Νίκος Μπελογιάννης-Τα δάνεια της «ανεξαρτησίας»

Με αφορμή  την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821, δημοσιεύουμε παρακάτω αποσπάσματα από τη μελέτη του Νίκου Μπελογιάννη για τα «Δάνεια της ανεξαρτησίας» 

Α’ Το πρώτο δάνειο 

Μόλις άρχισε η επανάσταση του ’21, αρχίζουν κι οι ξένοι τοκογλύφοι το θεάρεστο έργο  τους σε βάρος ενός λαού που’ χυνε ποτάμι το αίμα για τη λευτεριά. Ειν’ αλήθεια ότι μέσα στις συνθήκες που πάλευαν οι Έλληνες , χωρίς τ’ απαραίτητα οικονομικά μέσα ακόμη και για την αγορά λίγου μπαρουτιού, ένα εξωτερικό  δάνειο με καλούς όρους θα βοηθούσε  σημαντικά, θα δυνάμωνε και θα ‘δινε φτερά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. 

Οι ξένοι  τοκογλύφοι, με συνεργούς τους ντόπιους κοτζαμπάσηδες, τους Φαναριώτες και τους πάμπλουτους καραβοκυραίους, κατάφεραν να ωφελήσουν μονάχα το πουγκί τους και τους ξένους τυχοδιώκτες από τα δύο μπεζαχτά της επανάστασης.  Τη μεγάλη και θλιβερήν τους ιστορία,  που είναι για γέλια και για κλάματα, θα τη διηγηθώ τώρα παρακάτω, αρχίζοντας από το πρώτο δάνειο. 

Μόλις ξέσπασε η επανάσταση, ο λαός πρόσφερνε ό,τι είχε και δεν είχε. Οι αγρότες τα ζώα  τους και τα γεννήματά τους, οι τσοπαναραίοι και το τελευταίο τους πρόβατο, οι κοπέλες τις προίκες τους, οι γυναίκες τους άντρες τους, και όλοι μαζί, χωριάτες και τσοπάνηδες, ναύτες και μικροτεχνίτες, άντρες και γυναίκες έδιναν το αίμα τους και τη ζωή τους για να λευτερωθεί ο τόπος από τον ξένο ζυγό.

Στο μεγάλο αυτό εθνικό σάλπισμα της λευτεριάς, οι αστοκοτζαμπάσηδες ξέρετε τι πρόσφεραν;

Αφού αντιδράσανε στην κήρυξη της επανάστασης και ύστερα αναγκάστηκαν να πάρουν μέρος θέλοντας και μη, όχι μόνο δεν άνοιξαν το παραφουσκωμένο πουγκί τους να δώσουν έστω κι ένα γρόσι για τον αγώνα, αλλά βουτήχτηκαν και μεταξύ τους ποιος θα πρωταρπάξει περισσότερα χτήματα απ’ αυτά που παράτησαν οι Τούρκοι. Κι όμως, τα χτήματα τούτα – πολλά κι αρκετά εύφορα – ονομάστηκαν «εθνικά» κι είχε αποφασιστεί να πουληθούνε και τα λεφτά να διατεθούν για τον αγώνα. Μα και η πράξη τούτη ήτανε, το πιο πολύ, μανούβρα των κοτζαμπάσηδων για να μη μοιραστούν τα χωράφια στο λαό, μα να τα πάρουν αυτοί για ένα κομμάτι ψωμί, αν δεν κατάφερναν να τα βουτήξουν με το ζόρι.

Οι ζάπλουτοι πάλι Κουντουριώτηδες κι άλλοι πλούσιοι καραβοκυραίοι, αφού εξόντωσαν τον αρχηγό των ναυτών, τον ανδρείο καπετάνιο Οικονόμου, που τους ανάγκασε να ‘ρθούν με το ζόρι στην επανάσταση, ριχτήκαν με τα καράβια τους πιο πολύ στο πλιάτσικο παρά στον τούρκικο στόλο.

