Επιστολή του πανεπιστημιακού Γ.Τσιάκαλου στόν συνήγορο του πολίτη

Εδώ και ένα χρόνο περίπου ο κ.Τσιάκαλος φιλοξενεί με τη σύζυγο του οικογένεια προσφύγων από το καταυλισμό  της Ειδομένης.

Αρκετές φορές έχει δημοσιεύσει στο προφίλ του στο f/b φωτογραφίες και αντιλαμβανόμεθα πώς εκτός από την αλληλεγγύη  και την ευαισθησία του πρός την οικογένεια πού φιλοξενεί τους θεωρεί πλέον «μέλη» της οικογένειας του

Εδώ και ένα χρόνο λοιπόν περιμένουν από την υπηρεσία ασύλου να δοθεί το οκ ώστε η οικογένεια να επανενωθεί με τήν υπόλοιπη οικογένεια  πού βρίσκεται στην Γερμανία
Δυστυχώς ακόμη περιμένουν και δέν γνωρίζουν πόσο ακόμη

Ετσι λοιπόν ο κ.Τσιάκαλος πήρε το θάρρος να αποστείλει επιστολή στόν συνήγορο του πολίτη

Mkampouraki

Διαβάστε  την επιστολή του κ.Τσιάκαλου

Αξιότιμε κύριε Ποτάκη,

Έχοντας λάβει γνώση της απάντησης της Υπηρεσίας σας ( 27 Μαρτίου 2017, αρ. πρωτ.
225533/13676/2017) στην αναφορά του δικηγόρου Θεσσαλονίκης κυρίου Θ. Τσιάτσιου (που ενεργούσε για λογαριασμό της κυρίας Ferial Ibrahim και των δύο ανήλικων τέκνων της)
αισθάνομαι την υποχρέωση ως Έλληνας πολίτης να διαμαρτυρηθώ για το περιεχόμενό της,ν’ αμφισβητήσω την εγκυρότητα των συμπερασμάτων, να επισημάνω τις αρνητικές
επιπτώσεις τους στη ζωή χιλιάδων προσφύγων (η πλειονότητα βρέφη και μικρά παιδιά) και,συνεπώς, να ζητήσω επανεξέταση της υπόθεσης.

Δεν είμαι νομικός, όμως το έργο του Συνηγόρου του Πολίτη προφανώς δεν αφορά
μόνον, ούτε καν κυρίως, τους/τις επαγγελματίες της νομικής επιστήμης, αφορά τους πολίτες,οι οποίοι δικαιούνται να βλέπουν σ’ αυτόν τον υπερασπιστή τους όταν η διοίκηση
προσβάλλει κατοχυρωμένα δικαιώματά τους, και πιο πολύ όταν πρόκειται για ανθρώπινα
δικαιώματα. Με αυτή την πεποίθηση χαιρέτησα (και με κείμενά μου στον τύπο) τη
θεσμοθέτηση του Συνηγόρου του Πολίτη, συμμετείχα μαζί με τον κύριο Διαμαντούρο σε
εκδηλώσεις αποτίμησης της λειτουργίας του θεσμού, δέχτηκα την πρόσκληση να
ενημερώσω σε σχετικό σεμινάριο τους λειτουργούς του σε θέματα κοινωνικού αποκλεισμού(με έμφαση στον αποκλεισμό των Ρομά), συνευρέθηκα με τον κύριο Καμίνη σε πάνελ για θέματα της μειονότητας της Θράκης, συνεργάστηκα και συνεργάζομαι με τον Συνήγορο του Παιδιού, κύριο Μόσχο.

Γι’ αυτό θεωρώ σήμερα υποχρέωσή μου να αντιταχθώ σε μία προφανώς λανθασμένη γνωμοδότηση, που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με όσα  επιδοκίμασα δημόσια και υπερασπίστηκα τόσα χρόνια.
Υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος. Γνωρίζω εκ του σύνεγγυς την κατάσταση στην οποία
βρίσκονται χιλιάδες πρόσφυγες που περιμένουν την επανένωση των οικογενειών τους, και γνωρίζω επίσης την περίπτωση για την οποία αποφάνθηκε η Υπηρεσία σας, καθώς
φιλοξενούμε τη συγκεκριμένη οικογένεια εδώ και ένα χρόνο. Δεν θ’ αναφερθώ στους
σοβαρούς λόγους υγείας της μητέρας και του βρέφους που μας ώθησαν να πάρουμε
επειγόντως τα πρόσωπα αυτά από την Ειδομένη και να τα ενσωματώσουμε στην οικογένειάμας, έτσι ώστε να διασφαλίσουμε την επιβίωσή τους.

Η Υπηρεσία Ασύλου ούτε κανκαταδέχτηκε ν’ ασχοληθεί με τα προβλήματα αυτά, έστω για ν’ απαντήσει αρνητικά.

Ομολογώ ότι δεν προσδοκώ πια τίποτε από θεσμούς και ανθρώπους που απαιτούν
γνωματεύσεις ψυχιάτρων για να αποδεχτούν ότι «μπορεί να υποφέρουν ψυχικά» μητέρες που είδαν να σκοτώνονται μπροστά τους οι γονείς τους στους βομβαρδισμούς και συγγενείς και φίλους να χάνουν τη ζωή τους στη μακρά πορεία της φυγής – Και οι οποίες επιπλέον υποχρεώνονται σε αναγκαστικό χωρισμό από το σύζυγο και κάποια από τα ανήλικα παιδιά τους για περισσότερο από δύο χρόνια και κρατούνται εδώ αδικαιολόγητα με τα άλλα ανήλικα παιδιά τους.

