“Δολοφονήθηκε στην ερημιά της εξορίας…”

“Δολοφονήθηκε στην ερημιά της εξορίας…”: O θάνατος το 1932 του εξόριστου Παν. Καραντεμίρη στη Γαύδο, το “νησί του θανάτου

Ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό, αλλά ένας από τους πρώτους νεκρούς – θύματα της εφαρμογής του “Ιδιώνυμου” το 1929 [1], ήταν ο εξόριστος Παναγιώτης Καραντεμίρης [2]. Ο Μυτιληνιός αγωνιστής, εξασθενημένος από την πείνα και τις κακουχίες, χτυπημένος από τις αρρώστιες και τον πυρετό, άφησε την τελευταία του πνοή το Σάββατο, 20 Αυγούστου του 1932 στο μεσαιωνικό μπουντρούμι [3] των Σφακίων, που ούτε κτήνη δεν θα μπορούσαν να ζήσουν…

Ο Παν. Καραντεμίρης ήταν από το 1931 εκτοπισμένος στη Γαύδο, σ’ αυτό το έρημο, ορεινό και άγονο νησί, όπου σπάνιζαν οι άνθρωποι, τα δέντρα και τα ζα [4], σ’ αυτό το ξερονήσι που παρήγαγε μόνο θανατηφόρους σκορπιούς, σ’ έναν τόπο θανάτου για τους εξόριστους αγωνιστές

Η περίπτωση της δολοφονίας του δεν ήταν, φυσικά, η μόνη εκδήλωση ωμής βίας που σημειώθηκε το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1930 στην Ελλάδα εναντίον του ανερχόμενου -τότε- εργατικού και επαναστατικού κινήματος. Αντίθετα ήταν εκατοντάδες οι περιπτώσεις εργατών, νεολαίων, επαγγελματιών και βιοτεχνών, φτωχών αγροτών και διανοουμένων που συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, βασανίστηκαν, τραυματίστηκαν ή δολοφονήθηκαν ακόμα από τις δυνάμεις της κρατικής καταστολής και τις παρακρατικές-φασιστικές συμμορίες. Αποκορύφωμα, βέβαια, σ’ αυτόν τον αντιδραστικό παροξυσμό αποτέλεσε η αιματηρή καταστολή της πανεργατικής απεργίας στη Θεσσαλονίκη, όταν στις 9 Μαΐου του 1936 οι αποχαλινωμένες αστυνομικές ορδές εκτέλεσαν εν ψυχρώ και βάσει σχεδίου 9 άοπλους εργάτες και τραυμάτισαν εκατοντάδες άλλους με εντολή του τότε πρωθυπουργού Ι. Μεταξά. Αυτά τα επεισόδια αποτέλεσαν, άλλωστε, και το πρόσχημα για την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου [5

Κλείνοντας αυτήν την παρένθεση από το κύριο θέμα αυτού του άρθρου και ξαναπιάνοντας το νήμα της ιστορικής αφηγήσης, θα προσπαθήσουμε στη συνέχεια μέσα από ντοκουμέντα να δούμε ποιά ήταν η κατάσταση στους τόπους εξορίας και ιδιαίτερα στη Γαύδο στις αρχές της δεκαετίας του ’30, ώστε να σχηματίσει ο αναγνώστης μια εικόνα για το πώς οδηγήθηκε ο Καραντεμίρης στον θάνατο και γιατί οι σύντροφοί του έκαναν λόγο για προσχεδιασμένη δολοφονία στην ερημιά της εξορίας…

Γαύδος, το “νησί του θανάτου”

Η Γαύδος βρίσκεται 26 ναυτικά μίλια νότια της Χώρας Σφακίων στην Περιφέρεια Κρήτης. Έχει έκταση 27 τ. χλμ. και πρόκειται για το νοτιότερο άκρο της Ελλάδας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης. Δίκαια στον Μεσοπόλεμο είχε τη φήμη πως ήταν το «νησί του θανάτου» [6], αφού εκεί λειτούργησε, από το 1929 έως το 1941, η πιο σκληρή εκτόπιση [7].

Σε κανένα άλλο νησί η απομόνωση από τον έξω κόσμο δεν ήταν τόσο ολοκληρωτική. Η έλλειψη τροφής και η απουσία μιας στοιχειώδους υγειονομικής υποδομής συνέθεταν το αποτύπωμα της κρατικής βαρβαρότητας που άφηνε τραχιά τα σημάδια της πάνω στα σώματα των εκτοπισμένων, οι οποίοι με την εφαρμογή του «ιδιώνυμου» το 1929 [8] άρχισαν να πληθαίνουν.

