται από το 7.800 Π.Χ.

Ωστόσο, το ενδιαφέρον είναι ότι 3.000 χρόνια πριν από σήμερα, περιόρισαν την χρήση του αποκλειστικά στην κατασκευή κοσμημάτων.

Το Old Copper Complex ολοκληρώθηκε ως ανθρώπινη κουλτούρα περίπου στο 1.000 Π.Χ.
Οι περισσότεροι μελετητές αποδίδουν αυτή την επιλογή στην εμφάνιση σύνθετων κοινωνιών. Εδώ, όμως, αξίζει να σταθούμε και να σκεφτούμε κάτι πολύ σημαντικό. Κάποιος θα εντυπωσιαστεί από το πόσο πρώιμα μερικές ινδιάνικες φυλές ανέπτυξαν την χρήση κι επεξεργασία του χαλκού. Κάποιοι θα επιμείνουν στην απόφασή τους να περιορίσουν τελικά την χρήση του υλικού στην κατασκευή κοσμημάτων. Εμείς θα συνεξετάσουμε και τα δύο μαζί, προκειμένου να σκεφτούμε τη φύση της επιλογής αυτής.
Η περιοχή που βρίσκεται στην Άνω Χερσόνησο του Michigan, που αποτελείται από την χερσόνησο Keweenaw, είναι από τις πλουσιότερες σε κοιτάσματα χαλκού. Μάλιστα, ακόμη και στις μέρες μας θεωρείται ένα εκ των πλουσιοτέρων κοιτασμάτων χαλκού στον πλανήτη. Καταλαμβάνει το σύνολο της χερσονήσου Keweenaw, 50 μίλια ΒΔ της λίμνης Superior.

Η εγκατάσταση ανθρώπων στην Keweenaw συνδέεται, φυσικά, με την ευρύτερη εγκατάσταση των ανθρώπων στην ήπειρο της Αμερικής.

Η πλέον γνωστή κι αποδεκτή θεωρία για την κατοίκηση της Αμερικής μάς γνωστοποιεί ότι στην ύστερη παγετώνεια περίοδο χαμήλωσε η στάθμη των ωκεανών, με αποτέλεσμα να έρθει στην επιφάνεια μια χερσαία «γέφυρα», που μετέτρεψε τον Βερίγγειο πορθμό σε διαβατή γη. Οι πρώτοι ιθαγενείς αμερικάνοι κινήθηκαν νότια, μέσω ενός διαδρόμου ελεύθερου από παγετώνες. Μέχρι, λοιπόν, το 4.000 Π.Χ. όλη η Βόρεια Αμερική είχε κατοικηθεί. Τα παλαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα του Keweenaw ανέρχονται στο 8.000 Π.Χ. Τα παλαιότερα χάλκινα τεχνουργήματα είναι ελαφρώς νεότερα κι ανέρχονται στο 7.800 Π.Χ, κάτι που δηλώνει πως οι άνθρωποι βρίσκονταν ήδη στην περιοχή λίγο μετά την παγετώνεια περίοδο. Δεν χωρά αμφιβολία πως καταπιάστηκαν με την χρήση του χαλκού σχεδόν αμέσως μετά την εκεί εγκατάσταση τους, μιας και το μέταλλο βρισκόταν σε υπεραφθονία, ακόμη και σε ό,τι αφορά τα επιφανειακά του κοιτάσματα.

Εργαλεία και λοιπά αντικείμενα από τις εξορύξεις έχουν βρεθεί σε όλο το γεωγραφικό φάσμα της Βόρειας Αμερικής, κάτι που δηλώνει την ύπαρξη εμπορικών δικτύων υψηλού επιπέδου.