Δε γνωρίζω τύπο ανθρώπου που μπορεί να μην υποφέρει ψυχικά μετά από τέτοια βιώματα. Γι’ αυτό, το γεγονός ότι τελικά ακόμη και από τις σχετικές
γνωματεύσεις των ψυχιάτρων ελάχιστες λαμβάνονται υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου,
ενώ οι περισσότερες μπαίνουν στην άκρη, αποτελεί απλώς ακραίο σύμπτωμα μιας από την αρχή απάνθρωπης μεταχείρισης ξεριζωμένων ανθρώπων. Για τους λόγους αυτούς δεν θεωρώ ότι έχει οποιοδήποτε νόημα η προσφορά της Υπηρεσίας σας να κρατηθεί ενήμερη «για το στάδιο της εξέλιξης της συγκεκριμένης υπόθεσης, δεδομένων των προβλημάτων υγείας που προαναφέρθηκαν» 

Αυτά έπρεπε να ληφθούν υπόψη πολύ πιο πριν, σε προηγούμενα στάδια
της υπόθεσης, κι αυτό, δυστυχώς, δεν έγινε.
Ανέφερα τα παραπάνω μόνον για να εξηγήσω την «ανάμιξή» μου στην υπόθεση. Και
τώρα επί της ουσίας της απάντησης.

Η συλλογιστική και τα στοιχεία που χρησιμοποιώ είναι προϊόν έντονης και διαρκούς ενασχόλησής μου πολλών δεκαετιών με τα θέματα τωνπροσφύγων, ήδη από την εποχή της δικτατορίας 1967-1974, όταν ο ίδιος βρέθηκα στην ίδια θέση.
 

Παραθέτω το ιστορικό της υπόθεσης.

Ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης κύριος Θ. Τσιάτσιος υπέβαλε στις 17 Φεβρουαρίου 2017
8σέλιδη αναφορά στο Συνήγορο του Πολίτη, στην οποία εξιστορεί την μεταχείριση της
κυρίας Ferial Ibrahim και των ανήλικων τέκνων της από πλευράς Υπηρεσίας Ασύλου,
παρουσιάζει τις προβλέψεις της σχετικής Σύμβασης ΙΙ και ΙΙΙ του Δουβλίνου και τη
νομολογία του ΕΔΔΑ (καταδεικνύοντας έτσι τις παραλείψεις και τις παραβιάσεις τους απότην Υπηρεσία Ασύλου) και καταλήγει σε ένα συγκεκριμένο αίτημα και σε τρία ερωτήματα προς τον Συνήγορο του Πολίτη, τα οποία παραθέτω παρακάτω.

«Λαμβάνοντας, δε, ιδίως υπ’ όψη τα προαναφερθέντα, οριζόμενα στην
αιτιολογική έκθεση του Κανονισμού περί προτίμησης της εθελοντικής
μεταφοράς, συνάγεται ευχερώς ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δέον
είναι όπως επιτραπεί η εθελοντική μεταφορά της υποβάλλουσας την
παρούσα αναφορά και των θυγατέρων της από την Ελλάδα προς την
Γερμανία. Ειδικότερα, η Διοίκηση πρέπει να προβεί άμεσα στην χορήγηση
των απαραίτητων βεβαιωτικών της ταυτότητας εγγράφων στις εν
θέματι (laissez passér) και να επιτρέψει, κατ’ αυτόν τον τρόπο,
την αναχώρησή τους με δικά τους έξοδα από την Θεσσαλονίκη με προορισμό
την Γερμανία, προκειμένου να επανενωθούν με τα λοιπά μέλη της οικογένειάς
τους.

Για τους λόγους αυτούς και επιφυλασσόμενη για την άσκηση κάθε
νόμιμου δικαιώματός της, η υποβάλλουσα την παρούσα αναφορά ζητά
την γνωμοδότησή σας αναφορά με τα κάτωθι:

1. Συνεπάγεται παραβίαση των άρ. 3 και 8 της Ε.Σ.Δ.Α. η καθυστέρηση στην
άμεση υλοποίηση της από 2.1.2017 απόφασης αναδοχής της ίδιας και των
θυγατέρων της (ον.) HAMIDA (επ.) ALMAHMOUD (Χαμίντα Αλμαχμούντ)
και (ον.) MARIAM (επ.) ALMAHMOUD (Μαριάμ Αλμαχμούντ) από την
Γερμανία προκειμένου να επανενωθούν με τον σύζυγό της και τα έτερα δύο
ανήλικα τέκνα της, τα οποία είναι αναγνωρισμένοι δικαιούχοι διεθνούς
προστασίας;

2. Πρέπει να εξετασθούν οι αιτήσεις της ίδιας και των ανηλίκων θυγατέρων
της για χορήγηση διεθνούς προστασίας από το αναγνωρισμένο ως υπεύθυνο
κατ’ εφαρμογή του άρ. 9 του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ κράτος- μέλος, ήτοι
από την Γερμανία;
3. Έχουν οι ελληνικές αρχές την υποχρέωση να χορηγήσουν στην
υποβάλλουσα την παρούσα αναφορά και στα προαναφερθέντα τέκνα της
άπαντα τα αναγκαία για την υλοποίηση της ανωτέρω απόφασης αναδοχής
βεβαιωτικά της ταυτότητάς τους έγγραφα (laissez passér) και να τους δώσουν
την δυνατότητα υλοποίησης της εν λόγω απόφασης με εθελοντική μεταφορά, η
οποία θα πραγματοποιηθεί με εναλλακτικά των προτεινόμενων μέτρα
(αναχώρηση των εν θέματι αλλοδαπών από την Θεσσαλονίκη με δικά τους
έξοδα);».

