Ποιοί εκδότες και καναλάρχες εξέθρεψαν το φασισμό;

Ποιοι θέλουν ΑΟΖ; Ενεργειακά κοιτάσματα και Αγωγούς;

Φιλίες με τους Αμερικάνους και την Ελλάδα-Βάση ορμητήριο για τους βρώμικους πολέμους τους σε Αφρική και Μέση Ανατολή;

Εφοπλιστές καί επιχειρηματίες της ενεργειακής βιομηχανίας

Βαρδινογιάννης,Αλαφούζος,Μπόμπολας,Κυριακού
Ψυχάρης,Μαρινάκης-Αυτοί ελέγχουν ΟΛΑ τα κανάλια, τις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα!

prvto1 (1).jpg

Απόσπασμα από το ντοκιμαντέρ ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε. Δείτε το ολόκληρο εδώ

info-war.gr

ΔΕΝ ΠΟΛΕΜΑΜΕ-ΔΕΝ ΚΑΤΑΣΤΕΛΛΟΥΜΕ για την Ελληνική Ολιγαρχία-ΝΑΤΟ-ΕΕ

Επίκαιρο όσο ποτέ το κάλεσμα της ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ για ανάληψη δράσεων του αντιπολεμικού κινήματος

ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ

Διαβάστε σχετικά: Θέμος Αναστασιάδης ένας εμποράκος του φασισμού

Lefteria:

ΜΜΕ και Χρυσή Αυγή

Ο καθηγητής Γιώργος Πλειός έγραφε στην εφημερίδα Αυγή το Σεπτέμβρη του 2013

Μιλώντας για τη σχέση ΜΜΕ και Χρυσής Αυγής, η προσοχή μας στρέφεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ την έχουν προβάλλει ως τώρα.

Ωστόσο, το ζήτημα είναι εξαιρετικά πολύπλοκο. Προκειμένου να γίνει αυτό κατανοητό, πρέπει να διευκρινίσουμε τι εννοούμε με τον όρο «Χρυσή Αυγή» και τι με τον όρο «ΜΜΕ».

Η Χρυσή Αυγή είναι ένα πολυδιάστατο φαινόμενο, όμως στη σφαίρα της πολιτικής περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο πράγματα.

Πρώτον την πολιτική οργάνωση (κόμμα) Χρυσή Αυγή και δεύτερον τους υποστηρικτές και ψηφοφόρους της. Να τονίσω εδώ ότι από μια ευρύτερη πολιτική οπτική, οι υποστηρικτές και ψηφοφόροι της είναι πιο σημαντικό γεγονός από την οργάνωση, καθώς η τελευταία μπορεί να μεταλλαχθεί, όπως άλλωστε φαίνεται να σχεδίαζε ο «Furerprinz» και όπως δήλωσε δημόσια πριν τη σύλληψή του ένα από τα πρωτοπαλίκαρα της ναζιστικής «ηρωικής φρουράς», ο Ηλ. Παναγιώταρος. Αυτό που συνδέει τη Χρυσή Αυγή ως κόμμα με τη Χρυσή Αυγή ως πολιτικό φαινόμενο (τους οπαδούς της) είναι οι απόψεις τις οποίες εκπροσωπεί.

Είναι λ.χ. οι απόψεις για την οικονομία. Σ’ αυτές θα πρέπει να συμπεριλάβει κανείς την πρόταση για απόλυτο εθνικό – κρατικό έλεγχο της οικονομίας, την κατασταλτική αντιμετώπιση του ταξικού ανταγωνισμού και τη εθνική «συναδέλφωση» εργοδοτών και εργαζομένων, αλλά και την ασυλία των εφοπλιστών, το χρώμα του αίματος των εργαζομένων στις επιχειρήσεις, την άσκηση μιλιταριστικής εξωτερικής πολιτικής σχετικά με την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα, τη διαγραφή ιδιωτικών χρεών, τον ρόλο του Δημοσίου ως μοχλού και υποστηρικτή της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας κ.ά.

Είναι ακόμα οι απόψεις της για τους θεσμούς.

