10 Ιούλη 1984 πεθαίνει κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες ο Θ.Βερνάρδος

Στης 16 Νοεμβρίου του 1973 η Αθήνα έχει αναστατωθεί.

Χιλιάδες λαού κατεβαίνουν στο Πολυτεχνείο ενώ η αστυνομία προσπαθεί να αντιμετωπίσει την πρωτοφανή εξέγερση.Μέσα σε αυτό το πολεμικό κλίμα ένας νέος άντρας πραγματοποιεί με επιτυχία την πρώτη ένοπλη ληστεία τράπεζας στην ιστορία της Ελλάδας.Ήταν ο Θεόδωρος Βενάρδος ο οποίος εισέβαλε στην εθνική τράπεζα.

Ο Βενάρδος μπαίνει στην τράπεζα στις εννέα το πρωί,φορώντας μαύρο παλτό και μαύρο καπέλο.Κατευθύνεται αμέσως προς τον διευθυντή και του δείχνει την κοντόκαννη καραμπίνα που κρύβει κάτω από το παλτό του.

Ληστεία! Μην κινηθεί κανένας και δεν θα πάθετε τίποτα.Τα λεφτά γρήγορα!

Ένας πελάτης σκουντά κατά λάθος τον ληστή.Αυτός τον τραβάει αστραπιαία από την γραβάτα και τον πετάει στο πάτωμα.Λέει στους υπαλλήλους και στον κόσμο που βρίσκεται μέσα να γυρίσουν προς τον τοίχο.Αυτοί το κάνουν αμέσως.Ο ληστής πετάει μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών και δίνει εντολή να την γεμίσουν.Σε λίγα λεπτά η ληστεία έχει ολοκληρωθεί και ο Θεόδωρος Βενάρδος βγαίνει παίρνοντας μαζί του 2.375.000 δραχμές,ποσό τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής εκείνης.Ο Βερνάρδος εξαφανίζεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα,μπαίνει στην κόκκινη Τζάγκουρ βγάζει φλας και εξαφανίζεται στους δρόμους της Αθήνας.

Την δεκαετία του ’70 κυκλοφορούσαν ελάχιστα αυτοκίνητα και σίγουρα μια κατά κόκκινη Τζάγκουρ δεν ήταν το διακριτικότερο όχημα για να διαφύγει.Τελικά ένα περιπολικό εντόπισε τυχαία το αυτοκίνητο του Βενάρδου και άρχισε να το καταδιώκει…

Το κυνηγητό έγινε για << την τιμή των όπλων >>,καθώς το σαραβαλάκι της αστυνομίας δεν μπορούσε να καταδιώξει την υπερσύγχρονη Τζάγκουρ.

<<Άφαντος ο μασκοφόρος με τα 2,5 εκατομμύρια>>, << Άφαντος ο ωραίος ληστής με το ράσο>>,είναι κάποιοι από τους τίτλους των εφημερίδων.Πρόκειται για μοναδικό φαινόμενο αφού οι μάρτυρες διέκριναν ότι ο άντρας,αν και φορούσε μάσκα,ήταν ωραίος.Η είδηση της πρωτοφανούς ληστείας δεν πήρε μεγάλες διαστάσεις,καθώς την επόμενη μέρα ο σφυγμός της Ελλάδας θα χτυπούσε στο πολυτεχνείο.

Η αστυνομία όμως είχε αναστατωθεί για τα καλά.Ληστεία και με την απειλή του όπλου δεν ήταν κάτι που η χούντα μπορούσε να ανεχτεί.

Η διάλυση των φοιτητών ήταν θέμα χρόνου και η σύλληψη του ληστή θέμα τιμής.
Οι αστυνομικοί έφτασαν γρήγορα στα ίχνη του ληστή.Ο Βενάρδος δεν ήταν επαγγελματίας ληστής και δεν τηρούσε κανένα κανόνα συνωμοτικότητας,σκορπούσε τα κλεμμένα χρήματα όχι μόνο για λογαριασμό του αλλά και για να βοηθήσει γνωστούς και φίλους.Έτσι τον κατέδωσαν και γρήγορα βρέθηκε στις φυλακές του κορυδαλλού.