Ωστόσο, δεν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές με σύγχρονους ή, έστω, με λίγο προγενέστερους όρους, μιας και δεν διέθεταν νόμισμα. Οπότε το «εμπόριό» τους είχε την μορφή ανταλλαγών, κάτι που διατήρησαν και οι πολύ μεταγενέστερες ινδιάνικες φυλές των πεδιάδων.
Αν απομακρυνθούμε από τη σύγχρονη γεωγραφία, συντεθειμένη από τη σύγχρονή της γεωπολιτική που εδραίωσε ο χρόνος και η εξουσία και δούμε έναν χάρτη των ινδιάνικων φυλών, θα ήταν όπως η εικόνα που παραθέτουμε, επισημαίνοντας την εν λόγω περιοχή. Οι ινδιάνοι βέβαια δεν είχαν την αντίληψη ενός χάρτη, διότι για αυτούς ο κόσμος ευρύτερα κι ο γενέθλιος τόπος-πατρίδα ειδικότερα δεν είχαν σύνορα. Είχε ωστόσο σημάδια, που άφηνε η φύση κι οι μετακινήσεις τους, οι εγχάρακτες μνήμες τους στο σώμα της γης, οι κυνηγότοποι, οι τάφοι των προγόνων τους.
Η χρήση του χαλκού πιθανότατα θα ξεκίνησε από την τυχαία ανακάλυψη του επιπλέοντος χαλκού, μετά την λήξη της παγετώδους φάσης, που είχε προηγηθεί. Ο χαλκός αυτός δεν απαιτούσε προσπάθεια, για να αποσπαστεί και, όπως ήδη ανεφέρθη, βρισκόταν σε ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες στη γύρω περιοχή. Η εξόρυξη του χαλκού γινόταν με την χρήση βασικών λίθινων εργαλείων για την ανασκαφή μεγάλων τάφρων, ορυγμάτων και ρηχών φρεατίων, που έφταναν σε βάθος μέχρι και τα τριάντα πόδια, αλλά συχνά και ρηχότερα. Όταν τέλειωναν με έναν λάκκο, απλώς εγκατέλειπαν τα εργαλεία τους και έφευγαν. Για να αποσπάσουν μια μάζα χαλκού, άναβαν φωτιά και στη συνέχεια έριχναν κρύο νερό, ώστε να σπάσουν το πέτρωμα, εκμεταλλευόμενοι το φυσικό φαινόμενο της συστολής-διαστολής. Έπειτα, ο χαλκός απομακρυνόταν με λίθινα σφυριά από διορίτη και λίθινες σμίλες από διάφορα σκληρά πετρώματα.
Ο χαλκός αυτός χρησιμοποιούνταν για να παρασκευαστούν αιχμές βελών, εργαλεία, μαχαίρια, τσεκούρια, σουβλιά, αγκίστρια και κοσμήματα. Πιθανότατα σφυρηλατούσαν τον χαλκό σε φύλα κι έπειτα, ανάλογα με αυτό που επρόκειτο να φτιάξουν, τον μορφοποιούσαν. Δεν υπάρχουν στοιχεία για εκκαμίνευση, τήξη και χύτευση χαλκού σε καλούπια. Εκτιμάται ότι θα χρειάζονταν 10.000 άνθρωποι και 1.000 χρόνια, προκειμένου να αναπτυχθεί μια τέτοια εκτεταμένη χρήση, καθώς και η ομολογουμένως προχωρημένη τεχνογνωσία, όπως εντοπίστηκε στην περιοχή Keweenaw. Εκτιμάται ότι συνολικά αποσπάστηκαν σχεδόν 700 εκατομμύρια κιλά χαλκού από τους ανθρώπους αυτούς. Βαθμηδόν, ωστόσο, πριν κλείσει ο κύκλος του Old Copper Complex, ο χαλκός εχρησιμοποιείτο όλο και περισσότερο για την κατασκευή κοσμημάτων και ευρύτερων αντικειμένων «κοινωνικού κύρους».
Δεν γνωρίζουμε ακριβώς ποιες φυλές ζούσαν ε­κείνη την περίοδο στην περιοχή.