Κι έτσι, αφού ξοδεύτηκαν τα λίγα λεφτά της Φιλικής Εταιρείας και των εμπόρων και  πραγματευτάδων του εξωτερικού, η επανάσταση δεν διέθετε πια πεντάρα για τη συνέχιση του αγώνα. Με τους φόρους δεν ήτανε δυνατό ν’ αντιμετωπιστεί η κατάσταση. […]

Βέβαια, ο καθένας δεν δάνειζε και τόσο εύκολα την κυβέρνηση μιας χούφτας επαναστατών, που τα ‘χαν βάλει με μια μεγάλη αυτοκρατορία. Αλλ’ ακριβώς πάνω σ’ αυτό ποντάρισαν, κι αυτή τη δύσκολη κατάσταση εκμεταλλεύτηκαν οι ξένοι τοκογλύφοι για να μας επιβάλουν όρους βαριούς, πρωτάκουστους.

Ακούστε τους να φρίξετε:

Οι Έλληνες πληρεξούσιοι είχαν εντολή να βρουν ένα δάνειο ίσαμε 800.000 λίρες και να δώσουν για εγγύηση τα «εθνικά» χτήματα, τις πρόσοδες των τελευταίων, τις αλυκές και τα διβάρια. Στα δεφτέρια τους λοιπόν έγραψαν και οι τραπεζίτες Longman, O’ Brien, Ellice ότι μας δάνεισαν 800.000 λίρες. Αυτό όμως ήταν  το ονομαστικό ποσό. Γιατί κάθε δάνειο που κλείνεται σε μια χρηματαγορά, έχει ονομαστική και πραγματική τιμή. Ονομαστική λέμε το ποσό που λένε ότι δανείζουν, και πραγματική, όσα πραγματικά δανείζουν. Σαν βάση παίρνουμε το εκατό και την πραγματική τιμή την καθορίζουν με ποσοστό στα %.

Έτσι όταν λέμε ότι το δάνειο τάδε βγήκε 95%, αυτό πάει να πει ότι αν η ονομαστική τιμή ήταν 100 δραχμές, η πραγματική θα ‘ταν 95. δηλαδή παίρνεις 95 δραχμές και σε χρεώνουν εκατό. Εννοείται ότι και τους τόκους τους πληρώνεις με βάση την ονομαστική  τιμήκαι όχι την πραγματική. Κανονικά και δίκαια βέβαια η ονομαστική πρέπει να ‘ναι ίση με την πραγματική τιμή. Όταν μάλιστα οι εγγυήσεις ενός δανείου είναι μεγάλες, η δεύτερη ξεπερνάει και την πρώτη. Οι κερδοσκόποι όμως προσπαθούν σχεδόν πάντοτε η πραγματική τιμή να ‘ναι πολύ μικρότερη από την ονομαστική, αλλά η διαφορά δεν πρέπει να ξεπερνάει τις λίγες μονάδες.

Μα σ’ αυτό το δικό μας πρώτο δάνειο ούτε περνάει απ’ το μυαλό σας ποια ήταν η πραγματική τιμή. Μόλις 59%! Πράγμα που θέλει να ειπεί ότι μας χρέωσαν 800.000 λίρες και θα μας έδιναν μόνον το 59%, δηλαδή 472.000. Έτσι κι ο πραγματικός τόκος αυτόματα διπλασιάστηκε και από 5% έγινε 9. Για εγγύηση των τόκων δόθηκαν όλα τα δημόσια έσοδα και για το κεφάλαιο όλα τα εθνικά χτήματα. Αν έμενε τίποτε άλλο, οι Έλληνες πληρεξούσιοι θα το έδιναν πρόθυμα! […]

Οι διαχειριστές του δανείου έδωσαν παραγγελία έναν ολόκληρο στόλο, έξι καράβια παράγγειλαν στην Αγγλία – μια κορβέτα και πέντε ατμοκίνητα,  τα δύο μικρά και  τα τρία μεγάλα – άλλες δυο φρεγάτες παραγγέλθηκαν στην Αμερική κι η τεχνική επιστασία της δουλειάς ανατέθηκε, από τον όμιλο των τραπεζιτών που ανεμοσκόρπιζε το δάνειο, σ’ έναν απόστρατο συντ/χη του ιππικού. Από τα έξι εγγλέζικα μόνο η κορβέτα «Κατερίνα», ύστερα από μεγάλες προσπάθειες του φιλέλληνα Άστιγγα, κατάφερε να πλεύσει τα τέλη του 1826 στην Ελλάδα, σε τέτοια όμως κατάσταση, που ήταν αδύνατον να χρησιμοποιηθεί αμέσως στον αγώνα. Από τα δυο μεγάλα ατμοκίνητα το ένα κάηκε στις δοκιμές στον Τάμεση και το δεύτερο έφτασε στην Ελλάδα το … Σεπτέμβρη του 1828, αλλά ήταν άχρηστο και δεν μπορούσε να κινηθεί! Από τα τρία μικρά πάλι το ένα μόνο έφτασε στα νερά μας όταν είχε πια τελειώσει η επανάσταση! Τα άλλα δύο ξέμειναν στην Αγγλία, γιατί στάθηκε αδύνατον να πλεύσουν!

