Μεγάλες μάχες του ΔΣΕ

Ο αγώνας του ΔΣΕ ήταν αντιιμπεριαλιστικός διεθνιστικός, δίκαιος και ηθικός.

Από τη μια μεριά ήταν οι λαϊκές δυνάμεις που εκφράζονταν πολιτικά από το ΚΚΕ και τους συμμάχους του και από την άλλη οι εγχώριες αστικές δυνάμεις και οι ξένοι σύμμαχοί τους, ο αγγλικός αρχικά και στη συνέχεια ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός. Οι άντρες του ΔΣΕ στην τρίχρονη σύγκρουση με τον ταξικό αντίπαλο για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια, απέδειξαν στην πράξη πως δεν υπάρχει όριο στην ανθρώπινη αντοχή και προσφορά.

Συγκρούστηκαν με υπέρτερες δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού, της εθνοφυλακής, της αστυνομίας και των ΜΑΥδων. Οι ΗΠΑ για πρώτη φορά δοκίμασαν τις βόμβες ναπάλμ ενάντια σ’ αυτούς τους αγωνιστές του ΔΣΕ.
Οι μαχητές του ΔΣΕ έδωσαν μεγάλες μάχες όπου επέδειξαν πρωτοφανή ηρωισμό και αυτοθυσία που βασιζόταν κύρια στην κομμουνιστική ιδεολογία τους και στο όραμα της οικοδόμησης της άλλης κοινωνίας χωρίς την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ενα όραμα, που έχουν αφήσει παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές…

Οι μεγαλύτερες μάχες ήταν αυτές που δόθηκαν στο Γράμμο και το Βίτσι.

Η μεγάλη μάχη του Γράμμου στη Βόρεια Πίνδο ξεκίνησε στις 14 του Ιούνη 1948 και κράτησε σχεδόν εβδομήντα μέρες αφού τέλειωσε στις 20 προς 21 Αυγούστου με τον περίφημο ελιγμό των δυνάμεων του ΔΣΕ στο Βίτσι. Οι εκφραστές της αστικής τάξης επιδιώκοντας να συκοφαντήσουν, ή αν το κατόρθωναν ακόμα και να ξεριζώσουν από τη μνήμη την αλήθεια για εκείνες τις ηρωικές μέρες του ΔΣΕ, έγραψαν και συνεχίζουν ακόμα και στις μέρες μας να γράφουν του κόσμου τις ανακρίβειες, ψέματα και διαστρεβλώσεις.

Η αλήθεια όμως βρίσκεται γραμμένη με το αίμα των κομμουνιστών αγωνιστών πάνω σε εκείνα τα βουνά της Πίνδου. Γι’ αυτό δεν μπορεί ούτε να ξεγραφτεί, ούτε να διαστρεβλωθεί. Βρίσκεται εκεί, πηγή έμπνευσης στον αγώνα για την οριστική ανατροπή του άδικου συστήματος.

Οι πολεμικές συγκρούσεις του Δημοκρατικού Στρατού με τον κυβερνητικό στρατό δε γνώρισαν ανάπαυλα μετά τη μεγάλη μάχη του Γράμμου και τον ελιγμό των αντάρτικων δυνάμεων στο Βίτσι. Απεναντίας, ο κυβερνητικός στρατός συνέχισε τις επιχειρήσεις του, με σκοπό τη συντριβή των ανταρτών – γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ουσιαστικά οι πολεμικές επιχειρήσεις στο Βίτσι αποτελούν την τελική φάση των μεγάλων συγκρούσεων στο Γράμμο.Σε όλη τη διάρκεια της μάχης του Γράμμου, στην περιοχή του Βίτσι ο Δημοκρατικός Στρατός διατηρούσε μια ταξιαρχία 500 μαχητών, με διάταξη στην Μπελά Βόντα ως το Πισοδέρι, τη 18η Ταξιαρχία, αποτελούμενη από 900 περίπου μαχητές, που είχε διάταξη στα υψώματα Βίγλα – Πλατύ – Κούλα, ως την κύρια κορυφή του Βίτσι, και μια άλλη Ταξιαρχία από 700 περίπου μαχητές, που είχε διάταξη στο συγκρότημα Μάλι Μάδι. Στις δυνάμεις αυτές, μετά τον ελιγμό από το Γράμμο, προστέθηκαν γύρω στους 6.500 με 7.000 μαχητές. Συνολικά, δηλαδή, οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού, που έδωσαν τη μάχη στο Βίτσι, ήταν περίπου 9.000 μαχητές.

 

Ο κυβερνητικός στρατός από τη δική του πλευρά διέθετε τη 15η Μεραρχία, με τις 46η, 63η και 73η Ταξιαρχίες, την 53η Ταξιαρχία της 1ης Μεραρχίας, την 33η ανεξάρτητη Ταξιαρχία, που φρουρούσε τη Φλώρινα, και την 3η ορεινή Ταξιαρχία, που αποτελούσε και την εφεδρική δύναμη του Β΄ Σώματος Στρατού. Το σύνολο των δυνάμεων του κυβερνητικού στρατού, που ρίχτηκε σ’ αυτή τη μάχη, ήταν γύρω στις 25.000 άνδρες, ενώ χρησιμοποιήθηκαν παράλληλα 7 πεδινές πυροβολαρχίες, 2 πυροβολαρχίες μέσων πυροβόλων, σχεδόν όλη η αεροπορία και πολλά τανκς.

Τακτική νίκη του Δημοκρατικού Στρατού στο Βίτσι

Ο κυβερνητικός στρατός επιχείρησε να δώσει το κύριο χτύπημα στις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού στο συγκρότημα Μάλι Μάδι, χωρίς όμως, επιτυχία. Οι αντάρτες αμύνθηκαν ηρωικά και τη νύχτα της 9ης προς 10η Σεπτέμβρη πέρασαν στην αντεπίθεση και υποχρέωσαν τον αντίπαλο σε άτακτη υποχώρηση, προκαλώντας του σοβαρές απώλειες και αποκομίζοντας οι ίδιοι άφθονο πολεμικό υλικό. Η 22η Ταξιαρχία των κυβερνητικών διαλύθηκε και τα τμήματά της πλημμύρισαν πανικόβλητα την Καστοριά.Η επιτυχία αυτή του Δημοκρατικού Στρατού θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερη – στρατηγικής σημασίας νίκη – αν υπήρχαν οι απαραίτητες εφεδρείες, που θα επέτρεπαν επιχειρήσεις για κατάληψη του χώρου της Καστοριάς και της Φλώρινας.

