Μια χώρα, φυλακή της πλούσιας Ευρώπης

Ξεκινώ τη νέα περίοδο με αναδημοσίευση μιας ανάρτησης που έκανα πριν τριάμισι χρόνια, υπενθυμίζοντας με αυτόν τον τρόπο ότι πρόσφυγες και ανάλγητη πολιτική υπήρχαν ήδη πολύ πριν την «προσφυγική κρίση» του 2015/2016 και ότι κάποιοι από εμάς από πολύ νωρίς διαπιστώσαμε την ανάγκη να γίνουμε «ειδήμονες» σε ό,τι αφορά τις διεθνείς συμφωνίες (βλέπε Δουβλίνο), τις πολιτικές ασύλου στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, τα ελάχιστα δικαιώματα και τις πολλές αρνητικές διατάξεις που περιέχουν τα ευρωπαϊκά νομοθετήματα για τους ξεριζωμένους αυτής της γης και τις σχετικές αποφάσεις των δικαστηρίων 

– Όλα αυτά είναι απαραίτητα όταν αποφασίζουμε να στρατευτούμε στην υπόθεση της πρακτικής αλληλεγγύης.

Οι γνώσεις και οι εμπειρίες εκείνες αποδείχτηκαν πολύτιμες στη νέα εποχή. Απαιτείται να τις χρησιμοποιήσουμε πιο αποφασιστικά, πιο συστηματικά, πιο αποτελεσματικά. 
Εδώ είμαστε και θα το κάνουμε. Επειδή δεν θέλουμε η Ελλάδα (και καμιά άλλη χώρα) να είναι για τους πρόσφυγες «φυλακή της πλούσιας Ευρώπης», όπως τιτλοφορούσα το άρθρο μου πριν τριάμισι χρόνια. 
(Διαβάστε ειδικά την τελευταία παράγραφο του άρθρου. Θα χρειαστεί να μιλήσουμε για το θέμα αυτό τις επόμενες ημέρες).

Όταν η δυστυχία εκατομμυρίων ανθρώπων αποκτά πρόσωπο, και μάλιστα το πρόσωπο ενός μικρού παιδιού, τότε είναι πολλοί εκείνοι που συγκινούνται και ψάχνουν να βρουν τρόπους για να βοηθήσουν. «Πώς», με ρώτησαν κάποιοι που διάβασαν το κείμενό μου της προηγούμενης Κυριακής, «είναι δυνατόν ένα δωδεκάχρονο παιδί να φεύγει από την Αθήνα κρυφά και να καταλήγει στα κρατητήρια της πρωτεύουσας μιας γειτονικής χώρας» και «τι μπορούμε να κάνουμε εμείς γι’ αυτό το παιδί;». 

Ν’ απαντήσω.

Την έπεισαν ότι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να πάει η γιαγιά της στη Γερμανία, τη γη της Επαγγελίας κάθε φτωχού πρόσφυγα σε Ασία και Αφρική, ήταν να προηγηθεί το δικό της ταξίδι. Έτσι η δωδεκάχρονη Σ., πρόσφυγας από το Αφγανιστάν που διέμενε τα τελευταία 3-4 χρόνια στην Αθήνα, ξεκίνησε στις αρχές Φεβρουαρίου ένα ταξίδι σωτηρίας της οικογένειάς της, όπως νόμιζε. Μαζί με άλλους, ενήλικες, συμπατριώτες της ξεκίνησε από την Αθήνα με το τρένο για τη Θεσσαλονίκη, συνέχισε από εκεί με το λεωφορείο για το Κιλκίς και το Πολύκαστρο, και πήρε μέσα στη νύχτα με τα πόδια το δρόμο που ακολουθούν χιλιάδες πρόσφυγες προσπαθώντας να φύγουν από την Ελλάδα με προορισμό ένα πιο φωτεινό και φιλόξενο μέρος στο σύγχρονο φρούριο που ονομάζεται Ευρώπη.

Βάδισε πέντε ώρες την πρώτη νύχτα μέσα στο σκοτάδι, και με το χάραμα της ημέρας ξάπλωσε, με όλη την ομάδα, στο χώμα μέχρι το βράδυ, να μην τους δουν. 