Οι ινδιάνοι Ojibwe, γνωστοί περισσότερο ως Chippewa, εγκαταστάθηκαν εκεί κατά τον 16ο αιώνα. Δηλαδή πολύ αργότερα από την εποχή που ήκμασε η κουλτούρα του Old Copper Complex

Ωστόσο, στη μυθολογία τους αναφέρονται σε ισχυρά πλάσματα, τα οποία ζούσαν κάτω από το νερό, που ονομάζονταν manitou και θεωρούνταν ότι ήλεγχαν τον χαλκό κι άλλους φυσικούς πόρους. Αυτοί οι manitou αντιμετωπίζονταν ως προέκταση του ανθρώπινου κοινωνικού κόσμου. Το ανθρώπινο και το υπερφυσικό προσπαθούσαν να επηρεάσουν το ένα το άλλο, μέσω της τελετουργίας και της ανταλλαγής κι ο χαλκός αποτελούσε το μέσο. Πίστευαν ότι η δύναμη βρισκόταν μέσα στο ίδιο το μέταλλο, το οποίο αντιμετωπιζόταν ως φάρμακο που έφερνε ευημερία, υγεία και καλή ζωή. Τον φορούσαν ως μαγικό φυλακτό και τον τοποθετούσαν συχνά στους τάφους των παιδιών.
Κι όπως ήταν αναμενόμενο, το 1842 οι ινδιάνοι Ojibwe εξαναγκάστηκαν με την βία να «παραχωρήσουν» τα 30.000 τετραγωνικά μίλια της πατρίδας τους στο κράτος των Η.Π.Α., συμπεριλαμβανομένης της χερσονήσου Keweenaw. Την επόμενη κιόλας χρονιά –οποία πρωτοτυπία!– χιλιάδες έποικοι, οσφραινόμενοι κέρδος, κατέκλυσαν την περιοχή από άκρη σε άκρη. Η εξόρυξη χαλκού με την χρήση σύγχρονων μέσων «απογείωσε» την συνολικά παραγομένη ποσότητα. Από το 1845 έως το 1847, αποτέλεσε την πρώτη περιοχή των Η.Π.Α. σε παραγωγή χαλκού. Οι εξορύξεις συνεχίστηκαν αδιάκοπα μέχρι το 1960. Στις μέρες μας το μόνο που έχει απομείνει «όρθιο» από τον «πυρετό του χαλκού» είναι οι εγκαταλελειμμένες πόλεις-φαντάσματα των λευκών μεταλλωρύχων, να κρατούν «συντροφιά» στο ξεκοιλιασμένο κουφάρι της Γης.

Αξίζει εδώ να σταθούμε σε μερικές σκέψεις.

Πρώτα από όλα, γεννάται εύλογα το ερώτημα: για ποιον λόγο οι ομάδες αυτές ανθρώπων αποφάσισαν να περιορίσουν την χρήση του χαλκού σε κάποια αντικείμενα κύρους; Μια πρώτη ερμηνεία, ενδεχομένως, είναι ότι η εν λόγω επιλογή οφειλόταν στο ό,τι τον θεωρούσαν πολύτιμο, ως υλικό καθαυτό, για να τον χρησιμοποιήσουν στην κατασκευή καθημερινών αντικειμένων. Άλλωστε, αν δεν είχαν χυτεύσει τον χαλκό, δεν θα ήταν σε θέση να τον αναμίξουν και να τον μετατρέψουν σε ισχυρότερο υλικό, χάρη στα κράματα. Ως εκ τούτου, τα εργαλεία τους, φτιαγμένα από ατόφιο χαλκό κι όχι από κράματά του, δεν διέθεταν αξιοσημείωτη σκληρότητα κι ανθεκτικότητα.
Υπάρχει, όμως, και το ζήτημα της επιλογής να μην προχωρήσουν σε ένα επόμενο στάδιο, αλλά να στρέψουν το ενδιαφέρον τους σε πιο δημιουργικές δραστηριότητες από την αναβάθμιση, επί παραδείγματι, των ποιοτικών τους χαρακτηριστικών στην μάχη, με την χρήση χάλκινων όπλων.