Η τακτική νίκη του Δημοκρατικού Στρατού στο Βίτσι προκάλεσε αναταραχή στο αντίπαλο στρατόπεδο, όπου και πάρθηκαν μεγάλης έκτασης εκκαθαριστικά μέτρα.

Οπως γράφει σχετικά ο Δημήτριος Ζαφειρόπουλος, «ολόκληρος η ιεραρχία της 22ας Ταξιαρχίας εγένετο υπαίτιος της διαλύσεως των τμημάτων της και του καταπλημμυρισμού της Καστοριάς διά πανικόβλητων φυγάδων. Και έπρεπε να εξέλθουν συνεργεία εκ των μετόπισθεν της Καστοριάς, διά να περισυλλέξουν ράκη από απόψεως ηθικού και να λειτουργήσουν στρατοδικεία, μόνον κατά των οπλιτών, δι’ επιβολήν κυρώσεων προς παραδειγματισμόν. (Αιτία δε της ήττας υπήρξεν) η κατάπτωσις του ηθικού, οφειλομένη εις την σωματικήν κόπωσιν του στρατιώτου και εις την ψυχικήν κατάπληξιν, την οποίαν υπέστη εκ της διαπιστώσεως εις Βίτσι, ότι ο συμμοριτισμός υφίστατο εν πλήρει δράσει και ακμή, εν αντιθέσει προς ό,τι ελέχθη εις αυτόν μετά την πτώσιν του Γράμμου και εγένετο πιστευτόν, ότι (δηλαδή) ο συμμοριτισμός εξέλειψε πλέον.

Επαυσε πλέον ο στρατιώτης να έχη εμπιστοσύνην εις τον εαυτόν του, προς τα όπλα του, προς τους συναδέλφους του, προς τον ηγήτορά του και εκυριαρχείτο από δυσπιστίαν προς τον εαυτόν του και προς όλους».
Στη διεξαγωγή ανακρίσεων και στη λειτουργία στρατοδικείων μετά την ήττα των κυβερνητικών δυνάμεων στο Βίτσι αναφέρεται και ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος, ο οποίος παράλληλα επισημαίνει:
«Ο συμμοριτισμός, πληγείς καιρίως εις τον Γράμμον, κατώρθωσε να αναδιοργανωθεί εις το Βίτσι και να γίνεται απειλητικός όχι μόνον εις την περιοχήν ταύτην, αλλά και εις όλην την χώραν, όπου διετήρη ακόμη μικράς εστίας εν δράσει, λόγω της αγκιστρώσεως των δυνάμεών μας εις το Βίτσι. Η πλάστιγξ ήρχισε να κλίνη εις βάρος των εθνικών δυνάμεων».

Τέλος, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ασχολούμενος με το ίδιο θέμα, σημειώνει:

«Οι άνδρες πέταξαν τα όπλα τους και καταληφθέντες από πανικό εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και έσπευσαν προς την Καστοριά. Στις παρυφές της πόλεως τμήματα με καλό ηθικό, που είχαν εν τω μεταξύ ειδοποιηθεί, έφραξαν τον δρόμο των φυγάδων. Συνελήφθησαν από τη Στρατιωτική Αστυνομία και παραπέμφθηκαν αμέσως σε έκτακτα στρατοδικεία, δηλαδή σε δικαστήρια, που αποτελούντο πρωτίστως από αξιωματικούς μη ανήκοντας στη στρατιωτική δικαιοσύνη, συνήθως από αξιωματικούς εν εκστρατεία. Εβδομήντα οκτώ φυγάδες εξετελέσθησαν εκείνες τις ημέρες. Ηταν όλοι μαχηταί του Γράμμου (…).
Ο Σοφούλης (τότε), παρά τα ογδόντα οκτώ του χρόνια, πήγε αεροπορικώς στην Καστοριά, επισκέφθηκε τα τμήματα και μίλησε στους στρατιώτες. Ο υπουργός των Στρατιωτικών, ένας από τους καλύτερους βουλευτάς του Λαϊκού Κόμματος, ο Γεώργιος Στράτος, και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου έκαμαν το ίδιο. Ο αρχηγός της Αμερικανικής Αποστολής Βαν Φλιτ, που είχε παρακολουθήσει και όλες τις μάχες, τους εμιμήθη.
Ο τελευταίος όμως παρά λίγο να δημιουργήση ένα σοβαρό επεισόδιο. Στην Καστοριά, σε συγκέντρωση ανώτερων αξιωματικών, κατηγόρησε τον στρατό, ότι χρησιμοποίησε την αμερικανική βοήθεια, χωρίς να συντρίψη τον εχθρό – και διερωτήθη, αν δεν έμενε πλέον στους Αμερικανούς, παρά να αναχωρήσουν (…).
Ευτυχώς για τον στρατό, οι ανησυχίες έφθασαν πολύ πιο πέρα από τον στρατηγό Βαν Φλιτ. Περί τα μέσα Οκτωβρίου ο υπουργός των Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Τζώρτζ Μάρσαλ, που διέθετε τόσο κύρος, συνοδευόμενος από τον Αμερικανό υπουργό Εθνικής Αμύνης και αρκετούς βοηθούς του, έφτανε στην Αθήνα, για να εξετάση επί τόπου την κακή πορεία των επιχειρήσεων. Ο γράφων πιστεύει, ότι γνωρίζει, πως η ερώτηση «πρέπει να φύγουμε;», αν και τους ήταν ενοχλητική, είχε τεθεί από ωρισμένους υψηλά ισταμένους Αμερικανούς. Αλλά η απάντηση του Μάρσαλ υπήρξε κατηγορηματική: Δεν έπρεπε να φύγουν».

Μάχες σε άλλες περιοχές

Στο διάστημα της μεγάλης μάχης στη Βόρεια Πίνδο και στο χώρο του Βίτσι οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού ανέπτυξαν αξιόλογη δραστηριότητα και στις υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας. Ετσι, η Ταξιαρχία των ανταρτών σαμποτέρ, με επικεφαλής τον Α. Αγγελούλη ή Βρατσάνο, ανέπτυξαν σαμποταριστική δράση στο υψίπεδο της Κοζάνης, προκαλώντας καταστροφές στις συγκοινωνίες του αντιπάλου, παρακωλύοντας σοβαρά τη μεταφορά εφοδιασμού και έμψυχων δυνάμεών του στο μέτωπο και προκαλώντας πτώση του ηθικού των κυβερνητικών στρατιωτών.