Όπως λ.χ. για τον στρατό (στράτευση στα 18, κατάργηση της εναλλακτικής θητείας, αυξημένη παρουσία του στρατού στη δημόσια ζωή, επαναφορά προνομίων για τους αξιωματικούς κ.ά.), τα ΜΜΕ (τα «τσοντοκάναλα» που τα θέλουν ως γραφεία Τύπου των κομμάτων και ιδίως της Χρυσής Αυγής), την εκκλησία («πατρίς, θρησκεία, οικογένεια»), την οικογένεια (η γυναίκα περιορισμένη στο σπίτι να ανατρέφει παιδιά) κ.λπ.

Είναι (κυρίως) οι απόψεις της για την πολιτική. Η απόρριψη της δημοκρατίας ως συνώνυμης με τη διαφθορά, την κρίση και την παρακμή, η καταγγελία όλων των βουλευτών ως «αλητών» και «κλεφτών», η επιθετική μιλιταριστική και μεγαλοϊδεατική εξωτερική πολιτική, η ακραία ρατσιστική στάση στο ζήτημα της μετανάστευσης κ.ά.

Τέλος, είναι ένα μεγάλο πλέγμα αξιών και κανόνων συμπεριφοράς που σφραγίζεται από το τη λογική διακρίσεων, των σχέσεων αίματος και της καταγωγής, τον απόλυτο εθνοκεντρισμό, τη ρομαντική εκθείαση του «ένδοξου παρελθόντος» που έρχεται από την αρχαιότητα και που υποτίθεται πως κατέστρεψαν οι πολιτικοί, τον αντισημιτισμό, τον αντιτουρκισμό, τον αντισλαβισμό, τη λογική του «κρεμμυδιού» προς κάθε Άλλον (δικοί μας, πιο δικοί μας, ακόμα πιο δικοί μας), μα πάνω απ’ όλα την άμεση και αδιάκριτη βία ως πρακτική επίλυσης των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων σύμφωνα με τις απόψεις τους.

Οι απόψεις αυτές, αν και αποτελούν τον πυρήνα της ιδεολογίας και του πολιτικού προγράμματος της Χρυσής Αυγής, δεν είναι άγνωστες.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό πως όσο πηγαίνουμε από τις πολιτικές προς τις πολιτιστικές αντιλήψεις της Χρυσής Αυγής, τόσο μεγαλώνει το ακροατήριο που τις συμμερίζεται. Πολλές από αυτές καλλιεργούνται για δεκαετίες στον δημόσιο λόγο από πολλούς φορείς. Από την εκκλησία, το σχολείο, τον στρατό, τα κόμματα εξουσίας, την οικογένεια, πολιτιστικούς φορείς και καλλιτέχνες και σε μεγάλο βαθμό από τα ΜΜΕ. Πολλά ΜΜΕ στα προγράμματά τους δεν βρίσκονται μακριά από τη Χρυσή Αυγή όταν αναφέρονται στην ΑΟΖ, στα «εθνικά θέματα», στην υφαλοκρηπίδα, ή στον ρόλο της εκκλησίας στη δημόσια ζωή και το σχολείο, τους μετανάστες κ.ά. Μάλιστα, συχνά κατά το παρελθόν προέβαλαν την αυτοδικία ως αποδεκτό τρόπο αντιμετώπισης της εγκληματικότητας, ιδιαίτερα όταν εφέροντο ως δράστες οι μετανάστες. Επιπλέον δε διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο στην καλλιέργεια ρατσιστικής φρενίτιδας από τη δεκαετία ’90 και μετά ή εθνικιστικού φανατισμού, τόσο σε περιόδους κρίσεων όσο και στο ενδιάμεσο αυτών.

Η κατάληξη πολλών ψηφοφόρων στη Χρυσή Αυγή είναι το πολιτικό επιστέγασμα αυτής της νοοτροπίας, που επιταχύνεται στο περιβάλλον της κρίσης, της ευθύνης του πολιτικού συστήματος για το ξέσπασμά της αλλά και την επιδείνωσή της με τη μνημονιακή πολιτική.

Συνεπώς, υπάρχουν και δύο τρόποι με τους οποίους τα ΜΜΕ υπέθαλψαν τη Χρυσή Αυγή.