Άλλωστε, οι μεταγενέστεροι μύθοι συνέδεσαν τον χαλκό όχι με τον πόλεμο και τον θάνατο, αλλά με την υγεία και την χρησιμότητά του ως φυλαχτού.
Δική μας άποψη είναι ότι αν πράγματι επιθυμούμε να κάνουμε ένα σημαντικό βήμα στην εξέταση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και των ιχνών που αυτές αφήνουν, θα ήταν καλό να προσπαθούμε ν’ απαλλαγούμε από τις προκαταλήψεις της καθεστηκυίας πολιτισμένης σκέψης. Η υπερσυσσώρευση πολιτισμού, ως άλλη πανώλη, στον πλανήτη κι η επιβολή σταθερών, παγκόσμιων κι ενιαίων μέτρων για τα πάντα, επιχειρεί να καταπιεί κάθε διαφορετικότητα και ποικιλομορφία. Μέσα από το παράδειγμα του Old Copper Complex μπορούμε να προσεγγίσουμε μια άλλη μορφή σκέψης.

Αυτή που με πολύ απλό και χιουμοριστικό τρόπο περιγράφει η ταινία Κι οι θεοί τρελάθηκαν.
Ότι δηλαδή, αυτό που για κάποιους είναι λογική εξέλιξη, για άλλους είναι πρόβλημα, άχθος, κατάρα που προσπαθούν να αποτινάξουν από πάνω τους. Ό,τι για τη δυτική αντίληψη της ιστορίας είναι πολιτισμός, εξέλιξη, αυτονόητη συνέπεια, για άλλους λαούς, που το τραγούδι της εσωτερικής τους αφήγησης τούς έσωσε από τα δίχτυα της ιστορίας, αποτέλεσε την συμπύκνωση όλων των δεινών. Ενδεχομένως, λοιπόν, επέλεξαν συνειδητά να απομακρυνθούν από το σχήμα γνώση-εξέλιξη και να προχωρήσουν στο μονοπάτι γνώση-αυτογνωσία-εμβάθυνση.
Τα όπλα, όπως κι όλα τα άλλα αντικείμενα, μπορεί να έχουν την αξία που τους δίνουμε. Σε κάποιες κοινωνίες, όπως οι δικές μας, παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Σε άλλες, ίσως κι αμελητέο. Το συμφέρον δεν είναι πανανθρώπινο χαρακτηριστικό, όπως κάποιοι επιμένουν να πιστεύουμε. Ούτε η επιβίωση κι η εξυπνάδα ταυτίζονται με την επιδίωξή του, όπως κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται.

Η αλληλεγγύη, η αλληλοκατανόηση κι ο σεβασμός, η σοφία που προσφέρει η γνώση μιας συνολικής απελευθερωτικής ζωής, απαλλαγμένης από το περιττό και σε διαρκή αλληλεπίδραση με τη φύση, είναι επίσης στοιχεία όχι αυτονόητα σε όλους τους ανθρώπους.

Είναι, όμως, μια επιλογή.

Το να ακούμε ή όχι τη φύση μας είναι επιλογή, το να επιδιώκουμε ή όχι μια συνολική και πολυδιάστατη ζωή, αποφεύγοντας το περιττό κι ενισχύοντας το ουσιώδες, το να καλλιεργούμε την ψυχική μας ισορροπία είναι επιλογές. Για να επιλέξουμε, όμως, χρειάζεται πρώτα να έχουμε μια συνολική κι όχι θρυμματισμένη εικόνα για τον κόσμο. Η ελευθερία μας προϋποθέτει να είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε τον πλούτο του κόσμου και να φωτίσουμε τις πτυχές του, που θα μας φέρουν πιο κοντά στην αλήθεια μας.
Κι επειδή η ανθρωπότητα έχει φτάσει σε μεγάλο βαθμό να θεωρεί την οικονομία της αγοράς, το ελεύθερο εμπόριο, την παγκοσμιοποίηση και την αξία του χρήματος αυταπόδεικτες αλήθειες κι αναπόφευκτα γεγονότα, ας θυμηθούμε μια τελείως διαφορετική θεώρηση της ζωής:

Ο Μπάφαλο Τσάιλντ Λονγκ Λανς από τη φυλή των Μπλάκφουτ, περιγράφει την πρώτη του επαφή με το χρήμα.