Στη Θεσσαλία, εξάλλου, κάτω από τη γενική διεύθυνση του Κώστα Καραγιώργη, τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού πραγματοποίησαν επιτυχείς επιθέσεις σε χωριά και κωμοπόλεις της περιοχής, όπως στο Ζάρκο, στο Τσιότι και τη Φαρκαδόνα, ενώ έπληξαν με επιτυχία και αστικά κέντρα. Συγκεκριμένα, στις 23 με 24 του Αυγούστου 1948 μπήκαν στα Τρίκαλα, στις 5 με 6 του Σεπτέμβρη κατέλαβαν τον Τύρναβο και στις 14 με 15 του ίδιου μήνα εισέβαλαν στην Αγιά, την ίδια δε εποχή προχώρησαν σε επιτυχημένες επιδρομές κατά της Λάρισας και της Καλαμπάκας.
Κατά τη διάρκεια της μάχης στο Βίτσι, ο κυβερνητικός στρατός επιχείρησε την τρίτη εκστρατεία του για την κατάληψη του ορεινού όγκου της Μουργκάνας στη Βορειοδυτική Ηπειρο. Η επίθεση, σύμφωνα με τις κυβερνητικές πηγές, έγινε με τις 74η, 75η και 76η Ταξιαρχίες της 8ης Μεραρχίας, με την 35η Ταξιαρχία της 10ης Μεραρχίας, με 4 Τάγματα Εθνοφυλακής και με μια ίλη ιππικού, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και 60 πυροβόλα. Οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού ήταν μόνο 4 Τάγματα.

Η εν λόγω εκστρατεία των κυβερνητικών άρχισε στις 28 του Αυγούστου και τελείωσε στις 16 του Σεπτέμβρη. Ο Δημοκρατικός Στρατός αμύνθηκε σκληρά και ηρωικά, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την περιοχή. Οι δυνάμεις του στις 16 προς 17 του Σεπτέμβρη ελίχθηκαν προς τα Ζαγόρια και από εκεί προς το Γράμμο.

Η επιχείρηση της Καρδίτσας

Τη νύχτα της 11ης προς τη 12η του Δεκέμβρη 1948 δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού, αποτελούμενες από την 1η Μεραρχία, με διοικητή τον Χαρίλαο Φλωράκη ή Γιώτη, και τη 2η Μεραρχία, με διοικητή τον Γιάννη Αλεξάνδρου ή Διαμαντή, πραγματοποίησαν επιχείρηση για την κατάληψη της Καρδίτσας. Στην επιχείρηση πήρε, επίσης, μέρος και η Ταξιαρχία Ιππικού του Δημοκρατικού Στρατού, με διοικητή τον Στέφανο Μανάκα ή Στέφο, που ανήκε στην 1η Μεραρχία, ενώ διατέθηκαν και 3 ορειβατικά πυροβόλα. Τη γενική διεύθυνση της επιχείρησης είχε ο Κώστας Καραγιώργης, διοικητής του Κλιμακίου Γενικού Αρχηγείου Νότιας Ελλάδας.
Η επιχείρηση στέφθηκε με επιτυχία. Η φρουρά της πόλης, που την αποτελούσαν τρεις λόχοι πεζικού, ένας ουλαμός θωρακισμένων, 90 χωροφύλακες και πολλοί ΜΑΥδες, υπέστη πανωλεθρία. Είχε, σύμφωνα με ανακοίνωση του Γενικού Επιτελείου του κυβερνητικού Στρατού, 57 νεκρούς, ανάμεσά τους και 4 αξιωματικούς, 118 τραυματίες και 30 αγνοούμενους.
Ο Δημοκρατικός Στρατός έμεινε στην Καρδίτσα μια μέρα και αφού πήρε πολλά λάφυρα και πραγματοποίησε αρκετές στρατολογίες, στις 13 του μήνα αποσύρθηκε από την πόλη.

Ο Δημήτριος Ζαφειρόπουλος, ασχολούμενος με την κατάληψη της Καρδίτσας, που ήταν από τις πιο δύσκολες αλλά και πιο μεγάλες επιτυχίες των μαχητών του ΔΣΕ, έγραφε αργότερα τα εξής:
«Η επίθεσις της Καρδίτσης είναι η μεγαλυτέρα επιθετική ενέργεια των (συμμοριακών) τμημάτων (της Νοτίου Ελλάδος) και ταυτοχρόνως η μεγαλυτέρα επιθετική ενέργεια (των συμμοριτών) κατά κατωκημένου τόπου εις ολόκληρον την Ελλάδα. Η προπαρασκευή της επιχειρήσεως υπήρξεν επιμελημένη και προηγήθη η εκτέλεσις πολλών ασκήσεων υπό των τμημάτων κατά κατωκημένων τόπων. Η διαταγή επιχειρήσεων υπήρξε πλήρης, μετά λεπτομερέστατων σχεδιαγραμμάτων της πόλεως και των εχθρικών αντιστάσεων. Αι πληροφορίαι περί των δυνάμεων και της οργανώσεως της φρουράς Καρδίτσης υπήρξαν ακριβείς και νωποί (…).
Η ορμητικότης των τμημάτων ήτο πολύ καλή και διεκρίθησαν αι μαχήτριαι γυναίκες, αίτινες έδρασαν με φανατισμόν μεγαλύτερον του ανδρικού. Τα στελέχη απέδειξαν μεγάλην βελτίωσιν εις την τεχνικήν του αγώνος. Η αποχώρησις των συμμοριακών τμημάτων εν ημέρα και επί εδάφους πεδινού, υπό την άμεσον επίδρασιν της αεροπορίας, έγινε με συνοχήν και τάξιν».

Στην επιχείρηση της Καρδίτσας αναφέρεται και ο Κώστας Καραγιώργης, με άρθρο του στο περιοδικό Δημοκρατικός Στρατός. (Βλ. Παράρτημα σελ. 679).

Οι μάχες στην Εδεσσα, στην Αριδαία και στη Νάουσα

Στα μέσα του Δεκέμβρη 1948, η 10η Μεραρχία του Δημοκρατικού Στρατού, με επικεφαλής τον Γιώργη Βοντίτσιο – Γούσια, πραγματοποίησε βαθιά διείσδυση από το Βίτσι προς την Εδεσσα, με στόχο την κατάληψη της πόλης, την πρόκληση απωλειών στον αντίπαλο και τη στρατολογία δυνάμεων. Η επιχείρηση, όμως, οδηγήθηκε σε αποτυχία.
Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η επιχείρηση, που οργανώθηκε στις 29 προς 30 του Δεκέμβρη, με στόχο την Αριδαία. Η 10η Μεραρχία υπέστη πολλές απώλειες και το επόμενο βήμα ήταν η ανασυγκρότησή της, έτσι ώστε να μπορεί στο μέλλον να αντεπεξέρχεται στα πολεμικά της καθήκοντα.