Το μεγάλο πρόβλημα των εξόριστων στη Γαύδο ήταν κυριολεκτικά η εξασφάλιση της φυσικής τους συντήρησης. Το κράτος τους έδινε (το 1933) ημερήσιο επίδομα 10 δραχμών, που δεν αρκούσε ούτε για την εξασφάλιση τροφής, πολύ περισσότερο για στέγαση και ρουχισμό. Επιπλέον το άγονο και αραιοκατοικημένο νησί δεν προσέφερε καμιά δυνατότητα εργασίας [10].
Τα χόρτα ήταν η κύρια τροφή. Πέντε φορές τη βδομάδα με τρία δράμια [11] λάδι, δύο φορές 18 δράμια όσπρια και κριθαρόψωμο, που συμπληρωνόταν με κεδρόκουκα, που ’χουν μια ξυλώδη ουσία ξινή και μυρουδιά ρετσινιού.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Επίσης, οι εξόριστοι, εάν τους έδινε την άδεια η χωροφυλακή, δούλευαν στα λιγοστά κτήματα των ντόπιων και η αμοιβή τους ήταν λίγο κριθάρι, που άλεθαν στο χειρόμυλο που οι ίδιοι είχαν φτιάξει [12]. Το αλεύρι απ’ αυτό το δημητριακό «που γίνεται το σανό [13] για τα άλογα», -είπε στον Μπέρτ Μπερτς ο Μιχάλης Τυρίμος –«έπρεπε να το φτιάχνουν στον χειρόμυλο με πολύ πρωτόγονο τρόπο. «Στο νησί δεν υπήρχε ανεμόμυλος. Έπρεπε να σπάνε και να αλέθουν τους κόκκους ανάμεσα στις δύο πέτρες που είχαν λειάνει. Έβαζαν τη μια στο χώμα και γυρνούσαν την άλλη με το χέρι. Έτρωγαν αυτό το φαγητό, αλλά δεν χόρταιναν. Σε όλους ανεξαιρέτως προκαλούσε στομαχόπονους. Κανονικά, η διατροφή τους αποτελούνταν από μακαρόνια ή φασόλια και ψωμί» [14].

Το κρέας ήταν σπάνιο, οι εξόριστοι το γεύονταν μόνο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα:

«Μια φορά στην ομάδα συμβίωσης έγινε τρικούβερτο γλέντι», είπε στον Μπερτ Μπερνς γελώντας ο Μιχάλης Τυρίμος. «Ένας χωρικός μας είπε ότι η αγελάδα του ήταν μεγάλη και δεν της έμενε πολύ καιρός. Καθώς ήταν το μόνο καλό φαγητό που τρωγόταν, ήθελε να την πουλήσει. Μας έτρεχαν τα σάλια για λίγο κρέας. Έτσι αποφασίσαμε να αγοράσουμε την αγελάδα έναντι πεντακοσίων δραχμών. Στέψαμε την αγελάδα με φύλλα και αγριολούλουδα και την οδηγήσαμε στο παλάτι εν είδει θρησκευτικής πομπής. Μας έβγαλε εξήντα οκάδες και τρώγαμε για μια βδομάδα. Δεν αφήσαμε κοκαλάκι, παρ’ όλο που προς το τέλος της βδομάδας το κρέας είχε μπαγιατέψει. Τη γλεντήσαμε αυτή την αγελάδα» [15].

Οι αγελάδες που υπήρχαν στο νησί ήταν βέβαια πολύ μικρές: «σαν τις ελληνικές κατσίκες. Και πεινασμένες! Οι σύντροφοι δεν τολμούσαν ν’ απλώσουν ένα πουκάμισο για στέγνωμα χωρίς κάποιον να το προσέχει – τόσο πεινασμένες ήταν οι αγελάδες. Τα καημένα τα ζωντανά έτρωγαν πουκάμισα, εφημερίδες, τα πάντα. Το ίδιο πεινασμένα ήταν και τα σκυλιά. Ποτέ δεν έτρωγαν κρέας. Οι σύντροφοι τα εύρισκαν πάνω σε αγριαχλαδιές, όταν είχαν ωριμάσει τα αχλάδια» [16].

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του γιατρού Γιάννη Αντωνιάδη [17], που είχε εξοριστεί τον Αύγουστο του 1935, επί πρωθυπουργίας Τσαλδάρη στη Γαύδο μόνο για τέσσερις μήνες [18], ωστόσο, ως αποτέλεσμα της κακής διατροφής, παρέμεινε στο κρεβάτι για έναν μήνα μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, με 39 πυρετό και πεσμένα όλα τα νύχια του από τις ρίζες.