«Παγώσαμε», το μόνο σχόλιό της. Την άλλη νύχτα άλλες έξι ώρες βάδην, και μετά η «σωτηρία»: το αυτοκίνητο του διακινητή. Με δέκα άτομα μέσα, εκεί που επιτρέπονται μόνον πέντε, το ατύχημα που ήλθε δεν ήταν έκπληξη, ευτυχώς κανένας δεν σκοτώθηκε. Η Αστυνομία οδήγησε το παιδί στα κρατητήρια, όπως προβλέπεται από τους νόμους. Εκεί έμελλε να μείνει 87 ημέρες και νύχτες, μέχρι την επαναπροώθησή της στη δική μας χώρα, όπως, και πάλι με απόλυτη σαφήνεια, προβλέπεται από τις διακρατικές συμφωνίες.

Οι αστυνομικοί στο Πολύκαστρο ανέπνευσαν με ανακούφιση.

Εξαιτίας κάποιων ύποπτων κινήσεων είχαν ανησυχήσει, σε ποια χέρια και ποια αγκαλιά θα μπορούσε ίσως να καταλήξει η μικρή Σ. Και τώρα, παραδίδοντάς την σ’ εμάς για να την πάμε στη γιαγιά της, χαίρονται που καμιά φορά τα πράγματα εξελίσσονται καλύτερα απ’ ό,τι συνήθως. Στη δουλειά τους βιώνουν στον πιο ακραίο βαθμό το σκάνδαλο αυτής της Ευρώπης: για την ηρεμία και την ευημερία των πλούσιων και ισχυρών χωρών του Βορρά, οι χώρες του Νότου σκάβουν τάφρους, χτίζουν τείχη και μετατρέπονται σε φυλακές χιλιάδων προσφύγων. Έτσι, οι συνοριοφύλακες καλούνται στα ανατολικά μας σύνορα να «αναχαιτίσουν» τους πρόσφυγες για να μην μπουν στη χώρα μας, δηλαδή στην «Ευρώπη», και στα βόρεια σύνορά μας καλούνται να τους «αναχαιτίσουν» για να μη φύγουν από τη χώρα μας, δηλαδή να μην πάνε στην «πλούσια Ευρώπη». Έτσι, ο τόπος μας, που αποτελούσε χιλιάδες χρόνια συνάντηση και πέρασμα λαών και πολιτισμών, μετατρέπεται, στο Αιγαίο, σε φονική τάφρο και στη στεριά σε φυλακή όπου η Ευρώπη διδάσκει τους φτωχούς του κόσμου ότι δεν δικαιούνται να έχουν καμιά ελπίδα. 

Γι’ αυτό σήμερα οι αστυνομικοί του Πολυκάστρου χαίρονται που η δωδεκάχρονη Σ. δεν θα οδηγηθεί σε κέντρο προσφύγων και δείχνουν τη χαρά τους προσφέροντάς της ό,τι καλούδια έχουν.

Γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι σε άλλες περιπτώσεις, σε αντίθεση με αυτό που οι ίδιοι/ες επιθυμούν, τα πράγματα θα είναι, δυστυχώς, διαφορετικά.

«Τέλος καλό, όλα καλά»; Για τη Σ., ναι, γιατί βρέθηκαν δίπλα της πολίτες με αίσθηση ευθύνης και ικανότητα να αντιμετωπίσουν με επιτυχία ένα απαράδεκτο φαινόμενο: την ντε φάκτο ανάθεση της κοινωνικής αλληλεγγύης από το κράτος σε ορισμένες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, οι οποίες συμπεριφέρονται συχνά σαν να ήταν κρατικές υπηρεσίες και, προσπαθώντας να ενισχύσουν τη θέση τους, αντιμετωπίζουν με εχθρότητα όσους και όσες βιώνουν την αλληλεγγύη ως αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινής τους ζωής.

Τού Γιώργου Τσιάκαλου-ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ-18 Μαΐου 2014

 

Advertisements