Έμμεσα, με την προβολή των ιδεών που αποτελούν το πενταπόσταγμα της χρυσαυγίτικης ιδεολογίας και δεύτερον με την προβολή της ίδιας της Χρυσής Αυγής ως κόμματος. Στο πρώτο επίπεδο η μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ, ιδιαίτερα των ιδιωτικών, έδωσαν ρεσιτάλ. Στο δεύτερο όμως;

Μιλώντας για ΜΜΕ, θα πρέπει να κάνουμε ορισμένες διαφοροποιήσεις.

Τα ΜΜΕ κατά την τελευταία 15ετία έχουν αλλάξει σημαντικά. Υπάρχουν ΜΜΕ που υιοθετούν μια ορισμένη κομματική ή πολιτική λογική (σ’ αυτά ανήκουν και κρατικά, αν αναφερόμαστε στη ραδιοτηλεόραση) και συνεπώς εκφράζουν με πιο άμεσο τρόπο κομματικές (ή ευρύτερα πολιτικές) λογικές. Αυτά, είτε έχουν προβάλλει αρνητικά το κόμμα της Χρυσής Αυγής, αν και εκπροσωπούν διαφορετικές πολιτικές ιδεολογίες (εξαίρεση αποτελεί κατά το παρελθόν η κρατική ραδιοτηλεόραση που είχε πιο «ισορροπημένη στάση»), είτε διθυραμβικά αν πρόκειται για μέσα που ελέγχονται από τη Χρυσή Αυγή. Στα πρώτα έχουν καταγγελθεί πλείστες φορές η εγκληματική της δράση και η ναζιστική της φύση, ενώ τα δεύτερα έχουν αναλάβει την ιδιόκτητη προπαγάνδα της (καθώς υπάρχουν και εξωτερικοί εθελοντές, όπως θα δούμε πιο κάτω).

Τα υπόλοιπα ΜΜΕ είναι επιχειρήσεις και μπορούν να διακριθούν α) σε πολιτικά, που κατά κανόνα ανήκουν σε αυτό που αποκαλούμε διαπλοκή και β) κίτρινα, τα οποία είτε διαπλέκονται είτε όχι ποντάρουν στον κιτρινισμό, τις προσωπικές ιστορίες, την πρόκληση, το lifestyle κ.λπ. Σε ό,τι αφορά τα πρώτα, αυτά κατά κανόνα ακολουθούν την πολιτική της διαπλοκής και ιδιαίτερα του κόμματος ή των κομμάτων εξουσίας. Με κάποιες εξαιρέσεις, τα μέσα αυτά δεν έχουν προβάλλει θετικά τη Χρυσή Αυγή ως πολιτικό κόμμα. Αντίθετα, κάποιες φορές, κυρίως με πρωτοβουλία και επιμονή των δημοσιογράφων που εργάζονται σε αυτά, έχουν φιλοξενήσει ρεπορτάζ που ασκούν κριτική ή αποκαλύπτουν πτυχές της δράσης της Χρυσής Αυγής.

Η ευθύνη τους όμως είναι μεγάλη, γιατί συχνά περιθωριοποίησαν στη θεματολογία τους τη Χρυσή Αυγή και τις πράξεις βίας στις οποίες έχει προβεί κατά το παρελθόν ή γιατί απολιτικοποίησαν αυτές τις πράξεις και τη δράση της Χρυσής Αυγής ή γιατί στάθηκαν στα δραματικά στοιχεία των επιμέρους πράξεων βίας, αφαιρώντας από αυτές το πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο και πρόταγμα της Χρυσής Αυγής, ίσως τρομαγμένα πολλές φορές, ανακαλύπτοντας πως έχουν τις ίδιες απόψεις με τη Χρυσή Αυγή σε πλείστα ζητήματα.

Δεν έκαναν όμως το ίδιο και με την ιδεολογία της Χρυσής Αυγής. Αυτή συχνά-πυκνά αποτελεί το μότο της εξωτερικής, εκπαιδευτικής, θρησκευτικής κ.λπ. πολιτικής την οποία υποστηρίζουν τα πολιτικά και διαπλεκόμενα ΜΜΕ – επιχειρήσεις, οπότε ξαναγυρνάμε σε όσα είπαμε πιο πάνω.