«Η όψη του ήταν απαίσια, απαίσια…», θα πει στον Αυστραλό δημοσιογράφο η γυναίκα του, μια λεπτοκαμωμένη, γοητευτική και κατά κάποιον τρόπο νευρική, Γαλλίδα. «Τα μάγουλά του είχαν βουλιάξει, ενώ στο πρόσωπό του και γύρω από τα μάτια του υπήρχαν ρυτίδες» προφανώς από την έλλειψη τροφής, αφού έλειπαν στο καθημερινό… «διαιτολόγιο» των εξόριστων οι απαραίτητες βιταμίνες: «Κι αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα. Το μόνο τους πρόγευμα ήταν μαύρο ψωμί και φασκόμηλο. Τίποτε άλλο. Ούτε τυρί, ούτε βούτυρο, ούτε αυγά, τίποτε απ’ όλα αυτά. Μερικές φορές έτρωγαν λίγο μέλι, μάλιστα, λίγο μέλι, αυτό ήταν όλο, μέλι που αγόραζαν από τους χωρικούς. Αλλά ακόμα και όσοι διέθεταν χρήματα δεν μπορούσαν να αγοράσουν κάτι άλλο, ήταν αδύνατον, επειδή δεν υπήρχε τίποτε για να αγοράσουν στο νησί. Και τα δέματα με τα τρόφιμα που τους στέλνονταν –έστειλα κι εγώ και άλλοι άνθρωποι– τα έκλεβαν οι αστυνομικοί του νησιού, άκουσον-άκουσον, ούτε και οι αστυνομικοί τρέφονταν καλά και έπαιρναν αυτά που στέλνονταν στους εξόριστους» [19].

Τα προβλήματα που προκαλούσαν στους εξορίστους η έλλειψη βασικών υλικών αγαθών, όπως παπούτσια και ρούχα, τα οποία καταστρέφονταν και δεν μπορούσαν να αντικατασταθούν, έκαναν ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή των εκτοπισμένων αγωνιστών.

Στη δεκαετία του ’30 έφτανε εκεί πλοίο μια φορά τη βδομάδα, αν οι καιροί επέτρεπαν στον «πολιτισμό» να ταξιδέψει. Με το όνομα αυτό, οι εξόριστοι είχαν βαφτίσει το καΐκι, που συνέδεε τη Γαύδο με τα Σφακιά [20]. Το χειμώνα συνήθως το καΐκι ερχόταν μια φορά το μήνα. Ως εκ τούτου ήταν απαραίτητο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μιχάλη Τυρίμου που είχε μείνει έναν χρόνο εξόριστος στη Γαύδο χωρίς να τον βαραίνει καμία κατηγορία, να υπάρχουν διαθέσιμες προμήθειες τουλάχιστον για ένα μήνα, αλλά η ομάδα συμβίωσης δε διέθετε αρκετά χρήματα για να τις αγοράσει προκαταβολικά για μια τόσο μεγάλη περίοδο. Αυτό δυσκόλευε ιδιαίτερα τα πράγματα. Μερικές φορές που το καΐκι δεν μπορούσε να πλησιάσει, οι εξόριστοι ξέμεναν και από ψωμί. Πέντε ή έξι μέρες χωρίς ψωμί [21].

Επίσης στη Γαύδο δεν υπήρχε στοιχειώδης έστω υγειονομική υποδομή [23], ώστε συχνά οι εξόριστοι να πεθαίνουν αβοήθητοι από την πείνα και τις κακουχίες, την φυματίωση [24], την ελονοσία [25] ψημένοι στον πυρετό.
Γι’ αυτό την είπαν «νησί του θανάτου», αυτοί που ’χαν δοκιμάσει στο πετσί τους τα «καλά» της Γαύδου. Τροπικό το κλίμα, τροπικές και οι αρρώστιες. Όσοι εξόριστοι πέρασαν απ’ το νησί, «πήραν» υποχρεωτικά και κάτι. Κάποιο κουσούρι [26], κύρια τη γαυδιώτικη ελονοσία, μια αρρώστια που βασάνισε όσους «πέρασαν» από εκεί, αφού ο οργανισμός τους πάλευε νηστικός, χωρίς φάρμακα, χωρίς γιατρό.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μιχάλη Τυρίμου στον Μπερτ Μπέρνς το 1932 υπήρχαν μαζί του στη Γαύδο άλλοι τριάντα δύο εξόριστοι, συμπεριλαμβανομένης μιας νεαρής γυναίκας και του τρίχρονου παιδιού της. Όλοι, πλην τριών, υπόφεραν από κάποια ασθένεια όπως η ελονοσία. Δύο πέθαναν στο νησί και ένας πέντε μέρες μετά την απελευθέρωσή του. Το παιδί πέθανε επίσης λίγο μετά την επιστροφή του από το νησί, σαν συνέπεια του πυρετού που το είχε προσβάλει [27].

Ας παρακολουθήσουμε, όμως, από ένα πιο κοντινό πλάνο την εξέλιξη των γεγονότων που οδήγησαν στο θάνατο του Καραντεμίρη έχοντας σαν οδηγό τα δημοσιεύματα της εφημερίδας “Ο Νέος Ριζοσπάστης” που για πρώτη φορά έπειτα από 85 χρόνια βλέπουν ξανά το φως της δημοσιότητας…

περισσότερα εδώ