Μετά την ανασυγκρότηση της 10ης Μεραρχίας οργανώθηκε η επιχείρηση για την κατάληψη της Νάουσας, με επικεφαλής τον Δημήτρη Βλαντά.

Η επίθεση άρχισε στις 11 του Γενάρη 1949 και η ολοκληρωτική κατάληψη της πόλης πραγματοποιήθηκε δυο μέρες αργότερα, ύστερα από σκληρές και αδιάκοπες μάχες. Οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού αποχώρησαν από την πόλη στις 14 του Γενάρη, το απόγευμα, αφού προξένησαν μεγάλες απώλειες στον αντίπαλο, αποκόμισαν αρκετά λάφυρα και πραγματοποίησαν στρατολογία 500 περίπου νέων μαχητών.
Με τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων στην Εδεσσα, στην Αριδαία και στη Νάουσα ασχολήθηκε το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, το οποίο σε σχετική ανακοίνωσή του, με ημερομηνία 10 Φλεβάρη 1949 μεταξύ άλλων αναφέρει:
«Τα σχέδια των επιχειρήσεων στην Εδεσσα και στην Αριδαία ήταν ανεπαρκή, η διοίκηση δεν είχε στα χέρια της εφεδρεία και δεν εξασφάλισε μια ζωντανή καθοδήγηση στη διάρκεια της κάθε μάχης. Οι επιτυχίες στη Νάουσα και στον ελιγμό κερδήθηκαν, ακριβώς γιατί αποφύγαμε τα λάθη, που παρουσιάσαμε στις δυο πρώτες επιχειρήσεις».
Ειδικότερα, όμως, η μάχη της Εδεσσας απασχόλησε και το Στρατοδικείο του ΔΣΕ, μπροστά στο οποίο οδηγήθηκε ο Γιώργος Γεωργιάδης, διοικητής της 14ης Ταξιαρχίας, που κατηγορήθηκε ότι δεν είχε εκτελέσει συγκεκριμένη διαταγή κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης.

Ο Γεωργιάδης καταδικάστηκε σε θάνατο από το Στρατοδικείο του ΔΣΕ και εκτελέστηκε – όπως είχε τότε εκτελεστεί και ο Γιώργος Γιαννούλης, επίσης, διοικητής Ταξιαρχίας για την εγκατάλειψη εκ μέρους του της ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας θέσης Μπάτρα στη μεγάλη μάχη του Γράμμου.
Η μη εκτέλεση διαταγής και η εγκατάλειψη θέσης τιμωρείται με θάνατο εν καιρώ πολέμου. Αυτό ισχύει για όλους τους στρατούς. Παρά τις σκληρές συνθήκες του εμφυλίου πολέμου οι ποινές που επιβλήθηκαν στους Γεωργιάδη και Γιαννούλη, και ιδιαίτερα με τον τρόπο που επιβλήθηκαν κι εκτελέστηκαν αυτές οι ποινές δε δικαιολογούνται πλήρως, θα μπορούσαν να είναι λιγότερο βεβιασμένες και λιγότερο αυστηρές, δεδομένου ότι και τα δύο αυτά ανώτερα στελέχη του ΔΣΕ ήταν γενναίοι και ικανοί αξιωματικοί.

Η επιχείρηση της Φλώρινας

Ιδιαίτερη είναι η σημασία της επιχείρησης του Δημοκρατικού Στρατού για την κατάληψη της Φλώρινας, που άρχισε τη νύχτα της 11ης προς τη 12η του Φλεβάρη 1949 και τελείωσε τη νύχτα της 12ης προς τη 13η με πλήρη αποτυχία και βαριές απώλειες των αντάρτικων δυνάμεων.
Τα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού, που μετείχαν στην επιχείρηση, αποτελούσαν η 14η και η 103η Ταξιαρχίες της 10ης Μεραρχίας, η 18η και η 107η Ταξιαρχίες της 11ης Μεραρχίας, η Σχολή Αξιωματικών του Γενικού Αρχηγείου, τρεις λόχοι σαμποτέρ, δυο λόχοι κυνηγών αρμάτων μάχης, ένα τάγμα μεταφορών, ένα τάγμα τραυματιοφορέων και ένα τμήμα διαβιβάσεων, ενώ από άποψη πυροβολικού διατέθηκαν 4 πυροβολαρχίες, με 10 έως 12 ορειβατικά πυροβόλα. Διοικητής των εν λόγω δυνάμεων είχε οριστεί ο Γιώργης Βοντίτσιος – Γούσιας και Πολιτικός Επίτροπος ο Δημήτρης Βλαντάς.

Ο αντίπαλος διέθετε τις 3η, 21η και 22η Ταξιαρχίες της 2ης Μεραρχίας, με δύναμη πυροβολικού 40 και πλέον πυροβόλων, καθώς και ισχυρές δυνάμεις χωροφυλακής και Μονάδων Εθνικής Ασφάλειας (ΜΕΑ). Είχε, εξάλλου το πλεονέκτημα της γρήγορης ενίσχυσής του από την αεροπορία και από άλλες χερσαίες δυνάμεις, που βρίσκονταν κοντά, μεταξύ τους και θωρακισμένες.

Σύμφωνα με το Γενικό Επιτελείο του κυβερνητικού στρατού, ο Δημοκρατικός Στρατός είχε 713 νεκρούς, που τάφηκαν σε ομαδικό τάφο ανατολικά της πόλης, και 350 συλληφθέντες και παραδοθέντες – και οι κυβερνητικοί 44 νεκρούς, 284 τραυματίες και 35 αγνοούμενους. Σύμφωνα με το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού από τα κυβερνητικά τμήματα 404 σκοτώθηκαν, 976 τραυματίστηκαν και 82 αιχμαλωτίστηκαν – ενώ, κατά τον Δημήτρη Βλαντά οι απώλειες του Δημοκρατικού Στρατού, που έχασε σ’ αυτή τη μάχη 194 στελέχη, ανέβηκαν σε 334 νεκρούς, 867 τραυματίες, 14 λιποτάκτες και 199 αγνοούμενους.