Σε ό,τι όμως αφορά τη δεύτερη κατηγορία ΜΜΕ, δηλαδή τα κίτρινα εμπορικά (που, σημειωτέον, έχουν και μεγάλη απήχηση στο κοινό, ή πολλές φορές ορίζουν την ατζέντα) αυτά προβάλλουν όχι μόνο τις απόψεις της Χρυσής Αυγής, αλλά και το κόμμα της Χρυσής Αυγής, και μάλιστα με τον γνωστό και αγαπημένο σ’ αυτά τρόπο, το lifestyle και τις προσωπικές ιστορίες (τις ιστορίες, τις σχέσεις, τις διαδρομές ζωής και τις περιπέτειες των στελεχών της). Δεκάδες σχετικών αναλύσεων έχουν δει το φως της δημοσιότητας μετά τη δολοφονία του Φύσσα, αλλά καμιά σημαντική απολογία ή απόκριση εκ μέρους τους δεν ακούστηκε μέχρι σήμερα.

Λέγοντας όλα αυτά, θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει:

«Καλά όλα αυτά, τα ΜΜΕ έτσι στάθηκαν απέναντι στη Χρυσή Αυγή, αλλά γιατί να έχουν ευθύνη που πολλοί κατέληξαν να αποτελούν μέρος της Χρυσής Αυγής ως μέλη της ή έστω ως ψηφοφόροι της;». Η απάντηση είναι σύνθετη και θα προσπαθήσω να την αναπτύξω απλά. Με την αμερικανοποίηση της πολιτικής επικοινωνίας και την πολιτική αδιαφορία από τη μία, και την ιδιωτικοποίηση της κατανάλωσης και το lifestyle από την άλλη, που άρχισαν να κορυφώνονται τη δεκαετία ’90, η πληροφόρηση και ο σχηματισμός γνώμης συντελείται κυρίως διά των ΜΜΕ, ακόμα κι αν το κοινό είναι δύσπιστο προς αυτά. Σαφή ένδειξη γι’ αυτό αποτελούν τα τεράστια κεφάλαια που δαπανώνται σε προεκλογικές περιόδους ή δια της διαπλοκής κατά το, και στο ενδιάμεσο των εκλογικών αναμετρήσεων. Στο περιβάλλον της ραγδαίας κρίσης τα στερεότυπα αυτής της πληροφόρησης γίνονται τα κριτήρια με τα οποία το κοινό αντιλαμβάνεται την κρίση, τους υπεύθυνους και την αντιμετώπισή της.

Το απολιτικό κοινό αναπαράγει πιο εύκολα αυτά τα στερεότυπα, καθώς τα έχει καταπιεί αμάσητα. Το πιο πιθανό είναι ότι μεγάλο τμήμα των οπαδών και μελών της Χρυσής Αυγής είναι πρώην πολιτικά αδιάφοροι, αλλά ποτισμένοι με τον ρατσισμό και τον εθνικισμό των προηγούμενων δεκαετιών και τη νομιμοποίηση που παρείχαν τα διάφοροι φορείς δια των ΜΜΕ, αλλά και τα ίδια τα ΜΜΕ.

Αυτά τα ΜΜΕ που συνέβαλαν να τραφεί και να μεγαλώσει το τέρας του φασισμού στην Ελλάδα (εννοείται, δεν θίγεται εδώ ο ρόλος αστυνομικών, μυστικών υπηρεσιών, κομμάτων εξουσίας κ.λπ. που είναι πολύπλευρος και πολύπλοκος) πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους λόγω και έργω, να κάνουν σοβαρή αναθεώρηση του τρόπου λειτουργίας τους για να καθαρίσουν, όσο γίνεται, από πάνω τους τον λεκέ εκείνου που υπέθαλψε τη Χρυσή Αυγή. Ωστόσο, δεν αρκεί να περιμένει κάποιος κάτι τέτοιο να το κάνουν μόνα τους.

Αν χρειαστεί, είναι απαραίτητη και η θεσμική στάση των θεσμικών οργάνων της δημοσιογραφίας και της πολιτείας.

 

 

Advertisements