Η γνωμοδότηση του κυρίου Γιώργου Π. Νικολόπουλου (Βοηθός Συνήγορος Πολίτη) της
27ης Μαρτίου 2017 που εστάλη στην Κεντρική Υπηρεσία ΑσύλουΤμήμα Εθνικής
Μονάδας Δουβλίνου και κοινοποιήθηκε στον δικηγόρο κύριο Θ. Τσιάτσιο, εκπλήσσει για τη συντομία της. Σε ένα υπόμνημα με πολλές αναφορές σε σχετικά άρθρα της Σύμβασης ΙΙ και ΙΙΙ του Δουβλίνου (που καταστρατηγούνται ή, τουλάχιστον, δεν λαμβάνονται υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου) και σε αποφάσεις του ΕΔΔΑ (που κατοχυρώνουν το δίκαιο του αιτήματος της κυρίας Ferial Ibrahim και της οικογένειάς της), η απάντηση περιορίζεται αποκλειστικά σε μια παράθεση του άρθρου 29 του Κανονισμού και, ως επακόλουθό της, στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει θέμα αναίτιας καθυστέρησης από την πλευρά της διοίκησης.

Ιδού το σύνολο της γνωμοδότησης:

«Στις 02.01.2017 η Γερμανία, ως υπεύθυνο κράτος μέλος, αποφάνθηκε θετικά
σχετικά με το αίτημα αναδοχής.
Η προθεσμία, η οποία τίθεται εν προκειμένω για την ολοκλήρωση της εν λόγω
διαδικασίας και τη μεταφορά των ενδιαφερομένων από το κράτος μέλος που
υπέβαλε αίτημα προς το υπεύθυνο κράτος μέλος, είναι εξάμηνη.

Ορίζει δε η παράγραφος 1 του άρθρου 29 του Κανονισμού το εξής: «Η μεταφορά του
αιτούντος…από το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα προς το υπεύθυνο
κράτος μέλος πραγματοποιείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους
μέλους που υπέβαλε το αίτημα, ύστερα από διαβούλευση μεταξύ των
ενδιαφερομένων κρατών μελών, μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατόν και το
αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος περί
αναδοχής…».
… Κατόπιν των ανωτέρω, παρόλο που η τιθέμενη εξάμηνη προθεσμία δεν
έχει παρέλθει ακόμη (υπογράμμιση Γ.Τ.), θα θέλαμε να μας ενημερώσετε για
το στάδιο εξέλιξης της συγκεκριμένης υπόθεσης, δεδομένων των
προβλημάτων υγείας που προαναφέρθηκαν».

Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει αντίκρουση των επιχειρημάτων που προβάλλονται στο
8σέλιδο Υπόμνημα και απολύτως καμιά αναφορά στη σχετική νομολογία, παρά την
αντίθετη πρόβλεψη του άρθρου 32 της αιτιολογικής έκθεσης του Κανονισμού 604/2013/ΕΕ,στο οποίο τονίζεται:«Όσον αφορά τη μεταχείριση των προσώπων τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη δεσμεύονται από τις
υποχρεώσεις τους που απορρέουν από πράξεις του διεθνούς δικαίου,
συμπεριλαμβανομένης της σχετικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».

Το μόνο που υπάρχει στη γνωμοδότηση είναι μία αποσπασματική επίκληση ενός μόνον
άρθρου του ίδιου Κανονισμού, με τρόπο, μάλιστα, που υπονοεί ότι αυτό δεν επιδέχεται ούτεδιαφορετική ανάγνωση, ούτε έχει ανάγκη να κατανοηθεί σε συνδυασμό με άλλα άρθρα του
ίδιου κανονισμού, ούτε απαιτείται να τύχει ερμηνείας στο πλαίσιο σχετικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ. Παρεμπιπτόντως, η ίδια η Υπηρεσία Ασύλου δεν επικαλείται το άρθρο αυτό στις αποφάσεις της για τη μεταφορά, αλλά αναφέρεται αποκλειστικά στο άρθρο 26. Παρόλα αυτά, με αυτήν την απλή παράθεση της παρ. 1 του άρθρου 29, ουσιαστικά γνωμοδοτείται ότι δεν υπάρχει αναίτια καθυστέρηση, και ότι μόνον τα προβλήματα υγείας της αιτούσας θα μπορούσαν να προκαλέσουν παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη. Δηλαδή, η γνωμοδότηση φαίνεται να δικαιώνει τη συμπεριφορά της Διοίκησης σε ό,τι αφορά τον τρόπο οργάνωσης της μεταφοράς οικογενειών προσφύγων σε ανάδοχες χώρες (που πρέπει να γίνεται σε εφαρμογή των προβλεπόμενων από τη Σύμβαση του Δουβλίνου).

Ομολογώ ότι στο σημείο αυτό συνειρμικά αναρωτήθηκα εάν εδώ έχουμε να κάνουμε με
τη σημαντική παρατήρηση του καθηγητή Peter Gauch, σύμφωνα με την οποία «συχνά τα στοιχεία τα οποία επικαλούνται (οι νομικοί) εξυπηρετούν αποκλειστικά την επιβεβαίωση ενός συμπεράσματος, το οποίο διαισθητικά είχαν ήδη βρει προηγουμένως ή είχαν προκαθορίσει ως
δυνατόν» (Prof. Dr. iur., Dr. h.c. Peter Gauch: Juristisches Denken. Wie denken Juristen? in:
6
Privatrecht und Methode, Festschrift für ERNST A. KRAMER, Basel 2004, S. 172). Θέλωνα ελπίζω ότι δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο αλλά ότι πρόκειται μόνο για αβλεψία. Όμως, ό,τι κι αν είναι, το γεγονός ότι δεν λήφθηκε υπόψη το σύνολο της Σύμβασης του Δουβλίνου ΙΙκαι ΙΙΙ και η σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ είναι αυτό που οδηγεί σε ελλιπή κατανόηση του ιδιου του άρθρου 29 και, συνακόλουθα, στο λανθασμένο τελικό συμπέρασμα.