Η μεγάλη μάχη του Γράμμου-Το «Σχέδιον Κορωνίς» του κυβερνητικού στρατού

Στις 14 του Ιούνη 1948 άρχισε στη Βόρεια Πίνδο η μεγάλη μάχη του Γράμμου, που κράτησε σχεδόν εβδομήντα μέρες και τελείωσε στις 20 προς 21 του Αυγούστου με τον περίφημο ελιγμό των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού στο Βίτσι. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σε διάρκεια και σκληρότερο, από την άποψη των συγκρούσεων, πολεμικό γεγονός σε όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, που διέψευσε τους ισχυρισμούς της εγχώριας αντίδρασης και των ξένων προστατών της, οι οποίοι υποστήριζαν ότι ο Δημοκρατικός Στρατός δεν ήταν πραγματικός λαϊκοαπελευθερωτικός επαναστατικός στρατός, αλλά μερικές «συμμορίες κατσαπλιάδων».Η εγχώρια και η ξένη αντίδραση οργάνωσαν αυτή τη μεγάλη εκστρατεία στη Βόρεια Πίνδο με στόχο την οριστική συντριβή του Δημοκρατικού Στρατού. Η εκστρατεία στηρίχτηκε στο στρατηγικό «Σχέδιον Κορωνίς», η επωνυμία του οποίου φανερώνει και το στόχο που είχαν με την εφαρμογή του οι συντάκτες του. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός ότι η επιχείρηση του κυβερνητικού στρατού στη Ρούμελη από τις 15 του Απρίλη μέχρι τις 3 του Μάη 1948 είχε την επωνυμία «Χαραυγή», η οποία υπονοούσε τη χαραυγή της «νίκης» των αντιπάλων του Δημοκρατικού Στρατού. Συνεπώς, η επιχείρηση «Κορωνίς» που ακολούθησε στη Βόρεια Πίνδο, σήμαινε την κορωνίδα αυτής της «νίκης».

Με βάση το «Σχέδιον Κορωνίς», η διάρκεια των επιχειρήσεων του κυβερνητικού στρατού στη Βόρεια Πίνδο θα ήταν 3 ή το πολύ 4 βδομάδες, δηλαδή από 21 μέχρι 28 μέρες, θα αποτελούσε δε στόχο αυτού του σχεδίου «η εξάρθρωσις εις την περιοχήν του Γράμμου του συμμοριακού ελέγχου, με πλήρη συντριβήν και εξόντωσιν των εκεί συμμοριακών συγκροτημάτων, και εν συνεχεία η εγκατάστασις εις τον Γράμμον των εθνικών δυνάμεων, προς παρεμπόδισιν της εκ νέου μολύνσεώς του από συμμορίτας».Το «Σχέδιον Κορωνίς» προέβλεπε τρεις φάσεις επιχειρήσεων. Η πρώτη φάση αφορούσε προκαταρκτικές ενέργειες για τη βελτίωση των βάσεων εξόρμησης των μεραρχιών του κυβερνητικού στρατού. Η δεύτερη φάση προέβλεπε γρήγορες ισχυρές επιθετικές κινήσεις διάρκειας τριών ημερών, κατά μήκος των αλβανικών συνόρων και από τις δυο κατευθύνσεις για τον αποκλεισμό του ενδεχόμενου διαφυγής του Δημοκρατικού Στρατού στην Αλβανία. Η τρίτη φάση σχετιζόταν με τη διατήρηση του φράγματος αποκοπής του Δημοκρατικού Στρατού από την πλευρά της Αλβανίας και με τη διείσδυση του κυβερνητικού στρατού στο εσωτερικό του Γράμμου «προς απηνή δίωξιν και εξόντωσιν των συμμοριτών».

Το «Σχέδιον Κορωνίς» στην πορεία των επιχειρήσεων δέχτηκε συνεχείς τροποποιήσεις και στην πράξη δεν εφαρμόστηκε ποτέ -γεγονός που υποχρέωσε αργότερα τον αντιστράτηγο Θρασύβουλο Τσακαλώτο να υποστηρίξει:

«Δεν γνωρίζω ποιος είναι ο κυριώτερος υπεύθυνος του σχεδίου επιχειρήσεων του Γράμμου, του 1948. Ομως δικαίως οι αγωνιζόμενοι αξιωματικοί έδωκαν εις το σχέδιον τούτο την ονομασίαν «νηπιώδες». Πράγματι, είναι απαράδεκτος η αναφερομένη εις το εν λόγω σχέδιον διατύπωσις, ότι εντός εικοσιτετραώρου η IX Μεραρχία (Μανιδάκη) από της Ηπείρου και η XV Μεραρχία (Λάιου) από της Δυτικής Μακεδονίας θα ηνούντο εις την κορυφήν του Γράμμου, κινούμενοι σχεδόν παραλλήλως των αλβανικών συνόρων (…). Το «νηπιώδες» σχέδιον έλαβε την εκδίκησίν του. Αι Μεραρχίαι όχι μόνον δεν ηνώθησαν εντός εικοσιτετραώρου, αλλά ποτέ. Η μάχη αυτή θα στοιχίσει εις το έθνος υπέρ τας 14.000 εκτός μάχης».

Ο συσχετισμός των δυνάμεων

 

Στη μεγάλη μάχη του Γράμμου το ανώτατο κλιμάκιο της ηγεσίας του κυβερνητικού στρατού το αποτελούσαν ο αρχηγός του ΓΕΣ αντιστράτηγος Δημήτριος Γιαντζής, ο αρχηγός του ΓΕΝ υποναύαρχος Πέτρος Σακελλαρίου, ο αρχηγός του ΓΕΑ σμήναρχος Χρήστος Μυτιληναίος, ο υποστράτηγος Βαν Φλιτ, αρχηγός της Αμερικανικής Στρατιωτικής Αποστολής και επικεφαλής ολόκληρου του στρατιωτικού επιτελικού οργάνου, ο υποστράτηγος Τζέκινς, υπαρχηγός της ίδιας Αποστολής, και ο υποστράτηγος Ντάουν, αρχηγός της Στρατιωτικής Αποστολής της Βρετανίας. Το αμέσως κατώτερο κλιμάκιο, εξάλλου, το απαρτίζανε οι αντιστράτηγοι Θρασύβουλος Τσακαλώτος, διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού, και ο Παναγιώτης Καλογερόπουλος, αρχηγός του Γ΄ Σώματος Στρατού – ο οποίος στις 5 του Αυγούστου αντικαταστάθηκε από τον επίσης αντιστράτηγο Στέλιο Κιτριλάκη – ενώ διοικητές των Μεραρχιών, που πήραν μέρος στη μάχη, ήταν οι υποστράτηγοι Θωμάς Πετζόπουλος, της 1ης, Νικόλαος Παπανικολάου, της 2ης, Α. Μπαλοδήμος, της 8ης, Στ. Μανιδάκης, της 9ης, Ευθ. Βασιλάς, της 10ης, και Δ. Λάιος, της 15ης Μεραρχίας.