Από την πρώτη στιγμή που μπήκε στην φυλακή σχεδίαζε την απόδραση του.Παρατηρούσε κάθε κίνηση των φρουρών και έμαθε όλες τους τις συνήθειες.

Το σχέδιο δράσης του ήταν απλό:

Την ώρα που οι κρατούμενοι θα έπαιζαν ποδόσφαιρο στο προαύλιο ένας από αυτούς,κατόπιν συνεννόησης,θα πέταγε την μπάλα έξω από τον περιφραγμένο χώρο.Όταν συνέβαινε αυτό ο φρουρός κατέβαινε από το παρατηρητήριο του και έπιανε την μπάλα επιστρέφοντας την.Έτσι κι έγινε.Μόλις ο φρουρός κατέβηκε και έχασε το οπτικό του πεδίο στο προαύλιο,ο Βενάρδος σκαρφάλωσε στα κάγκελα του εσωτερικού προαυλίου,πήδηξε τον μαντρότοιχο και έφτασε στον τοίχο της εξωτερικής περιμέτρου,όπου βρήκε την πόρτα ανοιχτή και έφυγε.Είχε περάσει δύο μήνες στην φυλακή και χρειάστηκε μόλις δύο λεπτά για να αποδράσει.

Οι φύλακες κατάλαβαν τι έγινε από τα δυνατά χειροκροτήματα των εκατό περίπου φυλακισμένων που φώναζαν:<< Μπράβο,Βενάρδε!>>

Ο Βενάρδος εξαφανίστηκε από τον χώρο της φυλακής μέσα σε ελάχιστα λεπτά

Τα σενάρια ήταν πολλά.Πολλοί είπαν ότι μπήκε σε ένα λεωφορείο,άλλοι ότι χρησιμοποίησε μοτοποδήλατο, ενώ ένα τρίτο ότι επιβιβάστηκε σε ένα κόκκινο Φολκς Βάγκεν.Τέλος το τέταρτο σενάριο ήθελε απλός να τρέχει και να χάθηκε στο πλήθος.Όποια κι αν ήταν τα σενάρια το σίγουρο ήταν ότι δεν είχε σκοπό να επαναπαυθεί.Ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει τις ληστείες,αλλά και η αστυνομία ήταν αποφασισμένη να τον συλλάβει.Ήταν ένας παρορμητικός ληστής και ένας ονειροπόλος δραπέτης,αλλά στην πραγματικότητα ήταν εύκολος στόχος.

Μετά την απόδραση του προετοίμασε τη δεύτερη ληστεία της πολυτάραχης << καριέρας του >>.Επέλεξε την Εθνική Τράπεζα για να κάνει την << ανάληψη>>του.Ο Βενάρδος περνάει την πόρτα της Εθνικής Τράπεζας.Τώρα φοράει ολόσωμη φόρμα και καπέλο,κάτω από την οποία κρύβει το όπλο του,καραμπίνα με κομμένη την κάννη.Πλησιάζει γρήγορα τον διευθυντή και για δεύτερη φορά στην ζωή του λέει την γνωστή φράση:<< Ληστεία,δώστε μου τα λεφτά!>> Ένας από τους δύο πελάτες που βρίσκονταν εκείνη την ώρα μέσα προσπάθησε να το σκάσει. οΟταμίας παραδίδει στον Βενάρδο 555.000 δραχμές.

 

Ο Βενάρδος λέει << ευχαριστώ >> και προσφέρει την ανθοδέσμη στις κυρίες της τράπεζας.

Μετά εξαφανίζεται με το αυτοκίνητό του μάρκας Ρόβερ.Η γνωστή αδυναμία του Βενάρδου για τα δυνατά αυτοκίνητα δεν είχε εξαλειφθεί,αλλά αυτήν την φορά τα είχε υπολογίσει όλα εκτός από την αυταπάρνηση των τραπεζικών υπαλλήλων οι οποίοι άρχισαν να τον καταδιώκουν.

Ένας υπάλληλος κατάφερε να ανέβει στην οροφή του αυτοκινήτου και άρχισε να την χτυπάει,ενώ προσπαθούσε με κλοτσιές να σπάσει το τζάμι.Ο διευθυντής μπήκε γρήγορα στο δικό του αυτοκίνητο και προσπάθησε να του κλείσει τον δρόμο.Έστω κι έτσι όμως ο Βενάρδος ξέφυγε….