Στη γνωμοδότηση, από την παρ. 1 του άρθρου 29 λαμβάνεται υπόψη μόνον η αναφορά
στην προθεσμία των έξι μηνών (που εφόσον δεν έχει παρέλθει, δεν θεωρείται ότι υπάρχει
καθυστέρηση), ενώ δεν φαίνεται να έχει καμία σημασία το γεγονός ότι στο άρθρο πρώτα
τονίζεται πως αυτή «πραγματοποιείται μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατόν» και μετά
συμπληρώνεται με την προσθήκη «και το αργότερον εντός προθεσμίας έξι μηνών».
Προφανώς δεν είναι καθόλου τυχαίες ούτε η σειρά ούτε η διατύπωση. Εάν η προθεσμία των έξι μηνών αποτελούσε αυτονόητο δικαίωμα της διοίκησης, εναντίον του οποίου όχι μόνον δεν μπορεί να προσφύγει κανείς, αλλά ούτε καν να συζητήσει διαφορετική ερμηνεία -όπως αφήνει να εννοηθεί η γνωμοδότηση-, τότε δεν θα υπήρχε η διατύπωση ότι η μεταφορά γίνεται μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατόν.

Βεβαίως, ακόμη και εάν προβλεπόταν απλά ότι «η μεταφορά γίνεται εντός έξι μηνών»,
αυτό δεν θα σήμαινε ότι η διοίκηση θα είχε το δικαίωμα να εξαντλεί την προθεσμία αυτή
χωρίς προσπάθεια επιτάχυνσης των διαδικασιών, και ασφαλώς δεν θα είχε το δικαίωμα να παρακωλύει συνειδητά και συστηματικά κάθε δυνατότητα ταχύτερης μεταφοράς που
προβλέπεται από τη Σύμβαση του Δουβλίνου. Σχετικά με το πώς πρέπει να χειρίζεται η
Διοίκηση θέματα προθεσμιών υπάρχει πλούσια νομολογία (και) του Ευρωπαϊκού
Δικαστηρίου, που επισημαίνει ότι η Διοίκηση δεν μπορεί να επικαλείται το «γράμμα»
κάποιων διατάξεων και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να λειτουργεί σε βάρος των πολιτών, αλλά
θα πρέπει να τις εφαρμόζει σε σχέση με τους στόχους που έρχονται να υπηρετήσουν οι
προθεσμίες στο πλαίσιο των συγκεκριμένων διατάξεων (μεταξύ άλλων αποφάσεις της 18ηςΜαΐου 2000, KVS International, C301/98, Slg. 2000, I3583, Randnr. 21, und vom 23.November 2006, ZVK, C300/05, Slg. 2006, I11169, Randnr. 15).

Παρόμοια είναι και η ερμηνεία «του γράμματος των προθεσμιών» από τον Συνήγορο του Πολίτη, δηλαδή από τη δική σας Υπηρεσία, και αφορά τις επιστροφές αλλοδαπών. Στην Ειδική έκθεση 2015 (άρθρο23 παράγρ. 6 Ν. 3907/2011) αναφέρεται σχετικά:

«Η εσωτερική οδηγία της ΕΛΑΣ για μείωση του διαστήματος κράτησης έως 6
μήνες τον Φεβρουάριο του 2015 οδήγησε στο εσφαλμένο αποτέλεσμα να
εκλαμβάνεται το εξάμηνο όχι ως όριο αλλά ως κανόνας. Η κράτηση
ωστόσο, ως ο επαχθέστερος περιορισμός της ελευθερίας, επιβάλλεται
σύμφωνα με τη ρητή επιταγή του άρθρου 30 παράγρ. 1 Ν. 3907/2011 «μόνο
εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν δύνανται να εφαρμοσθούν
αποτελεσματικά άλλα επαρκή και λιγότερο επαχθή μέτρα» και διαρκεί «για το
απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα διεκπεραίωσης της διαδικασίας
απομάκρυνσης, η οποία εξελίσσεται και εκτελείται με τη δέουσα επιμέλεια».

Ο Συνήγορος διαπίστωσε ελλιπή μέριμνα της αστυνομίας όχι μόνο να
αναζητήσει εναλλακτικά μέτρα κράτησης αλλά και να κινήσει
εξατομικευμένη διαδικασία επιστροφής για κάθε αλλοδαπό που κρατείται
ενόψει επιστροφής και επισήμανε ότι μόνον εάν η συγκεκριμένη
προσπάθεια δεν έχει επιφέρει αποτελέσματα για κάποιον αλλοδαπό μπορεί
να ζητηθεί η συνέχεια της κράτησής του (κατόπιν ανά τρίμηνο δικαστικής
κρίσης)».
Σημειώνεται ότι όλα τα παραπάνω, που προτείνονται στην Ειδική Έκθεση της
υπηρεσίας σας, προτείνονται παίρνοντας ως βάση μια εσωτερική οδηγία της ΕΛΑΣ και
παρά το γεγονός ότι το ανώτατο όριο κράτησης από τον νόμο και την Οδηγία
Επιστροφών συνεχίζει να ισχύει παραμένοντας στους 18 μήνες. Γι’ αυτό εκπλήσσει η
διαμετρικά αντίθετη άποψη που εκφράζεται από τον Συνήγορο του Πολίτη (και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή) στην υπόθεση της κυρίας Ferial Ibrahim και των δύο ανήλικων τέκνωντης, για την οποία η Σύμβαση του Δουβλίνου προβλέπει κατά προτεραιότητα την εθελουσία μεταφορά, που μπορεί να πραγματοποιηθεί αμέσως ή, έστω, μετά από επτά ημέρες από την έκδοση του laisez passer.