Μα δεν ήσαν μικρότερα και τα κατορθώματα του απόστρατου συνταγματάρχη στην Αμερική.

Κόντευε να τελειώσει η επανάσταση κι οι δυο φρεγάτες βρισκόντουσαν ακόμα στα σκαριά, ώσπου στο τέλος ύστερα από ξεσήκωμα των φιλελλήνων της Αμερικής, ξεκίνησε μόνο η φρεγάτα «Ελλάς» και κατάφερε να φτάσει αργά πολύ στ’ Ανάπλι, αφού στοίχισε δεκαπλάσια από το κανονικό.

Και για την κακή της μοίρα, την τίναξε στον αέρα ο Μιαούλης το 1831, ηθικός όμως αυτουργός της πράξης ήσαν οι «προστάτιδες δυνάμεις» και οι αστοκοτζαμπάσηδες. Η δεύτερη φρεγάτα, παρόλο που ακριβοπληρώθηκε, ούτε φάνηκε πουθενά. Κι έτσι, ενώ πληρώσαμε ένα στόλο ολόκληρο, ούτε ένα καράβι της προκοπής δεν ήρθε στα χέρια μας, όταν χρειαζότανε. Από τα λεφτά του δανείου ένα μεγάλο μέρος διατέθηκε για προμήθεια πολεμικών ειδών, που δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα. […]

Αλλά ποιος θα το πίστευε ότι τούτες τις 2.800.000 λίρες τα χρωστά σχεδόν ίσαμε σήμερα, ότι πληρώσαμε και πληρώσαμε για δαύτα τα μαλλιοκέφαλά μας και πάλι  τα χρωστάμε.

Όπως θα δούμε αργότερα, η ιστορία έχει επίλογο που θα τον μάθουμε σε άλλο κεφάλαιο. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε μονάχα ότι από το 1827 κι ύστερα οι ξένοι δανειστές δεν είσπραξαν τόκους και χρεολύσια και η Ελλάδα κηρύχτηκε σε κατάσταση φτώχεψης. Από τότε αρχίζει – μαζί με άλλες αιτίες – η επέμβαση των ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά της χώρας μας κι έτσι τα δάνεια αυτά, που ονομάστηκαν – τι κοροϊδία – δάνεια της ανεξαρτησίας, αποτέλεσαν τον πρόλογο της οικονομικής υποδούλωσης της Ελλάδας στο ξένο κεφάλαιο. Οι Έλληνες αστοτσιφλικάδες που κόβονται μέχρι σήμερα «δια την ιδέαν της πατρίδος», έδωσαν από τότε ακόμα εξετάσεις στον πατριωτισμό και βαθμολογήθηκαν με μηδέν. Και το μηδενικό τούτο, όπως θα φανεί παρακάτω, στάθηκε ίσαμε σήμερα ο αχώριστος σύντροφός τους

 
 Τα πρώτα δάνεια που ζήτησε και έλαβε το ελληνικό κράτος πριν ακόμη συσταθεί – το 1824 και 1825 – είναι γνωστά ως  δάνεια της ανεξαρτησίας.
Αν δούμε, όμως, με προσοχή τους όρους κάτω από τους οποίους δόθηκαν τα δάνεια αυτά, μπορούμε αβίαστα να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως όχι μόνο δάνεια ανεξαρτησίας δεν ήτανε, αλλά μάλλον συμβόλαια εξάρτησης και υποταγής στους ξένους δανειστές-«προστάτες» αποδείχτηκαν.
Ας δούμε, όμως, αναλυτικά τις λεπτομέρειες των δανείων αυτών, στηριζόμενοι στο βιβλίο «Ιστορία των Εθνικών Δανείων» του καθηγητή Δημόσιας Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας Α.Ανδρεάδη, που εκδόθηκε το 1904.
 