Είχε καταφέρει να διαπράξει την δεύτερη ληστεία σε τράπεζα.

Την επόμενη μέρα οι συντάκτες του ημερήσιου τύπου φαίνονταν σίγουροι για την ταυτότητα του ληστή.Οι φωτορεπόρτερ είχαν ήδη απαθανατίσει τον αστυνομικό που μετέφερε στα εγκληματολογικά εργαστήρια την ανθοδέσμη που χρησιμοποίησε ο ληστής για να κρύψει την καραμπίνα.Προφανώς το όργανο της τάξεως είπε ότι επρόκειτο για γλαδιόλες και οι αρχισυντάκτες,που έψαχναν για έναν μυθιστορηματικό τίτλο,τον βρήκαν:

Ο Θεόδωρος Βενάρδος ήταν πλέον << ο ληστής με τις γλαδιόλες>>.

Ο Βενάρδος είχε επικηρυχθεί από την Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών για 200.000 δραχμές «διά την αποτελεσματικήν κατάδοσιν εις τα Αρχάς» και για 300.000 δραχμές για την σύλληψη του.Ο Βενάρδος φαίνεται να το απόλαυσε πολύ,καθώς η φωτογραφία του βρισκόταν σε όλα τα κεντρικά σημεία και στις πύλες εξόδου της χώρας.Τα πρώτα σχόλια ήταν απρόσμενα,καθώς ο γυναικείος πληθυσμός σχολίαζε το πόσο όμορφος ήταν ο << ληστής με τις γλαδιόλες>>.Έτσι η αστυνομία θεώρησε χρήσιμο να διευκρινίσει ότι ο Βενάρδος έχει επικηρυχθεί και ότι θα ισχύσουν ποινές για όποιον του δώσει άσυλο.Ο Βενάρδος αυτήν την φορά αιφνιδιάστηκε όταν η αστυνομία όχι μόνο παρακολουθούσε το σπίτι του αλλά είχε φυλακίσει και την όμορφη αδερφή του Αννίτα,η οποία έκανε καριέρα τραγουδίστριας.

Αυτό δεν το περίμενε με τίποτα.

Πίστευε ότι οι πράξεις του θα είχαν συνέπειες μόνο για τον ίδιο και όχι για την οικογένειά του. Απρόβλεπτος για άλλη μια φορά ,αποφασίζει να διαμαρτυρηθεί μέσω του τύπου. Στης 20 Μαΐου του 1974 Ο δημοσιογράφος των Νέων Κώστας Καββαθάς όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του,είδε να στέκεται μπροστά του ένας ψηλός άντρας,που κρατούσε μια εφημερίδα,μέσα στην οποία είχε τυλίξει μια καραμπίνα και τον απειλούσε.Ο Βενάρδος είχε μία επιστολή που ήθελε να δημοσιευτεί,πιστεύοντας ότι θα πιέσει την αστυνομία να αφήσει ελεύθερη την αδερφή του. Στην επιστολή του έγραφε ότι δίνει ολιγοήμερη διορία στην αστυνομία να αφήσει την αδερφή του,αλλιώς θα έπραττε τα << δέοντα που γνωρίζουν οι αξιωματικοί της αστυνομίας>>.

Ζητούσε ακόμα μα του δοθεί αμνηστία και να απελαθεί σε κάποια χώρα της Λατινικής Αμερικής.Η επιστολή του δημοσιεύτηκε,αλλά ο δημοσιογράφος συνελήφθη από την αστυνομία και << φιλοξενήθηκε>> δεκαπέντε μέρες στην Ασφάλεια με την κατηγορία της << υπόθαλψης εγκληματία>> .

Λίγες μέρες πριν είχε κλέψει ένα Φίατ 125,που όπως αποδείχθηκε ανήκε στον πρώην ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού Νίκο Σιδέρη.