Η αλήθεια είναι ότι η συγκεκριμένη διατύπωση στο άρθρο 29 ήρθε, για καθαρά
πρακτικούς λόγους, να αντικαταστήσει την αρχική πρόβλεψη της Σύμβασης Δουβλίνο ΙΙ,
σύμφωνα με την οποία οι μεταφορές οφείλουν να πραγματοποιούνται μέσα σε ένα μήνα:
(Άρθρο 11 παρ. 5. «Transfer of the applicant for asylum from the Member
State where the application was lodged to the Member State responsible
must take place not later than one month after acceptance of the request to
take charge).
Η αλλαγή ήρθε για να αντιμετωπίσει πρακτικές δυσκολίες που είχαν εμφανιστεί σε
ορισμένες περιπτώσεις αναγκαστικών μεταγωγών και όχι για να επεκτείνει τον ένα μήνα
σε έξι μήνες για όλες τις κατηγορίες μεταγωγών (ούτε καν γενικά και ανεξαιρέτως για όλεςτις περιπτώσεις αναγκαστικών μεταγωγών). Ο ιδιαίτερος λόγος που γίνεται αναφορά στο διάστημα των έξι μηνών είναι διότι μετά την πάροδο των έξι μηνών παύει να ισχύει η
αναδοχή από την άλλη χώρα.

Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ισχύει το εξής:

«Εάν η μεταφορά δεν πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας των έξι μηνών,
το υπεύθυνο κράτος μέλος απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του αναδοχής ή
εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου και η ευθύνη μεταβιβάζεται τότε στο
κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα. Η προθεσμία αυτή μπορεί να
παρατείνεται σε ένα έτος κατ’ ανώτατο όριο, εάν η μεταφορά δεν κατέστη
δυνατόν να πραγματοποιηθεί λόγω φυλάκισης του ενδιαφερομένου ή σε 18
μήνες κατ’ ανώτατο όριο αν ο ενδιαφερόμενος διαφεύγει».
Δηλαδή μετά από έξι μήνες δεν υπάρχει πλέον καθυστέρηση αλλά ακύρωση της
απόφασης αναδοχής της άλλης χώρας, με αποκλειστική ευθύνη της Διοίκησης, εφόσον η
αιτούσα ούτε στη φυλακή βρίσκεται, ούτε διαφεύγει.

Συνεπώς, για ύπαρξη καθυστέρησης δεν μπορούμε να μιλούμε σε σχέση με την εξάμηνη προθεσμία (μετά την πάροδο της οποίας ακυρώνεται η μεταφορά), αλλά (μπορούμε να μιλούμε) μόνο σε σχέση με την ημερομηνία που, ενώ η μεταφορά είναι πρακτικά δυνατή, δεν πραγματοποιείται με ευθύνη της διοίκησης. Το τελευταίο συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς ο Κανονισμός προβλέπει ρητά τρόπους μεταφοράς που πρακτικά ήταν δυνατοί ήδη από τις αρχές Ιανουαρίου 2017 και εμποδίστηκαν από τη Διοίκηση, χωρίς, μάλιστα, να προβληθεί οποιαδήποτε δικαιολογία.

Συγκεκριμένα:

Το άρθρο 26 του Κανονισμού, στο οποίο αναφέρονται οι σχετικές αποφάσεις της
Διοίκησης («Αποφασίζουμε τη μεταφορά των αιτούντων στην Γερμανία σύμφωνα με το άρθ.26 παρ. 1 του Κανονισμού 604/2013/ΕΕ»), εξειδικεύει τις προβλέψεις της παρ. 1 στην παράγραφο 2 ως εξής:

«Η απόφαση της παραγράφου 1 περιλαμβάνει πληροφορίες για τα διαθέσιμα
ένδικα μέσα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αίτησης αναστολής,
κατά περίπτωση, και για τις προθεσμίες προσφυγής και μεταφοράς και
περιλαμβάνει, εφόσον είναι απαραίτητο, τις πληροφορίες σχετικά με τον
τόπο στον οποίο, και την ημερομηνία κατά την οποία, θα πρέπει να
παρουσιασθεί το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο
μεταβαίνει στο υπεύθυνο κράτος μέλος με δικά του μέσα».

Στη συγκεκριμένη περίπτωση στην απόφαση αναδοχής της αρμόδιας υπηρεσίας της
Γερμανίας που κοινοποιήθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου της Ελλάδας στις 2 Ιανουαρίου 2017 αναφέρεται ρητά ότι σε περίπτωση εθελουσίας μεταφοράς τα συγκεκριμένα πρόσωπα θα πρέπει να παρουσιαστούν στην Υπηρεσία Αλλοδαπών της πόλης του Ρόστοκ (σε «εύλογο χρονικό διάστημα», σύμφωνα με προφορική ενημέρωση της ίδιας υπηρεσίας).

Συνεπώς,υπάρχει καθυστέρηση, αφού η αιτούσα από την πρώτη στιγμή έκανε γνωστή την
πρόθεσή της να μεταβεί στο υπεύθυνο κράτος με δικά της μέσα.
Τόσο το πνεύμα όσο και το γράμμα του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1560/2003 της
Επιτροπής υποχρεώνουν σε εντελώς διαφορετική μεταχείριση από αυτήν που επιφύλαξε
στην αιτούσα και στα τέκνα της η Υπηρεσία Ασύλου.