Πρώτο δάνειο

Τον Απρίλιο του 1823, ο αγώνας των Ελλήνων βρισκόταν μπροστά σε ένα αξεπέραστο εμπόδιο. Σύμφωνα με την επιτροπή που όρισε η Β’ Εθνοσυνέλευση για να συντάξει προϋπολογισμό, τα έσοδα, που προέρχονταν από φορολογία, δασμούς, λάφυρα και ιδιωτικές εισφορές, δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν τα έξοδα που απαιτούσε ο αγώνας. Αποφασίστηκε, λοιπόν, ο εξωτερικός δανεισμός.

Έτσι, τον Ιούνιο του 1823 η κυβέρνηση εξουσιοδότησε τους Ι.Ορλάνδο, Α.Λουριώτη και Α.Ζαίμη να διαπραγματευθούν τη σύναψη δανείου. Πράγματι, τον Ιανουάριο του 1824, οι Ορλάνδος και Λουριώτης κατέφθασαν στο Λονδίνο (εν τω μεταξύ, η εξουσιουδότηση προς το  Ζαίμη αποσύρθηκε καθώς αυτός είχε, εν τω μεταξύ, ταχθεί εναντίον της κυβέρνησης).

 

Ύστερα από διαπραγματεύσεις, στις οποίες πήραν μέρος και μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, εγκρίθηκε δάνειο ύψους 800.000 λιρών, με περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια και επιτόκιο 5%.

Το δάνειο αυτό, όμως, εξεδόθη στο 59% της ονομαστικής του αξίας και, κατά συνέπεια, το πραγματικό ποσό ήταν μόλις 472.000 λίρες. Αν λάβουμε υπόψη ότι οι τραπεζίτες που εξέδοσαν το δάνειο κράτησαν προκαταβολικά τους τόκους δύο ετών (80.000 λίρες),  τα χρεώλυτρα επίσης δύο ετών (16.000 λίρες) και την προμήθειά τους, το πραγματικό κεφάλαιο που απέμεινε ήταν μόνο 348.800 λίρες.

Ως εγγύηση για την αποπληρωμή των τόκων αυτού του δανείου δίνονταν όλα τα δημόσια έσοδα, ενώ για την πληρωμή του κεφαλαίου όλα τα εθνικά κτήματα, χώρια οι τόκοι των δύο πρώτων ετών που παρακρατήθηκαν προκαταβολικά από το αρχικό κεφάλαιο!

Τελικά, στην ελληνική κυβέρνηση παραδόθηκαν 308.000 (!) λίρες σε μετρητά, 11.900 λίρες σε πολεμοφόδια και 28.110 λίρες έμειναν στο Λονδίνο ως υπόλοιπο.

Όπως, όμως, αναφέρει και ο καθηγητής Ανδρεάδης «Δυστυχώς αι μετά τόσων περιπετειών κομισθείσαι 308,000 Λ., καθώς και σχεδόν όλα τα εκ του δευτέρου δανείου, περί ου εντός ολίγου, εκκαθαρισθέντα και εις Ελλάδα μεταβιβασθέντα, αφιερώθησαν όχι εις τον υπέρ ελευθερίας, αλλ’ εις τον υπέρ ηγεμονίας και πρωτείων αγώνα, εχρησίμευσαν δε μόνον όπως περατωθώσιν οι εμφύλιοι πόλεμοι, ους αυτά ταύτα τα δάνεια κατά μέγα μέρος προεκάλεσαν»

Δεύτερο δάνειο

Ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν και ο αγώνας βρισκόταν σε μια κρίσιμη καμπή, η κυβέρνηση – το Εκτελεστικό όπως ονομαζόταν τότε – αποφάσισε τον Ιούλιο του 1824 τη σύναψη και δεύτερου δανείου. Για το σκοπό αυτό εξουσιοδότησαν ξανά τους Ορλάνδο και Λουριώτη, όπως μεταβούν στην Ευρώπη και αρχίσουν διαπραγματεύσεις για το σκοπό αυτό. 