Αφού το χρησιμοποίησε για δυόμισι μέρες το εγκατέλειψε στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.Όπως φάνηκε στόχος του δεν ήταν το μεταφορικό μέσω αλλά η ταυτότητα που είχε ξεχάσει ο Σιδέρης μέσα στο αυτοκίνητο.Ήθελε να την χρησιμοποιήσει για να διαφύγει στο εξωτερικό.Επιβιβάστηκε σε ένα Νορβηγικό πλοίο λαθραία και ταξίδεψε μέχρι την Αμερική.Φτάνοντας στις ΗΠΑ εμφανίστηκε με την κλεμμένη ταυτότητα σαν Νίκος Σιδέρης,αγνοώντας όμως ότι για να γίνει κάποιος δεκτός ως μετανάστης στις Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να διαθέτει διαβατήριο,βίζα και να περάσει από ιατρικές εξετάσεις στην Υπηρεσία Μετανάστευσης.Οι αμερικανικές αρχές έκαναν πακέτο τον λαθρεπιβάτη και τον έστειλαν στην Ελλάδα συστημένο. Ωστόσο η Ελληνική αστυνομία δεν τον περίμενε στο αεροδρόμιο,καθώς τότε δεν υπήρχε σύστημα ηλεκτρονικής διασταύρωσης στοιχείων επιβατών και διακρατική συνεργασία.

Ο Βενάρδος επέστρεψε αεροπορικώς με την << Ολυμπιακή>>

Ντυμένος κομψά,φορούσε σακάκι με χρυσά κουμπιά,κρατούσε μια πανάκριβη ταξιδιωτική τσαντα,μίλαγε πολύ ευγενικά και όταν επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο άρχισε να χαρίζει κολόνιες στις αεροσυνοδούς αφού πρώτα είχε φροντίζει να κάνει τα ψώνια του στα duty free.Τα μέλη του πληρώματος δεν τον αναγνώρισαν. Όταν προσγειώθηκε στην Αθήνα προσπάθησε πάλι να χρησιμοποιήσει την κλεμμένη ταυτότητα αλλά έπαιξε και έχασε. Η ανακοίνωση της γενικής Ασφάλειας Αθηνών δεν μας διαφωτίζει για το πως ακριβώς εντοπίστηκε. Κάποιοι υποστήριζαν ότι ο Βενάρδος ήθελε να περάσει λαθραία τσιγάρα και ότι τον αναγνώρισε ο αστυνομικός και άλλοι ότι μια κοπέλα που γνώριζε τον Σιδέρη φώναξε ότι δεν ήταν ο ποδοσφαιριστής. Για άλλη μια φορά ασήμαντες λεπτομέρειες λειτουργούσαν ώστε να φουντώνει η συζήτηση γύρο από το όνομα του και να διογκώνεται ο μύθος του.

Η δίκη του Βερνάδου ορίστηκε για 21η Απριλίου του 1974,αλλά αρνήθηκε να προσαχθεί στο δικαστήριο.

Δήλωσε ότι μια τέτοια ημερομηνία θα πρέπει να κάθονται στο σκαμνί οι πραξικοπηματίες. Απείλησε μάλιστα ότι θα αυτοτραυματιστεί. Τελικά ύστερα από πέντε αναβολές η δίκη του έγινε,δήλωσε στο δικαστήριο ότι:<< Αρνούμαι να απολογηθώ γιατί οι πράξεις μου ήταν πολιτικές και αποσκοπούσαν στην ανατροπή της χούντας >> . Ο επόμενος σταθμός του ληστή θα ήταν πάλι η φυλακή ,όμως τώρα δεν είχε καμία πιθανότητα να αποδράσει.

Όταν ο Βερνάδος βρέθηκε για δεύτερη φορά στην φυλακή,μεταφέρθηκε στην πτέρυγα με τους Ρωχάμη,Κοεμτζή,Μπέσκο. Η συμβίωση του με τους υπόλοιπους κρατούμενους δεν ήταν καθόλου εύκολη και κατέληξε να είναι μαρτυρική. Ο σκληρός κόσμος της φυλακής και η χυδαιότητα ορισμένων κρατουμένων του έκαναν τον βίο αβίωτο. Οι άγραφοι νόμοι του κορυδαλλού εφαρμόστηκαν στο νεανικό του κορμί αμείλικτα.».

Συγχρόνως περιορίστηκε η σωματική και η ψυχολογική βία που ασκούσαν κάποιοι από τους κρατούμενους,αλλά δεν μπορούσε να ζει άλλο μέσα στην φυλακή.