Συγκεκριμένα στο άρθρο 24 παρ. 1της αιτιολογικής έκθεσης αναφέρεται:
«Οι μεταφορές στο υπεύθυνο προς εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας
κράτος μέλος μπορούν να γίνονται εθελοντικά, με ελεγχόμενη αναχώρηση ή
με συνοδεία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προάγουν τις εθελοντικές
μεταφορές, παρέχοντας επαρκείς πληροφορίες στον αιτούντα».

Ακόμη και για τις ελεγχόμενες ή με συνοδεία μεταφορές τίθενται όροι που ταυτίζονται
με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω:

«(Τα κράτη μέλη θα πρέπει) να εξασφαλίζουν ότι οι ελεγχόμενες ή με
συνοδεία μεταφορές πραγματοποιούνται λαμβάνοντας υπόψη τον
ανθρωπιστικό παράγοντα, με πλήρη τήρηση των θεμελιωδών
δικαιωμάτων και σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς και του
μείζονος συμφέροντος του παιδιού και λαμβάνοντας υπόψη πρωτίστως τις
εξελίξεις της συναφούς νομολογίας, ιδίως όσον αφορά τις μεταφορές για
ανθρωπιστικούς λόγους».

Σε απόλυτη συνέπεια με τα προηγούμενα, στο προαναφερθέν άρθρο 29 παρ. 1, αμέσως
μετά το εδάφιο που χρησιμοποίησε στη γνωμάτευσή η Υπηρεσία σας, αναφέρονται τα εξής:

«Εάν οι μεταφορές στο υπεύθυνο κράτος μέλος εκτελούνται με ελεγχόμενη
αναχώρηση ή με συνοδεία, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι εκτελούνται
λαμβάνοντας υπόψη τον ανθρώπινο παράγοντα και με πλήρη σεβασμό των
θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Εάν είναι απαραίτητο, ο αιτών εφοδιάζεται από το κράτος μέλος που
υπέβαλε το αίτημα με άδεια ελεύθερης διέλευσης. Η Επιτροπή, μέσω
εκτελεστικών πράξεων, καθορίζει το υπόδειγμα της άδειας ελεύθερης
διέλευσης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη
διαδικασία εξέτασης του άρθρου 44 παράγραφος 2.

Το υπεύθυνο κράτος μέλος ενημερώνει το κράτος μέλος που υπέβαλε το
αίτημα, ανάλογα με την περίπτωση, για την ασφαλή άφιξη του
ενδιαφερομένου ή για τη μη εμφάνισή του εντός της προβλεπόμενης
προθεσμίας».
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι απόλυτη προτεραιότητα δίνεται στις εθελοντικές
μεταφορές. Η απάντηση στο ερώτημα πότε μία χώρα μπορεί να μην επιτρέψει την
εθελοντική μεταφορά αλλά να επιλέξει την ελεγχόμενη ή ακόμη και την μεταφορά με
συνοδεία δίνεται σε συνδυασμό με τους στόχους που υπηρετούν οι δύο τελευταίες μορφές μεταφοράς, που είναι η διασφάλιση ότι ο αιτών άσυλο δεν θα έχει τη δυνατότητα να αποφύγει τη μεταγωγή.

Συγκεκριμένα το άρθρο 20 της Απόφασης 197 της 9ης Σεπτεμβρίου
1997 της «Επιτροπής του άρθρου 18 της Σύμβασης του Δουβλίνου της 15ης Ιουνίου 1990,σχετικά με ορισμένες διατάξεις για την εφαρμογή της Σύμβασης ορίζει τα εξής:

«Μεταγωγή του αιτούντος άσυλο

1 . Σε περίπτωση που συμφωνηθεί να μεταχθεί o αιτών στο δεύτερο κράτος
μέλος, το πρώτο κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίσει κατά το δυνατόν
την μη αποφυγή της μεταγωγής εκ μέρους του αιτούντος. Προς τούτο, το
πρώτο κράτος μέλος, ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες και σύμφωνα με
τους εθνικούς νόμους και διαδικασίες, προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο
πρέπει να γίνει η μεταγωγή του αιτούντος.

Αυτή μπορεί να γίνει:

α) είτε με δική του πρωτοβουλία, εντός ορισμένης προθεσμίας,
β) είτε με συνοδεία, οπότε o αιτών συνοδεύεται από αρμόδιο υπάλληλο του
πρώτου κράτους μέλους.
2. H μεταγωγή του αιτούντος θεωρείται ολοκληρωθείσα στην περίπτωση
μεταγωγής βάσει της παραπάνω παραγράφου 1 στοιχείο

α) όταν o αιτών έχει παρουσιαστεί στις αρχές του δεύτερου κράτους μέλους που αναφέρονται στην κοινοποίηση που έχει λάβει, είτε στην περίπτωση μεταγωγής βάσει της
παραπάνω παραγράφου 1 στοιχείο

β) όταν έχει παραληφθεί από τις αρμόδιεςαρχές του δεύτερου κράτους μέλους».

Στην περίπτωση της κυρίας Ferial Ibrahim και των ανήλικων τέκνων της -όπως και σε
όλες τις ανάλογες περιπτώσεις- η Διοίκηση όχι μόνον δεν ενημέρωσε, ως όφειλε, για τη
δυνατότητα εθελοντικής μετάβασης, αλλά ούτε δέχτηκε να παραλάβει τη δική της σχετική αίτηση κατά την -μετά από καθυστέρηση τριών μηνών- επίδοση της απόφασης αναδοχής εκ μέρους της Γερμανίας (και δεν απάντησε ακόμη και όταν η αίτηση αυτή εστάλη με εξώδικο έγγραφο). Όμως είναι φανερό ότι η μεταφορά με συνοδεία αφορά μόνον τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει τουλάχιστον η υπόνοια ότι ο αιτών / η αιτούσα άσυλο ίσως να προσπαθήσει να αποφύγει τη μεταφορά στην ανάδοχη χώρα.