Μετά από διαπραγματεύσεις που έγιναν στο Παρίσι και στο Λονδίνο, προτιμήθηκε τελικά το δάνειο που έδιναν οι αδελφοί Ρικάρντο στο Λονδίνο. Το δάνειο αυτό, που υπογράφηκε το Φεβρουάριο του 1825, είχε ονομαστική αξία 2.000.000 λίρες και εξεδόθη στο 55,5% της αξίας αυτής. Έτσι, απέμενε μόνο το ποσό των 1.100.000 λιρών(!). Αλλά και από αυτό το ποσό κρατήθηκαν από τους τραπεζίτες 284.000 λίρες για τόκους των δύο πρώτων ετών και προμήθειες.

Έτσι, από τα 2.000.000 λίρες απέμεναν τελικά προς διάθεση στην ελληνική κυβέρνηση μόλις 816.000 λίρες(!). Αλλά η εκμετάλλευση των τοκογλύφων και των διαπλεκομένων δε σταματάει εδώ!

Οι Ορλάνδος και Λουριώτης, αδύναμοι και άβουλοι, δεν ήταν σε θέση να διαχειρισθούν το δάνειο μόνοι τους και ζήτησαν βοήθεια. Πρόθυμοι εμφανίστηκαν οι αδελφοί Ρικάρντο και οι φίλοι τους Ellice, Hobhouse και Burdett. Η ομάδα αυτή μεταβλήθηκε σε πανίσχυρο ηγεμόνα που διαχειρίστηκε τα δανεισθέντα χρήματα κατά βούληση, παραβλέποντας πολλές φορές να συμβουλευτούν και τους Έλληνες αντιπροσώπους.

Άρχισαν, λοιπόν, οι χωρίς φειδώ παραγγελίες σε ναυπηγούς, οι προσλήψεις ξένων στρατηγών και ναυάρχων, η αθρόα εξαγορά στο Χρηματιστήριο των Ελληνικών ομολογιών, χωρίς να λαμβάνεται η παραμικρή φροντίδα να σταλούν στον αγωνιζόμενο ελληνικό λαό είτε χρήματα είτε τα πλοία που παρήγγειλαν.  

Όπως έγραψε μια αγγλική εφημερίδα της εποχής:

«Το ελληνικό δάνειο υπέστη την τύχη του ανθρώπου εκείνου, ο οποίος πηγαίνοντας από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ έπεσε στα χέρια ληστών, αλλά δε βρήκε τον καλό Σαμαρείτη.….. Η Ελλάδα έχασε όλα τα πλεονεκτήματα που προσδοκούσε από το δάνειο. Η ελληνική υπόθεση προδόθηκε, και προδόθηκε στην Αγγλία. Χωρίς την Αγγλία και το Αγγλικό Χρηματιστήριο, θα μπορούσε να θριαμβεύσει»

Η  χρήση του δεύτερου δανείου

Όπως είπαμε, το δεύτερο δάνειο ύψους 2.000.000 λιρών εκδόθηκε προς 55,5% και απέφερε καθαρό ποσό 1.100.000 λιρών. Αν προσθέσουμε σε αυτό το υπόλοιπο από το πρώτο δάνειο του 1824 (18.000 λίρες) και κάποια ποσά από εράνους, το ποσό που διέθετε θεωρητικά η ελληνική κυβέρνηση στο Λονδίνο ήταν 1.150.000 λίρες.

Το ποσό αυτό μπορεί να χωριστεί στα εξής μέρη :

α) Σε ποσά που καταναλώθηκαν στο χρηματιστήριο του Λονδίνου για έκδοση, υπηρεσία και απόσβεση των δανείων. Τα ποσά αυτά ανέρχονται σε 496.000 λίρες

β) Σε ποσά που καταναλώθηκαν στην Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες για στρατιωτικές και ναυτικές προπαρασκευές. Από τα χρήματα αυτά (392.000 λίρες) σχεδόν καμία ωφέλεια δεν είχε η Ελλάδα 

γ) Σε χρήματα που έφτασαν στα χέρια της Ελληνικής κυβέρνησης (232.000 λίρες) 