Βλέποντας ότι δεν μπορούσε να δραπετεύσει,προσπάθησε να μεταφερθεί σε νοσοκομείο των φυλακών. Έτσι άρχισε να αυτοτραυματίζεται,καταπίνοντας ξυραφάκια,καρφιά,θερμόμετρα,καλώδια,γυαλιά,αναπτήρες,κουταλιά,μπαταρίες και αντικείμενα με τοξικές ουσίες. Υποβλήθηκε πέντε φορές σε εγχείρηση ,δύο στο στομάχι και τρεις στην κοιλιά. Οι κρατούντες πίστευαν ότι αυτά ήταν γνωστά κόλπα των φυλακισμένων και δεν συγκινούνταν. Λίγο αργότερα ο Βερνάδος θα μεταφερθεί ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο. Πριν διακόψει την εικοσιπενταήμερη απεργία πείνας έφτασε στο σημείο να καταπιεί κουταλάκια και λαμπτήρες φωτισμού για να μειώσει την πολυετή ποινή του. Τελικά πέτυχε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο όπου προσπάθησε και πάλι να δραπετεύσει,αλλά ο αστυφύλακας που τον φρουρούσε τον πυροβόλησε δύο φορές και τον τραυμάτισε.

Κάτω από άθλιες συνθήκες κράτησης πέρασε δέκα χρόνια στην φυλακή.

Όταν απέκτησε το νομικό δικαίωμα κατέθεσε την προβλεπόμενη αίτηση χάριτος,αλλά ο υπουργός Δικαιοσύνης απέρριψε το αίτημα του ,όπως άλλωστε έπραξε και ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ο Βερνάδος δεν είχε καμία ελπίδα αποφυλάκισης. Έτσι κατέφυγε σε μια ακραία επιλογή . Έραψε το στόμα του και τα αυτιά του με κλωστή και βελόνα. Τα μόνα όμως δάκρυα γι’αυτόν ήταν της αδερφής του και της μάνας του. Τους έστελνε επιστολές με ποιήματα του Καβάφη και του Καρυωτάκη. Κάποιες ήταν γραμμένες με το αίμα από τις κομμένες φλέβες του.

Οι δικαστές τον στέλνουν στις σκληρές φυλακές της Κέρκυρας,στο πιο απάνθρωπο σωφρονιστήριο της χώρας,όπου οι νόμοι και τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν έχουν καμία αξία.

Στην Κέρκυρα τον ξύρισαν,τον ξυλοκόπησαν άγρια και τον υπέβαλαν στο <<μαρτύριο του σταυρού>>. Μετά την << ειδική περιποίηση>> ο Βερνάδος υποβάλει νέα αίτηση για να εισαχθεί σε ψυχιατρείο. Η διοίκηση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου δεν τον αποδέχεται ως ασθενή,προβάλλοντας το επιχείρημα ότι υπάρχει φόβος απόδρασης.

 Απελπισμένος ο Βερνάδος φωνάζει σε κατάσταση απόγνωσης :<< Μάνα,ούτε στο τρελάδικο δεν με θέλουν!>>

Τελικά με παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης μεταφέρεται από την Κέρκυρα στο ψυχιατρείο των φυλακών του κορυδαλλού. Εκεί δύο νοσηλευόμενοι προσπαθούν να τον σκοτώσουν. Έτσι μεταφέρεται σε πτέρυγα των δικαστικών φυλακών. Για μια ακόμα φορά υποβάλλει αίτηση για νοσηλεία. Είναι η πέμπτη φορά. Συνυποβάλλει εξήντα δύο γνωματεύσεις ψυχιάτρων,που πιστοποιούν ότι είναι ψυχοπαθητικό άτομο,με αυτοκαταστροφικές τάσεις,ενώ δύο ιατροδικαστές καταθέτουν ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να αυτοκτονήσει.

Ο δημοσιογράφος Φρέντυ Γερμανός επισκέπτεται τον Βερνάρδο με ειδική άδεια. Ένας δεσμοφύλακας του λέει με περιφρόνηση :

<< Πρόσεξε,παίζει θέατρο >>. Ο Βερνάδος τον άκουσε και είπε στον δημοσιογράφο:<< Όλοι έτσι νομίζουν,ότι παιζω θέατρο.Που θα πάει όμως,κάποτε θα πετύχω…>> Και πέτυχε.Στης 10 Ιουλίου 1984.Η ηλικία του ήταν μόλις τριάντα πέντε χρόνων. Είχε καταθέσει δύο αιτήσεις χάριτος και είχε κάνει δεκαπέντε απόπειρες αυτοκτονίας.Η δέκατη έκτη ήταν η τελευταία.Ο δεσμοφύλακας τον βρήκε κρεμασμένο με σεντόνι στο κελί του στον Κορυδαλλό.(οι «αυτοκτονίες» αντικαθεστωτικών κρατουμένων δέν πείθουν….)