Την ανώτατη ηγεσία του Δημοκρατικού Στρατού την αποτελούσαν ο Μάρκος Βαφειάδης, ο Νίκος Ζαχαριάδης και ο Βασίλης Μπαρτζιώτας, Πολιτικός Επίτροπος του Γενικού Αρχηγείου, του οποίου επιτελάρχης είχε οριστεί ο Στέφανος Παπαγιάννης. Τις στρατιωτικές μονάδες, εξάλλου, που πήραν μέρος στη μάχη, τις συγκροτούσαν οι δυνάμεις του Αρχηγείου της Δυτικής Μακεδονίας, με επικεφαλής τον Βασίλη Γκανιάτσο ή Χείμαρρο, ουσιαστικό διοικητή τον Πολιτικό του Επίτροπο Δημήτρη Βλαντά και επιτελάρχη τον Γιώργο Καλιανέση και στη συνέχεια τον Νίκο Θεοχαρόπουλο ή Σκοτίδα, ενώ διοικητές των Ταξιαρχιών είχαν τοποθετηθεί, του μεν Αρχηγείου της Δυτικής Μακεδονίας ο Ηλίας Ρούνης ή Μπαρμπαλιάς, για την 107η Ταξιαρχία, ο Γεώργιος Γεωργιάδης, για τη 14η, ο Δημήτρης Σιωμάδης, για την Ταξιαρχία της Δημοκρατικής Νεολαίας, και ο Δημήτρης Ζυγούρας ή Παλαιολόγος, για τη 16η, της δε 670ής Μονάδας ο Γιώργος Γιαννούλης, για την 102η Ταξιαρχία, ο Αλέκος Ρόσιος ή Υψηλάντης, για την 103η, και ο Παύλος Τομπουλίδης, για την 105η. Στα μέσα του Ιούλη το μέτωπο του Γράμμου ενίσχυσε και η 123η Θεσσαλική Ταξιαρχία, που είχε διοικητή της τον Μιχάλη Παπαδάμο ή Φεραίο.

Η στρατιωτική ηγεσία του κυβερνητικού στρατού αποτελούνταν, δηλαδή, από επαγγελματίες υψηλόβαθμους στρατιωτικούς, οι οποίοι είχαν την ενίσχυση – και βρίσκονταν κάτω από την καθοδήγηση – ανώτατων στρατιωτικών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας. Αντίθετα, η στρατιωτική ηγεσία του Δημοκρατικού Στρατού είχε ελάχιστους επαγγελματίες στρατιωτικούς και φυσικά όχι υψηλόβαθμους. Κυρίως αποτελούνταν από πολιτικά στελέχη και αγωνιστές, που είχαν μάθει τον πόλεμο στην πράξη.
Αυτό το στοιχείο ήταν αρνητικό για το Δημοκρατικό Στρατό, όσον αφορά το συσχετισμό των δυνάμεων σε επίπεδο ηγετικών στρατιωτικών στελεχών. Οι αντάρτες, ωστόσο, σ’ αυτή τη μεγάλη μάχη, όπως, άλλωστε, και σε πολλές άλλες συγκρούσεις, αποδείχτηκαν ανώτεροι ως προς τους ηγέτες τους από τους αντιπάλους τους – γεγονός που ερμηνεύεται, άλλωστε, και από τη φύση και το χαρακτήρα του πολέμου, που έκανε η κάθε πλευρά.

Στη μάχη του Γράμμου πήραν μέρος 6 Μεραρχίες του κυβερνητικού στρατού, δηλαδή 17 Ταξιαρχίες και 52 Τάγματα, συνολικής δύναμης 60.000 ανδρών και πλέον – χωρίς να υπολογίζονται οι δυνάμεις των ΜΑΥδων και της χωροφυλακής, που, επίσης, έπαιρναν μέρος στις επιχειρήσεις. Αντίθετα, οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού δεν ξεπερνούσαν τους 8.600 μαχητές και μαχήτριες – δηλαδή 4.500 του Αρχηγείου της Δυτικής Μακεδονίας και 4.100 της 670ής Μονάδας.
Συνεπώς – χωρίς να υπολογιστούν στη δύναμη του κυβερνητικού στρατού οι ΜΑΥδες και οι χωροφύλακες – γίνεται εδώ λόγος για ένα συσχετισμό δυνάμεων 1 προς 8, σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού. Και αν σε όλα αυτά υπολογιστούν ο εξοπλισμός των κυβερνητικών δυνάμεων και ο αντίστοιχος των ανταρτών, γίνεται περισσότερο φανερό ότι ο συσχετισμός δυνάμεων υπήρξε πολλαπλάσια αρνητικός για τους αντάρτες.
Και όμως, οι αντάρτες πολεμώντας με ανυπέρβλητο ηρωισμό – που αναγνωρίζεται και από τους αντιπάλους τους – μπόρεσαν να κρατήσουν το Γράμμο εβδομήντα σχεδόν μέρες, δίνοντας αδιάκοπα μάχη, σώμα με σώμα, με τον εχθρό.

Αναφορές κυβερνητικών στρατιωτικών ηγητόρων για τη μάχη του Γράμμου.-Οι απώλειες και των δύο πλευρών

Υστερα από εβδομήντα σχεδόν μέρες συνεχών μαχών στη Βόρεια Πίνδο και με απόλυτα αρνητικό το συσχετισμό των δυνάμεων ο Δημοκρατικός Στρατός υποχρεώθηκε σε υποχώρηση, η οποία και έγινε συντεταγμένα, με τον περίφημο ελιγμό των δυνάμεών του στο χώρο του Βίτσι, τη νύχτα της 20ής προς την 21η του Αυγούστου του 1948. Ο ελιγμός πραγματοποιήθηκε με τη δημιουργία ρήγματος στο μέτωπο του αντιπάλου στην Αλεβίτσα. Η σχετική ενέργεια στέφθηκε με επιτυχία και ο ελιγμός ολοκληρώθηκε με το πέρασμα στο Βίτσι και των ανταρτών που είχαν μείνει στα μετόπισθεν, για να καλύψουν την υποχώρηση.
Ο ελιγμός στο Βίτσι δημιούργησε σύγχυση στους αντιπάλους του Δημοκρατικού Στρατού και γράφτηκαν γι’ αυτόν διάφοροι μύθοι στη μετεμφυλιακή περίοδο – όπως ο παρακάτω του Δημητρίου Ζαφειρόπουλου:
«Η άτακτος φυγή (των συμμοριτών) διενηργήθη διά των διαβάσεων των χωρίων Γράμμος-Φούσα-Σλήμνιτσα-Μονόπυλον, κυρίως κατά την νύκτα της 20ής προς 21ην Αυγούστου, καθ’ ην πανικόβλητοι και διαλελυμένοι, εγκαταλείψαντες τον βαρύ οπλισμόν των, διέφυγαν διά του κυρίως όγκου των προς Αλβανίαν, εσκηνοθέτησαν δε τον διαφημιζόμενον ελιγμόν της Αλεβίτσης προς απόκρυψιν της φυγής των εις Αλβανίαν. Οι εις την Αλβανίαν καταφυγόντες συμμορίται συνεκεντρώθησαν και εξωπλίσθησαν, πλαισιωθέντες υπό νέων κατωτέρων στελεχών, άρτι αποφοιτησάντων εκ των Σχολών του Μπούλκες».