Με την επιστροφή τους στον χειμερινό τους καταυλισμό, συνάντησαν λευκούς, που τους έδιναν χρήματα προκειμένου να αγοράσουν τη γη τους. Τους συμβούλευαν, μάλιστα, να μάθουν να χρησιμοποιούν το χρήμα στο εξής. Οι Μπλάκφουτ, βλέποντας πάνω στα μονοδόλαρα την εικόνα ενός φαλακρού ανθρώπου, τα ονόμασαν «γυμνά κεφάλια».

Κι ο Μπάφαλο Τσάιλντ Λονγκ Λανς συνεχίζει:
Όταν ο λευκός αρχηγός άφησε όλα τα λεφτά του στη γη και έδειξε πόσα θα μας έδινε για να υπογράψουμε τη συμφωνία, ο αρχηγός μας πήρε μια χούφτα λάσπη, έφτιαξε μια μπάλα και την έβαλε στη φωτιά. «Δώσε μου τώρα μερικά από τα λεφτά σου, θα τα βάλουμε στη φωτιά, δίπλα στη λάσπη, αυτό που θα καεί γρηγορότερα έχει τη μικρότερη αξία».

Ο λευκός αρχηγός απάντησε: «τα χρήματά μου θα καούν πιο γρήγορα, γιατί είναι φτιαγμένα από χαρτί, δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό που προτείνεις».
Τότε ο αρχηγός μας έβαλε το χέρι στην τσέπη της ζώνης του και έβγαλε ένα μικρό σακουλάκι με άμμο, το έδωσε στο λευκό αρχηγό και είπε: «Δώσε μου τα χρήματά σου να τα μετρήσω. Εσύ μέτρησε τους κόκκους της άμμου. Αυτό που θα μετρηθεί πιο γρήγορα είναι το πιο λίγο».
Ο λευκός αρχηγός πήρε τη σακούλα, έχυσε την άμμο στο χέρι του, την κοίταξε και είπε: «Δεν πρόκειται να ζήσω τόσο πολύ, για να μπορέσω να τη μετρήσω, ενώ εσύ μπορείς να τα μετρήσεις γρήγορα».
«Τότε», είπε ο αρχηγός μας, «η γη είναι πιο πολύτιμη από τα χρήματά σου. Είναι αιώνια. Δεν μπορεί να καταστραφεί από τις φλόγες της φωτιάς. Όσο λάμπει ο ήλιος και το νερό κυλάει, αυτή η γη θα δίνει ζωή στους ανθρώπους και τα ζώα.

Δεν μπορούμε να πουλήσουμε τη ζωή των ζώων και των ανθρώπων, γι’ αυτό δεν μπορούμε να πουλήσουμε τη γη μας. Δημιουργήθηκε από το Μεγάλο Πνεύμα και δεν μπορούμε να την πουλήσουμε, γιατί δε μας ανήκει. Μπορείς να μετρήσεις τα χρήματά σου και να τα κάψεις σε όσο χρόνο χρειάζεται ένα βουβάλι να στρίψει το κεφάλι του, αλλά μόνο το Μεγάλο Πνεύμα μπορεί να μετρήσει τους κόκκους της άμμου και το χορτάρι αυτών των λιβαδιών. Θα σου προσφέρουμε με χαρά, σαν δώρο, ό,τι μπορείς να μεταφέρεις, αλλά τη γη μας ποτέ.

Σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Σχετικά κείμενα:

Joshua T. Schnell, A History of Copper Mining by Native Peoples in Michigan’s Keweenaw Peninsula
William Marder (2005)

Indians in the Americas: the untold story.

 Άκου, Λευκέ! Διηγήσεις και ομιλίες Ινδιάνων στους κατακτητές (1470-1976).

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 154, Νοέμβριος 2015

anarchypress

Advertisements