Η δικηγόρος του αποκάλυψε ότι της είχε δώσει επιστολή στην οποία ισχυριζόταν ότι τον παρακολουθούσαν και τον ωθούσαν πιεστικά στην αυτοκτονία.

Αντίθετα ένας συγκρατούμενός του ισχυρίστηκε ότι τον δολοφόνησαν,επειδή ήθελε να αποκαλύψει ότι έμπαιναν ναρκωτικά στις φυλακές. Όμως το πόρισμα του ιατροδικαστή ήταν ξεκάθαρο:αυτοκτονία.

Τον αποκαλούσαν ήρωα που αντιστάθηκε στην εξουσία.

Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη σε έναν ναό κατάμεστο από ανθρώπους που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τον Βερνάδο. Δέθηκαν μαζί του μέσα από τα εκατοντάδες δημοσιεύματα που κατά καιρούς του αφιέρωναν οι εφημερίδες. Στο νεκροταφείο ένα στεφάνι ξεχώριζε ανάμεσα στα αλλά:<< Στον αγαπημένο μας Θεόδωρο.Τα αήττητα παιδιά της 17 Νοέμβρη>>. Ποτέ όμως δεν αποδείχτηκε ότι αποστολέας ήταν η  οργάνωση,αν και εκείνες τις μέρες ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης κατήγγειλε ότι δεχόταν απειλές από την 17 Νοέμβρη επειδή τον θεωρούσαν υπεύθυνο για τον θάνατο του Βερνάδου.

Αυτός ήταν ο επίλογος του ανθρώπου που έκανε τις πρώτες ένοπλες ληστείες στην Ελλάδα,που δραπέτευσε με κινηματογραφικό τρόπο από τις φυλακές,που χρεώθηκε και καταδικάστηκε για ογδόντα πέντε ληστείες,διαρρήξεις,ένοπλες επιθέσεις και κλοπές.(Τίς οποίες αναγκάστηκε να ομολογήσει μετά από φρικτά βασανιστήρια .)

Το λεγόμενο σωφρονιστικό σύστημα και η δικαιοσύνη στάθηκαν με εκδικητικότητα απέναντι σε έναν άνθρωπο που είχε απόλυτη ανάγκη νοσηλείας και ψυχιατρικής βοήθειας. Το σύστημα τον εξόντωσε. Πρώτα τον ταπείνωσε και μετά τον άφησε να πεθάνει. Δικαιολογημένα οι διευθυντές των ψυχιατρείων φοβούνταν ότι θα αποδράσει και μετά θα βρίσκονταν αυτοί κατηγορούμενοι. Οι δεσμοφύλακες δεν ήταν εκπαιδευμένοι να αντιμετωπίσουν τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του.

Ο Βερνάδος έμεινε στην φυλακή περισσότερα χρόνια από πολλούς δολοφόνους, που είχαν αφαιρέσει ζωές και οι πράξεις του δεν δικαιολογούσαν τη βαναυσότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε.

Η δημοκρατία δεν τον αντιμετώπισε σε τίποτα πιο δίκαια από την χούντα.

Ο θάνατος του Βερνάδου έγινε αφορμή για πολλούς επιστήμονες και ειδικούς,οι οποίοι απαίτησαν να γίνουν αλλαγές στο δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα.Και πράγματι πολλές απο τις αλλαγές που έγιναν οφείλονται στην «αυτοκτονία» του Βερνάρδου και στην κοινωνική κατακραυγή που προκάλεσε. Δυστυχώς ο << ληστής με τις γλαδιόλες>> δεν έμαθε ποτέ ότι αντιστάθηκε στην χούντα αλλά καί σε ένα αδιάφορο και μεσαιωνικό σωφρονιστικό σύστημα.

Από Μηχανή του χρόνου