Ορισμένους, όμως, από τους ισχυρισμούς του Δημητρίου Ζαφειρόπουλου τους διαψεύδει ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος, ο οποίος γράφει σχετικά:

«Ως απεδείχθη εκ των υστέρων, το Β΄ Σώμα Στρατού δεν εξεμεταλλεύθη εγκαίρως την εξαιρετικήν ταύτην ευκαιρίαν και ούτως οι συμμορίται, καίτοι συντετριμμένοι εκ της κεραυνοβόλου ενεργείας του Α΄ Σώματος Στρατού εις Γράμμον, κατόρθωσαν εν ανέσει να συμπτυχθούν μέσω της διατάξεως του Β΄ Σώματος Στρατού προς Βίτσι, όπου ανασυγκροτηθέντες και αναδιοργανωθέντες, εδημιούργησαν την γνωστήν κατάστασιν του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου του 1948, ήτις ου μόνον εξουδετέρωσε πλήρως την νίκην του Γράμμου, αλλά και παρ’ ολίγον να αποτελέση τον τάφον του Εθνικού Στρατού».
Και ο Ζαφειρόπουλος, ωστόσο, και ο Τσακαλώτος υποστηρίζουν ότι ο Δημοκρατικός Στρατός στο Γράμμο υπέστη πανωλεθρία – άποψη, όμως, την οποία εκτός των άλλων ανατρέπει και το αναμφισβήτητο γεγονός της συνέχισης των πολεμικών επιχειρήσεων στο Βίτσι.

Ο Ζαφειρόπουλος, βέβαια, ερμηνεύει το εν λόγω γεγονός, ισχυριζόμενος ότι ο Δημοκρατικός Στρατός ανασύνταξε τις δυνάμεις του στην Αλβανία και τις κατέστησε έτσι και πάλι ετοιμοπόλεμες – πράγμα, ωστόσο, εντελώς παράδοξο, αν είχε προηγηθεί συντριβή των ανταρτών και καταφυγή των υπολειμμάτων τους στο αλβανικό έδαφος. Θα ήταν, δηλαδή, εντελώς αδύνατο να δώσουν αργότερα στο Βίτσι τόσο σκληρές και αποφασιστικές μάχες αντάρτικες μονάδες κατά κράτος ηττημένες σε προηγούμενες συγκρούσεις, έστω και αν τις πλαισίωναν κάποια νέα κατώτερα στρατιωτικά στελέχη, προερχόμενα από τις σχολές του Μπούλκες.

 

Ο Τσακαλώτος από το δικό του μέρος διαψεύδει, βέβαια, κατηγορηματικά την υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού στην Αλβανία, κάνει, όμως, λόγο και αυτός για συντριβή των ανταρτών. Δε δίνει εντούτοις καμιά ερμηνεία του γεγονότος ότι συντριμμένοι αντάρτες κατόρθωσαν να πολεμήσουν λίγο αργότερα στο Βίτσι – και μάλιστα με τόση επιτυχία, ώστε όχι μόνο να εξουδετερώσουν τη νίκη του κυβερνητικού στρατού στο Γράμμο, αλλά αυτό το στρατό να τον συντρίψουν.
Οι αντίπαλοι του Δημοκρατικού Στρατού έκαναν, εξάλλου, ό,τι μπορούσαν για να διαστρεβλώσουν το πραγματικό νόημα και τα μηνύματα της μάχης του Γράμμου και να συκοφαντήσουν τους αντάρτες.

Ετσι, ο Ζαφειρόπουλος, σε μια προσπάθειά του να μειώσει την αξία των ανταρτών, γράφει για τους Πολιτικούς Επιτρόπους του Δημοκρατικού Στρατού ειδικά και για το σύνολο των μαχητών του γενικότερα:


«Οι Πολιτικοί Επίτροποι ήσαν τα πρόσωπα, επί των οποίων εστηρίζετο η συνοχή των τμημάτων και η παρακολούθησις του ηθικού των συμμοριτών και (άτινα) διά του πιστολιού επέβαλλον την τρομοκρατίαν, ενέπνεον την θέλησιν της κομμουνιστικής ηγεσίας και ωδήγουν εις την μάχην, δίκην προβάτων προς σφαγήν, τα άβουλα, απρόθυμα και βιαίως στρατολογηθέντα άτομα».

Ο ίδιος, όμως, όταν περιγράφει τις μάχες, που έγιναν στη Βόρεια Πίνδο το 1948, ανατρέπει τους παραπάνω ισχυρισμούς του, γράφοντας συγκεκριμένα:
«Συνεχής αγών σώματος προς σώμα, διαδοχή εκατέρωθεν αντεπιθέσεων και κατ’ επανάληψιν εναλλαγή κυριότητος των υψωμάτων Νικολέρι (1348) – Κουπάνκα – Γκούρα ήσαν τα χαρακτηριστικά γεγονότα του εξαημέρου σκληρού και πολυδάπανου τούτου αγώνος (…). Εν συμπεράσματι εκατέρωθεν υπήρχε φρενίτις αντιστάσεως και επιθέσεως».
Επίσης, περιγράφοντας τις μάχες από τα υψώματα Ζούζουλης μέχρι το Ταμπούρι του Σμόλικα, που έγιναν από τις 12 του Ιούλη μέχρι τις 4 του Αυγούστου, αναφέρει:
«Τα κύρια χαρακτηριστικά της φάσεως ταύτης είναι οι σκληροί μετωπικοί αγώνες προς κατάληψιν ισχυρώς οχυρωμένων τοποθεσιών, η ισχυρά αντίδρασις των συμμοριτών διά πείσμονος αμύνης και ισχυρών αντεπιθέσεων προς εξασφάλισιν των απειλουμένων ζωτικών χώρων του συνόλου της τοποθεσίας των, η ανεπάρκεια των δυνάμεων κρούσεως (II και Χ Μεραρχίαι) διά βαθείαν και ταχείαν εκμετάλλευσιν του ρήγματος Ταλλιάρου προς παρεμπόδισιν συνενώσεως των δυνάμεων Σαμαρίνης μετά τοιούτων του Γράμμου (και) αι αισθηταί απώλειαι αξιωματικών και οπλιτών, αίτινες εμείωσαν την μαχητικότητα των μονάδων».
Ολα, ωστόσο, αυτά δημιουργούν το ερώτημα, πώς ήταν δυνατό οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, δίνοντας μάχες σώμα με σώμα – όπως ο ίδιος ο Ζαφειρόπουλος γράφει – να αποτελούν ταυτόχρονα άβουλα και απρόθυμα άτομα, που πήγαιναν σαν πρόβατα στη σφαγή με την απειλή του πιστολιού του Πολιτικού Επιτρόπου.