Υπάρχει όμως έστω και αμυδρή υπόνοια ότι αυτές οι οικογένειες που περπάτησαν χιλιάδες χιλιόμετρα από την πατρίδα τους μέχρι τις ακτές της Μικράς Ασίας, διέσχισαν το Αιγαίο με κίνδυνο της ζωής τους, αιτήθηκαν τη μεταφορά της αίτησης ασύλου στη χώρα αναδοχής με μόνο σκοπό να ενωθούν με την οικογένειά τους, υπέμειναν τα πάντα περισσότερο από ένα χρόνο σε καταυλισμούς, πολλές από αυτές αποφασίζουν και πληρώνουν υπέρογκα ποσά σε διακινητές για να μεταβούν παράνομα αλλά γρήγορα στις χώρες προορισμού, και άλλες, απελπισμένες, επιχειρούν να περάσουν τα σύνορα με τα πόδια για να φτάσουν μια ώρα νωρίτερα στους
δικούς τους, (υπάρχει έστω και αμυδρή υπόνοια ότι αυτές οι οικογένειες) μπορεί να θέλουν να αποφύγουν τη μεταφορά τους στη χώρα αναδοχής όταν η βασανιστική πορεία τους πλησίασε πια το αίσιο τέλος; Η απάντηση στο ερώτημα είναι δεδομένη, και, συνεπώς, η άρνηση της εθελοντικής μεταφοράς και η επιλογή της μεταφοράς με συνοδεία ως μοναδική δυνατότητα αποτελούν ωμή παραβίαση της Σύμβασης του Δουβλίνου. Σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι η άρνηση αυτή αφορά και τη ζωή ανήλικων τέκνων (τόσο αυτών που βρίσκονται εδώ όσο και των άλλων που βρίσκονται στην ανάδοχη χώρα), γίνεται σαφές ότι, επιπλέον, έχουμε να κάνουμε με παραβιάσεις βασικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και ιδιαίτερα δικαιωμάτων του παιδιού.

Θα μπορούσε ίσως, σε μία ακραία προσπάθεια να δικαιολογηθεί η πρακτική της
συμπεριφοράς της Διοίκησης, να ισχυριστεί κανείς ότι δεν είναι υποχρεωτική η υιοθέτηση από τη χώρα όλων των μορφών μεταφοράς που προβλέπονται από τη Σύμβαση του Δουβλίνου, αλλά, σε σχέση με τους εθνικούς νόμους, να εφαρμόζονται μόνον οι δύο τελευταίες και να αποκλείεται η εθελοντική μεταφορά. Είναι πολλοί οι λόγοι που οδηγούν σε απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, που, απ’ όσο γνωρίζω, μόνον σε μία περίπτωση προβλήθηκε, κι αυτό αποκλειστικά σε σχέση με αναγκαστικές μεταγωγές, (ουσιαστικά απελάσεις, στη συγκεκριμένη, μάλιστα, περίπτωση σε σχέση με έναν αιτούντα άσυλο, ο οποίος είχε αντισταθεί με όλα τα μέσα στη μεταγωγή του). Όμως, και στην περίπτωση αυτή το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Βάδης-Βυρτεμβέργης απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες (VGH Baden-Württemberg, Urteil vom 27.8.2014, A 11 S 1285/14).

Η αιτιολόγηση της απόρριψης θεμελιώνεται τόσο στέρεα ώστε θεωρείται απίθανο ότι μπορεί κάποια στιγμή οπουδήποτε στην Ευρώπη να υπάρξει διαφορετική προσέγγιση (Βλ. για το ίδιο θέμα καιFilzwieser/Sprung, Dublin II VO, 3. Aufl., Art. 19 K6, S. 151 u. zu Art. 7 DVO K4, S. 224).

Συνοψίζω:

Α) Η αιτούσα ζήτησε να κάνει χρήση του δικαιώματος της να αναχωρήσει από την
Ελλάδα για τη Γερμανία με εθελουσία έξοδο – Δηλαδή με τον τρόπο μεταφοράς που,
σύμφωνα με τον Κανονισμό 604/2013/ΕΕ, «τα κράτη μέλη θα πρέπει να προάγουν
παρέχοντας επαρκείς πληροφορίες στον αιτούντα». Η Διοίκηση ούτε πληροφορίες παρείχε ούτε στο αίτημα απάντησε. Ο Συνήγορος του Πολίτη ρωτήθηκε μέσω του Υπομνήματος:«Έχουν οι ελληνικές αρχές την υποχρέωση να χορηγήσουν στην υποβάλλουσα την παρούσα αναφορά και στα προαναφερθέντα τέκνα της άπαντα τα
αναγκαία για την υλοποίηση της ανωτέρω απόφασης αναδοχής βεβαιωτικά
της ταυτότητάς τους έγγραφα (laissez passér) και να τους δώσουν την
δυνατότητα υλοποίησης της εν λόγω απόφασης με εθελοντική μεταφορά, η
οποία θα πραγματοποιηθεί με εναλλακτικά των προτεινόμενων μέτρα
(αναχώρηση των εν θέματι αλλοδαπών από την Θεσσαλονίκη με δικά τους
έξοδα);»