δ) Τα υπόλοιπα χρήματα (30.000 λίρες) καταναλώθηκαν για κάλυψη εξόδων των πληρεξουσίων  

Για τα πιο πάνω ποσά, ο καθηγητής Α. Ανδρεάδης έκανε τις παρακάτω εκτιμήσεις: 
α) Εξ αιτίας της κακής πίστης των τραπεζιτών του Λονδίνου και της απειρίας των Ελλήνων πληρεξουσίων μεγάλα ποσά, τα οποία έπρεπε να σταλούν επειγόντως στην Ελλάδα, έμειναν στην Αγγλία
β) Τα ποσά που δαπανήθηκαν για τη συγκρότηση στόλου, δαπανήθηκαν μάταια, καθώς και αυτά τα λίγα πλοία που έφτασαν στην Ελλάδα, έφτασαν όταν ήταν πλέον αργά.
γ) Αυτά τα λίγα χρήματα που έφτασαν τελικά στην Ελλάδα, καταναλώθηκαν τελικά σε εμφύλιους πολέμους και όχι στον εθνικό αγώνα
Ρύθμιση των δανείων της Ανεξαρτησίας
Η διασπάθιση των δανείων της ανεξαρτησίας έφερε, όπως ήταν αναμενόμενο, και την αναστολή εξυπηρέτησής τους. Έτσι, το 1827, πριν ακόμη από τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους, ανακοινώνεται η αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων. Η αναστολή αυτή παρατάθηκε για περισσότερο από εξήντα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η Ελλάδα προσπάθησε αρκετές φορές να ρυθμίσει το χρέος της και να επιτύχει συμβιβασμό. Ο συμβιβασμός, όμως, δεν ερχόταν και η θέση της Ελλάδας επιδεινωνόταν συνεχώς καθώς το χρέος της, μέσω του ανατοκισμού, αυξανόταν συνεχώς. Παράλληλα, οι δανειστές γίνονταν όλο και πιο πιεστικοί.
Σύμφωνα με επίσημο δημοσίευμα, η κατάσταση των δανείων της Ανεξαρτησίας στις 31 Δεκεμβρίου 1878, ήταν η εξής:
α) Δάνειο 1824: 800.000 λίρες
β) Δάνειο 1825: 2.000.000 λίρες
στα οποία προστίθενται:
γ) Καθυστερούμενα τοκομερίδια δανείου 1824 από 1826-1844: 700.000 λίρες
δ) Καθυστερούμενα τοκομερίδια δανείου 1824 από 1844-1878: 1.380.000 λίρες
ε) Καθυστερούμενα τοκομερίδια δανείου 1825 από 1827-1844: 1.900.000 λίρες
στ) Καθυστερούμενα τοκομερίδια δανείου 1825 από 1846-1878: 3.250.000 λίρες
Αθροιζόμενα τα παραπάνω ποσά έφταναν τις 10.030.000 λίρες και συμφωνήθηκε να πληρωθούν μέσω νέων χρεογράφων αξίας 1.250.000 λιρών. Όμως, τελικά, παρουσιάστηκαν προς ανταλλαγή αρχικών τίτλων ομολογίες αξίας 8.353.000 (αντί για 10.030.000) και έτσι οι νέες ομολογίες που εκδόθηκαν ήταν τελικά αξίας  970.000 λιρών.
Έτσι, στο σημείο αυτό, κατά κάποιο τρόπο τελειώνει η ιστορία των δανείων της ανεξαρτησίας και αρχίζει η ιστορία των νέων ομολόγων. Ήδη όμως στο μεταξύ, η Ελλάδα έχει πτωχεύσει, το 1827, ομολογώντας αδυναμία πληρωμής των τοκοχρεωλυσίων των δανείων της ανεξαρτησίας, έχουν ακολουθήσει τα δάνεια του Όθωνα και έχει έρθει η δεύτερη πτώχευση το 1843. 
 

Γιά ποιά «ανεξαρτησία «ακριβώς μας μιλούν; ποιά ανεξαρτησία γιορτάζουμε; όταν τα δάνεια του τότε μας στοιχειώνουν μέχρι σήμερα…;

Επιμέλεια : Lefteria