Για τη σφοδρότητα των μαχών του Γράμμου και τη μαχητικότητα του Δημοκρατικού Στρατού έχει γράψει και ο Τσακαλώτος τα παρακάτω:

«Οι συμμορίται αμύνονται σθεναρώς εφ’ όλου του μετώπου των. Τα ναρκοπέδια υπήρξαν το φόβητρον και διοικήσεων και διοικουμένων. Το ηθικόν κατρακυλά. Επί 40 ημέρας ματαίως καταβάλλονται προσπάθειαι διασπάσεώς των. Η ανωτάτη ηγεσία προ της γενικής καθηλώσεως υπό την πίεσιν της ανάγκης μελετά την αναθεώρησιν του σχεδίου της. Η κοινή γνώμη είναι ανάστατος».
Οι κρίσεις, ωστόσο, και του Τσακαλώτου και του Ζαφειρόπουλου για το Δημοκρατικό Στρατό και για την κατάσταση που δημιούργησε με τον ελιγμό του στο Βίτσι, δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις χωρίς αξία. Ετσι, αξιόλογη πρέπει να θεωρηθεί η εξής αναφορά του Ζαφειρόπουλου για το πέρασμα των ανταρτών από το Γράμμο στο Βίτσι:
«Η έγκαιρος εγκατάλειψις του Γράμμου και η έγκαιρος πλαισίωσις του Βίτσι ενεφάνησαν την παραδοξότητα ταύτην ως αποτέλεσμα της ηθικής καταστάσεως των αντιπάλων. Ο συμμοριτισμός ο ηττηθείς εις τον Γράμμον να έχη ανώτερον ηθικόν από τας εθνικάς δυνάμεις, αίτινες υπήρξαν οι νικηταί του Γράμμου».

Η μεγάλη μάχη του Γράμμου υπήρξε πολυαίμακτη – και τούτο οφείλεται στη χρονική διάρκεια των συγκρούσεων και στην ιδιαίτερη σφοδρότητά τους, η οποία είχε ως βασική της αιτία τη σπουδαιότητα των στόχων, που επιδιώκονταν και από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Οι κυβερνητικοί, δηλαδή, επιζητούσαν να οδηγήσουν το Δημοκρατικό Στρατό στην ολοσχερή καταστροφή του μέσα από την οριστική εκ μέρους τους κατάληψη των κυριότερων βάσεων εξόρμησή του στη χώρα – ενώ ο Δημοκρατικός Στρατός επιδίωκε τη διατήρηση αυτών των βάσεών του, για να επεκτείνει στη συνέχεια τον έλεγχό του και σε άλλες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Οπως έχει προαναφερθεί, ο Τσακαλώτος υπολογίζει πως οι απώλειες του κυβερνητικού στρατού στη μάχη του Γράμμου ήταν «υπέρ τας 14.000 εκτός μάχης» – ο Ζαφειρόπουλος, όμως, δίνει τα εξής στοιχεία:
«Αι (ημέτεραι) απώλειαι υπήρξαν υπερβολικοί, και μάλιστα εις αξιωματικούς, και προσήγγισαν διά μεν τους αξιωματικούς το 9%, διά δε τους οπλίτας το 13%. Εν λεπτομερεία ανήλθον: Αξιωματικοί νεκροί 109, τραυματίαι 287, αγνοούμενοι 9, σύνολον 505. Οπλίται νεκροί 1.123, τραυματίαι 5.285, αγνοούμενοι 332, σύνολον 6.740.
Αι απώλειαι των συμμοριτών (εξάλλου) δεν υπελείφθησαν των εθνικών δυνάμεων, ανελθούσαι εις νεκρούς μετρηθέντας 3.128, συλληφθέντας 590 και παραδοθέντας 1.600. Οι τραυματίαι καθ’ υπολογισμόν εκυμαίνοντο εις 4.500».

Στο περιοδικό «Δημοκρατικός Στρατός», τέλος, οι απώλειες του κυβερνητικού στρατού παρουσιάζονται ότι ξεπερνούν κατά πολύ εκείνες που εμφανίζουν ο Τσακαλώτος και κυρίως ο Ζαφειρόπουλος. Συγκεκριμένα, κατά το εν λόγω περιοδικό, οι κυβερνητικοί είχαν σύνολο απωλειών που ανερχόταν στους 22.862 άνδρες – και αναλυτικά 5.125 νεκρούς, 16.000 τραυματίες, 439 αιχμαλώτους, 98 αυτόμολους και 1.200 λιποτάχτες.

Η παρατήρηση των πιο πάνω στοιχείων δείχνει ότι ο Τσακαλώτος υπολογίζει τις απώλειες των κυβερνητικών πάνω από 14.000, ο Ζαφειρόπουλος, που είναι πιο φειδωλός, δίνει σύνολο απωλειών 7.245 σε αξιωματικούς και οπλίτες, ενώ το περιοδικό του ΔΣΕ ανεβάζει αυτές τις απώλειες στις 22.862.
Το μέγεθος, εξάλλου, των απωλειών του Δημοκρατικού Στρατού, που εμφανίζει ο Ζαφειρόπουλος, είναι εξωφρενικό. Επειδή, αν γίνουν δεκτές ως αληθινές αυτές οι απώλειες, οι δυνάμεις του ΔΣΕ, με παρατακτή δύναμη στο Γράμμο 8.600 άνδρες, φέρονται ότι έχασαν εκεί όλη αυτή τη δύναμή τους και επιπλέον 1.200 μαχητές.

kokinokamini

Advertisements