Διαπιστώνεται ότι το ερώτημα αυτό δεν απαντήθηκε στη γνωμοδότηση του
Συνηγόρου του Πολίτη.Από όσα ανέπτυξα παραπάνω προκύπτει ότι η μοναδική δυνατή απάντηση είναι: Ναι, οι ελληνικές αρχές έχουν αυτή την υποχρέωση.
Β) Η αιτούσα θεωρεί ότι υπάρχει καθυστέρηση στην αναχώρησή της αφού από την 2α
Ιανουαρίου έχει κοινοποιηθεί στην Ελλάδα η αναδοχή της από τη Γερμανία, και η Ελλάδα
καθυστερεί αδικαιολόγητα τη μετάβασή της εκεί αρνούμενη να της παράσχει τη δυνατότητα
της εθελουσίας εξόδου. Η καθυστέρηση αυτή επηρεάζει αρνητικά τη δική της υγεία, καθώς
επίσης την ψυχική ισορροπία και την υγιή ανάπτυξη των ανήλικων τέκνων της, τόσο αυτών
που βρίσκονται μαζί της εδώ (αλλά μακριά από τον πατέρα και τα’ αδέρφια τους) όσο και
εκείνων που βρίσκονται στη Γερμανία μακριά από την ίδια.

Ο Συνήγορος του Πολίτη ρωτήθηκε μέσω του Υπομνήματος:

«Συνεπάγεται παραβίαση των άρ. 3 και 8 της Ε.Σ.Δ.Α. η καθυστέρηση στην
άμεση υλοποίηση της από 2.1.2017 απόφασης αναδοχής της ίδιας και των
θυγατέρων της;»Διαπιστώνεται ότι το ερώτημα, εάν η καθυστέρηση συνεπάγεται παραβίαση των άρθρων της Ε.Σ.Δ.Α., δεν απαντήθηκε. Αντί να απαντηθεί η συγκεκριμένη ερώτηση, αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι υπάρχει καθυστέρηση εφόσον δεν έχουν παρέλθει έξι μήνες από την αναδοχή. Η αμφισβήτηση του ισχυρισμού της αιτούσας στηρίζεται σε προφανώς λανθασμένη εκτίμηση της ημερομηνίας που πρέπει να θεωρείται ότι είναι δυνατή η αναχώρηση. Αυτή, ασφαλώς, δεν μπορεί να είναι η εξάμηνη προθεσμία που συνεπάγεται την οριστική ακύρωση της αναδοχής.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η μοναδική δυνατή απάντηση στο ερώτημα είναι:
Ναι, υπάρχει καθυστέρηση, η οποία συνεπάγεται παραβίαση των άρ. 3 και 8 της
Ε.Σ.Δ.Α.

Συμπέρασμα

Θεωρώ ότι με όσα ανέπτυξα παραπάνω θεμελιώνεται επαρκώς το αίτημά μου, να
επανεξεταστεί η περίπτωση, ώστε η γνωμάτευση του Συνηγόρου του Πολίτη να μπορεί να χρησιμεύσει ως οδηγός δίκαιης και ανθρώπινης μεταχείρισης των προσφυγικών οικογενειών σε χιλιάδες άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Αυτό επιβάλλεται ιδιαίτερα επειδή η ολιγωρία ή η παράλειψη της Διοίκησης, που διαπιστώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται να είναι αποτέλεσμα μιας πάγιας πρακτικής που συνίσταται στη γενική άρνηση του δικαιώματος της εθελοντικής μεταφοράς (με έκδοση άδειας ελεύθερης διέλευσης) και επιμονή στην εκτέλεση των μεταφορών αποκλειστικά με ελεγχόμενη αναχώρηση. Η πρακτική αυτή προφανώς παραβιάζει τη Σύμβαση του Δουβλίνου και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη νομολογία του ΕΔΔΑ.

Προσθέτω ότι, η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα με αυτή την πρακτική.

Επισημαίνω, τέλος, ότι η γενική άρνηση του δικαιώματος εθελουσίας μεταφοράς και η
εμμονή στις ελεγχόμενες μεταφορές θα οδηγήσει πολύ σύντομα στην ακύρωση της
αναδοχής από τη Γερμανία χιλιάδων οικογενειών, καθώς θα έχει παρέλθει η προθεσμία των έξι μηνών, προκαλώντας ανυπολόγιστα προβλήματα όχι μόνον στις προσφυγικές οικογένειες που πλήττονται από την εξέλιξη αυτή, αλλά και σε πολλούς τομείς της κοινωνικής και πολιτικής καθημερινότητας της δικής μας χώρας.

Προσδοκώ και ελπίζω σε γρήγορη απάντηση.

Με εκτίμηση

Γιώργος Τσιάκαλος
Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ

Δείτε τι καταγγέλει μέσω του προφίλ του ο κ.Τσιάκαλος σχετικά με  την υπηρεσία ασύλου

Αυτή την εβδομάδα μερικές δεκάδες -εκατοντάδες;- πρόσφυγες, στη συντριπτική πλειονότητα μητέρες με μικρά παιδιά, θα πληροφορηθούν ότι θα παραμείνουν για πάντα στην Ελλάδα, χωρισμένες από τις οικογένειές τους, κι’ αυτό, παρά το γεγονός ότι εδώ και έξι μήνες έχει εγκριθεί από τη Γερμανία η επανένωση με την οικογένειά τους εκεί. Όμως η Υπηρεσία Ασύλου της χώρας μας παρεμπόδισε την αναχώρησή τους, και, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Δουβλίνου, η αναδοχή από την άλλη χώρα παύει να ισχύει εάν η μεταφορά δεν γίνει το αργότερο μέσα σε έξι μήνες